Μι Λάι. Πενήντα χρόνια πριν. Πρόκειται αναμφίβολα για μία από τις πιο απεχθείς στιγμές στην ιστορία των ΗΠΑ η οποία συνέβαλε στην εξάπλωση του αντιαμερικανισμού.

Το απόγευμα της 15ης Μαρτίου 1968, η ομάδα του 25χρονου υπολοχαγού, Γουίλιαμ Κάλεϊ, παίρνει διαταγή εκκαθάρισης του χωριού Μι Λάι, το οποίο υποτίθεται πως είχε καταληφθεί από κομμουνιστές αντάρτες, Βιετκόνγκ. Όμως στο χωριό βρίσκονταν μόνο γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι που κατηγορήθηκαν κατόπιν για υποστήριξη στους αντάρτες. 

Το πρωί της 16ης Μαρτίου έπεσαν θύματα της πρωτοφανούς αγριότητας που επέδειξαν οι στρατιώτες του Κάλεϊ που εισέβαλαν στο χωριό. Συνολικά εκτελέστηκαν 504 άνθρωποι, ανάμεσά τους 173 παιδιά, 76 μωρά και 60 ηλικιωμένοι. Τους έκοψαν χέρια, τους έκοψαν το λαιμό, τους πυροβόλησαν μέχρι να μη μείνει τίποτα, τους χτύπησαν ακόμη και με χειροβομβίδες. 

Το Πεντάγωνο κατάφερε να κρατήσει κρυφή της σφαγή του Μι Λάι για έναν περίπου χρόνο. Ωστόσο, οι εικόνες τελικά ήρθαν στο φως - χάρης τον ρεπόρτερ Σέιμουρ Χερς - και συγκλόνισαν τον κόσμο, προκαλώντας βαθιά κρίση στην κυβέρνηση του πρόεδρου Λίντον Τζόνσον και την εξάπλωση ενός δυναμικού αντιπολεμικού κινήματος, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτή η κτηνωδία δεν χωρούσε δικαιολογίες. 

«Πολλοί πολίτες συγκεντρώθηκαν σε μικρές ομάδες και εκτελέστηκαν με πυροβολισμούς, άλλους τους πέταξαν σε ένα κανάλι αποχέτευσης στην άκρη του χωριού, άλλους τους πυροβόλησαν τυχαία μέσα ή κοντά στα σπίτια τους. Ορισμένα κορίτσια τα βίασαν πριν τα σκοτώσουν», έγραφε το 1972 σε ένα άρθρο του για το New Yorker, ο Σέιμουρ Χερς. Την περασμένη εβδομάδα μίλησε για το θέμα στη Deutsche Welle. «Το Μι Λάι επιβιώνει στην ιστορία ως μια απίστευτη κτηνωδία. Οι μεγαλύτερες σφαγές που έχουμε δει ήταν κοντά σε μέτωπα μάχης. Αυτό δεν ήταν καν κοντά στην μάχη. Ήταν ένα αμόκ βίας σε ένα χωριό». 

Ένας βετεράνος πίσω στον τόπο της σφαγής

Πριν από δέκα χρόνια, ο Τζος Ράσινγκ του Al Jazeera και πρώην μέλος του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ, επισκέφθηκε το Μι Λάι μαζί με τον βετεράνο στρατιώτη Κεν Σίελ, ο οποίος για πρώτη φορά θα επέστρεφε στο χώρο της σφαγής και θα συναντούσε τους επιζώντες κάνοντας ένα ταξίδι στο τραγικό παρελθόν, κομμάτι του οποίου ήταν και ο ίδιος. 

Ο Σίελ ήταν ο μοναδικός που δέχτηκε να κάνει το ταξίδι. Σύμφωνα με τον Ράσινγκ όταν άρχισαν να επικοινωνούν με τους στρατιώτες ανακάλυψαν ότι ένας ανησυχητικά μεγάλος αριθμός είχε αυτοκτονήσει ενώ άλλοι βρίσκονταν σε τραγική κατάσταση. Ένας δήλωσε ότι θα πήγαινε. Τελικά ενημέρωσε ότι ο ψυχολόγος του είπε: «με τίποτα, δεν είναι καθόλου καλή ιδέα». Ο Σίελ ήταν ο τελευταίος και ο μοναδικός που αποφάσισε να πάει. 

Ο Ράσινγκ λέει για τον Σίελ: «Πιστεύω ότι για να μπορέσει ο Κεν να συνεχίσει να ζει τη ζωή του, έπρεπε να αποβάλει ό, τι είχε συμβεί στο Βιετνάμ. Είχε τις μνήμες, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να ασχοληθεί με την ηθική των πράξεών του. Είχα την αίσθηση ότι, όταν προσπαθούσε να σκεφτεί, είχε συνείδηση των γεγονότων, αλλά μπορεί να μην ήταν σε θέση να ελέγξει την πλημμύρα των συναισθημάτων και της ενοχής του». 

«Θα ήταν εύκολο ο καθένας να σκεφτεί πως εκείνος θα ενεργούσε διαφορετικά», λέει ο Ράσινγκ που υπήρξε και ο ίδιος στρατιώτης, όμως υποστηρίζει πως «στην πραγματικότητα, όταν περνάτε από το στρατόπεδο εκπαίδευσης, διαλύουν το ποιος πραγματικά είστε και σας διαμορφώνουν σε ένα εντελώς διαφορετικό άτομο» και προσθέτει «σε ένα μέρος σαν το Βιετνάμ, όπου όλα όσα ξέρουμε για την ηθική χάθηκαν, χάνει κανείς την αίσθηση του τι είναι σωστό και τι είναι λάθος σε αυτό το περιβάλλον και καταλήγει να ακολουθεί εντολές».

«Στα δικαστικά έγγραφα για τον Κεν, κάποιος κατέθεσε ότι τον είδε να πυροβολεί σε πλήθος αμάχων φωνάζοντας: ‘Δεν θέλω να το κάνω αυτό, δεν θέλω να το κάνω αυτό’, σαφώς πάλευε με αυτό», λέει ο Ράσινγκ υποστηρίζοντας ότι υπάρχει λόγος που στέλνουμε τους νέους ανθρώπους στον πόλεμο. Μεταξύ άλλων δεν διαθέτουν την σοφία που αποκτά ο άνθρωπος μεγαλώνοντας. 

Ο Ράσινγκ υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν επιζώντες στον πόλεμο. «Το χωριό Μι Λάι δεν ονομαζόταν καν έτσι. Είχε άλλο όνομα. Το Μι Λάι ήταν ένα κωδικό όνομα σε ένα αμερικανικό χάρτη. Ούτε το πραγματικό όνομα του χωριού δεν επιβίωσε. Κανείς δεν επιβίωσε πραγματικά εκείνη την ημέρα και ας υπήρξαν επιζώντες. Ο Κονγκ ήταν ένας από αυτούς που έζησαν. Είναι όμως ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος από ό,τι ήταν πριν από αυτό που συνέβη και η σημερινή του κατάσταση διαμορφώθηκε από αυτό το περιστατικό». 

«Από τους στρατιώτες που προσπαθήσαμε να πείσουμε να επιστρέψουν στο Μι Λάι... κανένας από αυτούς δεν επέζησε. Όσοι από αυτούς δεν αυτοκτόνησαν, δεν έγιναν ποτέ οι άνθρωποι που θα ήθελαν κάποτε να γίνουν. Αλλά όταν εκείνοι που επιβιώνουν από τον πόλεμο και γερνούν αρκετά για να συνειδητοποιήσουν τις φρικαλεότητες και το πόσο λάθος αυτές είναι, είναι ήδη πολύ αργά. Η επόμενη γενιά είναι ήδη εκεί, πολεμά και μάχεται την επόμενη γενιά», αναφέρει ο Ράσινγκ. 

Η άγνωστη ιστορία του Μι Λάι 

Ο αμερικανικός Τύπος αντιμετώπιζε πάντα τη σφαγή του Μι Λάι ως μια μεγάλη τραγωδία που, ωστόσο, δεν αντικατοπτρίζει την επίσημη αμερικανική πολιτική. Από τότε που η έκθεση της επιτροπής Πιρς για το Μι Λάι δόθηκε στη δημοσιότητα, ο Τύπος και η αμερικανική κοινή γνώμη πίστεψαν ότι η επιτροπή υπό την ηγεσία του στρατηγού Γουίλιαμ Πιρς όχι μόνο αποκάλυψε την έκταση της σφαγής αλλά εξέθεσε επίσης την προσπάθεια κάλυψης της υπόθεσης εμπλέκοντας αξιωματικούς μέχρι και τον διοικητή της Αμερικανικής Διεύθυνσης, τον στρατηγό Σάμιουελ Κόστερ. 

Αλλά αυτό που ούτε ο Τύπος, ούτε η Αμερικανική κοινή γνώμη δεν κατάλαβαν ποτέ είναι ότι η Επιτροπή Πιρς συμμετείχε σε μια ακόμη μεγαλύτερη κάλυψη: Απάλλαξε τον διοικητή των αμερικανικών δυνάμεων στο Βιετνάμ, τον στρατηγό Γουίλιαμ Γουέστμόρλαντ από οποιαδήποτε ευθύνη για τη σφαγή στο Μι Λάι, παρά το γεγονός ότι η πολιτική του Γουέστμόρλαντ ήταν οι Αμερικανοί στρατιώτες να μεταχειρίζονται τους αμάχους που παρέμεναν σε περιοχές βάσης των κομμουνιστών και των Βιετκόνγκ, όπως το Μι Λάι, ως εχθρικούς πολεμιστές. 

Σύμφωνα με το «The Nation», ο Γουίλιαμ Πιρς στην ουσία δεν μπορούσε να ερευνήσει σε βάθος τον Γουέστμόρλαντ. Ο τελευταίος έως τότε είχε ήδη προαχθεί σε αρχηγός του επιτελείου στρατού. Στην ουσία ο Πιρς ήταν υφιστάμενός του και αν στρεφόταν κατά του Γουέστμόρλαντ θα διακινδύνευε την καριέρα του ενώ ο ίδιος επιδίωκε προαγωγή. 

Επικεφαλής των στρατιωτικών ομάδων που επιχείρησαν εκείνη την ημέρα κατέθεσαν στην επιτροπή Πιρς ότι τους είπαν να θεωρούν τους πολίτες ως εχθρό. Ο λοχίας Τσαρλς Γουέστ κατέθεσε ότι ο διοικητής Έρνεστ Μεντίνα είπε στους επικεφαλής των στρατιωτικών μονάδων ότι στο χωριό βρίσκονταν «μόνο στρατιώτες του Βορείου Βιετνάμ, Βιετκόνγκ και οι οικογένειές τους» και «η εντολή ήταν να καταστραφεί το Μι Λάι και τα πάντα σε αυτό». 

Ένας άλλος επικεφαλής μονάδας τόνισε ότι ο Μεντίνα ανέφερε πως το Μι Λάι θεωρούνταν «οχυρό των Βιετκόνγκ και ότι είχε εντολές να σκοτώσει όλους όσους βρίσκονταν στο χωριό». Ένας ακόμη διοικητής, ο Ερλ Μίτσλες μεταβίβασε ακριβώς τις ίδιες διαταγές τους επικεφαλής των στρατιωτικών μονάδων. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ένα έγκλημα πολέμου που θα έπρεπε ρητά να τιμωρηθεί. 

Κι όμως η Επιτροπή Πιρς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εντολές ήταν κατανοητές και επέτρεπαν στους διοικητές των μονάδων να αντλούν προφανή συμπεράσματα σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του άμαχου πληθυσμού. Επίσης η Επιτροπή επέδειξε μια αξιοσημείωτη έλλειψη περιέργειας για το ποια ήταν τελικά η καθοδήγηση που είχε δώσει ο Γουέστμόρλαντ. Και τελικά κατέληξε στο ότι δεν είχε καμία ευθύνη αφού υπήρχαν οι κατευθυντήριες γραμμές που όριζαν την προστασία των πολιτών μέσα στις εμπόλεμες ζώνες. 

Ωστόσο αυτό ήταν σκόπιμα παραπλανητικό καθώς οι διοικητές μιλούσαν για κανόνες που ήταν αποκλειστικά σχεδιασμένοι για κατοικημένες περιοχές σε ζώνες στις οποίες οι Βιετκόνγκ είχαν είτε προσωρινό έλεγχό, είτε καθόλου έλεγχο. Το Μι Λάι όμως βρισκόταν σε μια περιοχή όπου οι Βιετκόνγκ διατηρούσαν τον πλήρη έλεγχο επί δυο χρόνια. Στην έκθεση που κατατέθηκε στην επιτροπή δεν υπάρχει αναφορά σε κανένα έγγραφο που όριζε τους κανόνες για στρατιωτικές επιχειρήσεις σε χωριά υπό τον έλεγχο των Βιετκόνγκ. 

Αντίθετα η οδηγία που είχε δοθεί επέτρεπε πράγματι τη δημιουργία ζωνών ελεύθερων πυρών σε περιοχές υπό τον μακροπρόθεσμο έλεγχο των Βιετκόνγκ, όπως το Μι Λάι, και όπου ο άμαχος πληθυσμός δεν θα είχε καμία προστασία. Παρόλο που η επίσημη οδηγία δεν ανέφερε πουθενά ρητά ότι οι πολίτες που ζουν σε συγκεκριμένες ζώνες δεν πρέπει να προστατεύονται, υπονοούσε σαφώς ότι αυτή ήταν πράγματι η πολιτική. 

Ο στρατηγός Γουέστμόρλαντ είχε πει στην Tiger Force: «Αν υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω - κι όχι μέσα στα στρατόπεδα - είναι υποστηρικτές των κομμουνιστών. Δεν θα έπρεπε να είναι εκεί». Έτσι ερμήνευσαν την εντολή οι επικεφαλής των μονάδων. Ο συνταγματάρχης Γουίλιαμ Γκουίν, κατέθεσε στην επιτροπή Πιρς ότι δεν πίστεψε την έκθεση για την σφαγή στο Μι Λάι αλλά πρόσθεσε ότι ακόμη κι αν ήταν αλήθεια, «δεν το θεωρούσε έγκλημα πολέμου», επειδή «οι άνθρωποι αυτοί είχαν σκοτωθεί από μια πράξη πολέμου σε μια ζώνη ελεύθερων πυρών». 

Τα όσα (δεν) έμαθαν οι Αμερικάνοι από τη σφαγή του Μι Λάι 

Τελικά για την σφαγή του Μι Λάι δικάστηκαν έξι άτομα και μόνο ένας ο Γουίλιαμ Κάλει που ήταν επικεφαλής της επίθεσης στο χωριό καταδικάστηκε για τη δολοφονία 22 ανθρώπων. Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν ισόβια. Από αυτά πήγε φυλακή μόλις για 3,5 χρόνια. 

Ο αντίκτυπος που είχε η σφαγή του Μι Λάι σε επίπεδο πολιτών ήταν πολύ μεγαλύτερος. Οι Αμερικανοί έχασαν την πίστη τους για την «αγνότητα» του αμερικανικού στρατού. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το Μι Λάι έφερε και αλλαγές και κάθαρση στους κόλπους του. 

Ο Χερς όμως δεν τρέφει τέτοιες αυταπάτες. Σημειώνει την επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ για τη διεύθυνση της CIA. Η Τζίνα Χάσπελ προτάθηκε για τη θέση με ένα βιογραφικό που περιλαμβάνει βασανιστήρια και παράνομη καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων. Επίσης το Μι Λάι συνέβη πριν από 50 χρόνια ενώ οι φρικτές εικόνες από τα βασανιστήρια στη φυλακή του Άμπου Κράιμπ ήταν μόλις το 2003. 

Ο Χερς καταλήγει: «Μπορεί το Μι Λάι να ξεχωρίζει όταν μετράμε στην κλίμακα της βίας αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Αμερική έχει βρει την ηθική της πυξίδα. Μπορεί να μην κάνουμε κάτι παρόμοιο αλλά σίγουρα βομβαρδίζουμε καθημερινά πόλεις».