Ο Νίκος Πλουμπίδης, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, ήταν ο άνθρωπος που όντας καταζητούμενος  προσπάθησε να σώσει το Νίκο Μπελογιάννη. Ήταν ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στο ΚΚΕ και την αντίσταση. Ήταν επίσης ο άνθρωπος που με απόφαση του κόμματος που υπηρέτησε χαρακτηρίστηκε «πράκτορας της Ασφάλειας και των Άγγλων». Μια απόφαση που αργότερα χαρακτηρίστηκε «τραγικό λάθος». Συνελήφθη το Νοέμβριο του 1952 και καταδικάστηκε σε θάνατο για κατασκοπεία. Εκτελέστηκε σαν σήμερα στις 14 Αυγούστου του 1954 χωρίς ποτέ να αποκηρύξει το ΚΚΕ.  Αρνήθηκε τη θεία μετάληψη, την κάλυψη των ματιών του και πέθανε τραγουδώντας τη «Διεθνή». 

Δημοσθένης Παπαχρήστου: Τα γράμματα από την φυλακή

Γνώρισα τον Πλουμπίδη το 1942 μέσω του  Ρόδης Ροδόπουλου – πολύ στενού φίλος του αδελφού μου Θανάση. Και ο Ροδόπουλος και ο Θανάσης ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τον Ιανουάριο του ’42 ο Ρόδης μου είπε ότι τέλειωσε η ποινή φυλάκισης του Πλουμπίδη και, όταν μεταφερθεί στην Τρίπολη για εξορία, θα δραπετεύσει και θα έρθει στην Αθήνα. Μου ζήτησε να φροντίσω να τον παραλάβω και να τον εγκαταστήσω σε κάποιο ασφαλές σπίτι.

Ο Δημοσθένης Παπαχρήστου

Πράγματι ένα πρωί με ειδοποιήσανε ότι ήρθε ο Νίκος. Πήγα, τον βρήκα. Είδα έναν ζωντανό άνθρωπο με τον οποίο πολύ εύκολα ερχόσουνα σε ψυχική επαφή. Τον πήρα και αρχίσαμε να περπατάμε προς το Παγκράτι, για να τον εγκαταστήσω στο σπίτι μιας εξαδέλφης μου, της Λουκοπούλου, κόρης του γνωστού μεγάλου ζωγράφου Λουκόπουλου, με την οποία είχα συνεννοηθεί προηγουμένως.

Μη ξέροντας ότι ο Πλουμπίδης έπασχε από φυματίσωη περπατούσα γρήγορα και εκείνος κάθε τόσο αναγκαζόταν να σταματάει. Τον εγκατέστησα τελικά στο σπίτι της εξαδέλφης μου, όπου έμεινε τρεις-τέσσερις μέρες. Στο διάστημα αυτό τον επισκεπτόμουν κάθε μέρα κι έτσι γνωριστήκαμε αρκετά καλά. Μετά πήρε επαφή με το κόμμα, έφυγε από το σπίτι της εξαδέλφης μου και ανέλαβε πάλι καθήκοντα ως μέλος του Πολιτικού Γραφείου τού ήδη ανασυγκροτημένου Κομμουνιστικού Κόμματος.

Στη συνέχεια άρχισε να έρχεται συχνά στο σπίτι μου και να το χρησιμοποιεί για τις συνεργασίες του. Γνώρισα έτσι μια σειρά ανθρώπων που έρχονταν τότε εκεί, όπως ο Καραγιώργης και πολλοί άλλοι.

Την άνοιξη του ’42 ο Πλουμπίδης μου πρότεινε να γίνω μέλος του κόμματος. Ήμουν ήδη στο Αντιδικτατορικό Μέτωπο Νέων και δέχτηκα. Οπότε μου στέλνει μια μέρα τον Καραγιώργη που μου ανήγγειλε ότι είμαι μέλος του κόμματος και ότι τοποθετούν  εμένα μαζί με τον Σπύρο τον Κωτσάκη  τον μετέπειτα καπετάν Νέστορα του ΕΛΑΣ, και τον Μανώλη τον Σιγανό, το γιατρό, να αναλάβουμε την οργάνωση του ΕΛΑΣ της Αθήνας. Ήμαστε οι τρεις που δημιουργήσαμε τον ΕΛΑΣ της Αθήνας, με τη βοήθεια βέβαια και διαφόρων αξιωματικών. Απόκτησα τότε  επαφή με τον μεγάλο επιτελικό αξιωματικό, τον Θόδωρο τον Μακρίδη.

Εν συνεχεία, τέλος Νοεμβρίου του ’42, ο Πλουμπίδης ήρθε στο σπίτι μου κομίζοντας μια πρόταση. Ήμαστε τότε εκεί μόνο εγώ και η αδερφή μου η Ιουλία, γιατί οι γονείς μου ήταν ακόμη στο χωριό μας, όπου πηγαίνανε κάθε καλοκαίρι. Μας είπε ότι πρόκειται να γίνει μια πολύ μεγάλη πανελλαδική σύσκεψη του Κομμουνιστικού Κόμματος και ότι ζητούν ένα έμπιστο σπίτι για να τη φιλοξενήσει. Θα δεχόμαστε; Εμείς λέμε: «Βεβαίως, θα δεχτούμε». «Οι γονείς σας θα δεχτούν;» «Να είστε σίγουροι ότι θα δεχτούν κι αυτοί».

Επρόκειτο για τη 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Κομμουνιστικού Κόμματος, η σημαντικότερη  τα χρόνια της Κατοχής. Την οργάνωσή της την ανέλαβε η Καίτη Ζεύγου μαζί με την αδερφή μου Ιουλία, η οποία ήτανε ήδη οργανωμένη στο ΕΑΜ και στο κόμμα. Αρχίσανε οι δύο γυναίκες και κουβαλούσαν τρόφιμα, κουβέρτες και λοιπά για όσους πάρουν μέρος στη συνδιάσκεψη. Η είσοδός τους στο σπίτι έγινε ανά δύο σε αραιά χρονικά διαστήματα, για να μη γίνει αισθητή η παρουσία τους στη γειτονιά.

Ήρθαν περίπου 35  άτομα.. Πρώτος ήρθε ο Σιάντος, τον οποίο μου τον είχε φέρει στο σπίτι μια μέρα νωρίτερα ο Πλουμπίδης και τον είχα γνωρίσει· ήρθε ο Καραγιώργης· ήρθε ο Μάρκος ο Βαφειάδης· ήρθαν μια σειρά άλλοι τους οποίους ήδη είχα αρχίσει να γνωρίζω και, μεταξύ αυτών, ο μεγάλος δάσκαλος και διανοητής Δημήτρης Γληνός. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και έτσι είχε γνωριμία με τον Γληνό. Το χαρήκανε πάρα πολύ και μάλιστα στα διαλείμματα κάνανε αρκετή παρέα και συζητούσαν τα δικά τους ζητήματα.

Παρακολούθησα ολόκληρη τη συνδιάσκεψη. Την εισήγηση στη Συνδιάσκεψη την έκανε ο Σιάντος... Άρχισε την εισήγησή του με ύμνους προς τον Ζαχαριάδη και βεβαίωσε ότι τώρα εμάς, το κόμμα μας, το οδηγεί το γράμμα του Ζαχαριάδη του ’40 για τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο. Στη διάρκεια της συνδιάσκεψης μιλήσανε σχεδόν όλοι, αλλά εκείνος που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήτανε ο Μακρίδης. Ο Μακρίδης αναφέρθηκε σε ένα σφάλμα που, όπως είπε ο ίδιος, είχε κάνει η 8η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής στις αρχές Ιανουαρίου του ’42, όταν προέβλεπε ότι σύντομα δημιουργούνται οι συνθήκες για απόβαση των Άγγλων στην Ελλάδα. Ο Μακρίδης υποστήριξε ότι αυτό  έδωσε την εντύπωση στον ελληνικό λαό ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας θα είναι έργο των Άγγλων, ενώ έπρεπε ευθύς εξαρχής να τονίσουμε ότι θα είναι έργο του δικού μας αγώνα. Μίλησε επίσης ο Δανιηλίδης για το ίδιο θέμα και επισήμανε ότι οι Γερμανοί θα φύγουν κάποια στιγμή, αλλά, αν δεν προσέξουμε τη συμπεριφορά των Εγγλέζων  και έρθουν ξανά στην Ελλάδα, τότε δεν πρόκειται ποτέ να ξαναφύγουν από δω.

Οι διαφωνίες Ζαχαριάδη - Πλουμπίδη

Ο Νίκος Πλουμπίδης γεννήθηκε στα Λαγκάδια Κορινθίας το 1902 από μια φτωχή αγροτική οικογένεια με αρκετά παιδιά. Θελήσανε να αλλάξουν τη μοίρα ενός από τα παιδιά τους και να το σπουδάσουν. Σπούδασε με πάρα πολύ μεγάλες και  πήρε δίπλωμα δασκάλου από το Διδασκαλείο Πύργου.

Ευθύς αμέσως, το 1924, διορίστηκε δάσκαλος στο χωριό Βούρμπα της Ελασσόνας. Εκεί σύντομα γνωρίστηκε με ένα γεωπόνο της περιοχής ο οποίος ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και το 1927 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Το 1929 ήρθε στην Αθήνα για μετεκπαίδευση στο πανεπιστήμιο, αναμίχθηκε έντονα στους φοιτητικούς αγώνες και παράλληλα ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση στους εκπαιδευτικούς γενικά. Αποτέλεσμα όλης αυτής της δράσεώς του ήτανε να απολυθεί από δάσκαλος το 1931. Εν τω μεταξύ, από τις κακουχίες που είχε περάσει, λόγω της δράσης του και του κυνηγητού της Ασφάλειας, είχε γίνει φυματικός.

Το 1934 ήδη είχε γίνει μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, η οποία ελεγχόταν πλήρως από το ΚΚΕ και στην οποία ήταν ενταγμένα τα αριστερά συνδικάτα. Το Δεκέμβριο του 1935, στο 6ο Συνέδριο, εξελέγη αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Με τη δικτατορία του Μεταξά συνελήφθη ο Ζαχαριάδης, ύστερα από λίγο συνελήφθη ο Ιωαννίδης, ο οποίος θεωρούνταν πάντα ως το alter ego του Ζαχαριάδη, και λίγο αργότερα, το 1938, συνελήφθησαν τα μέλη της Γραμματείας του Πολιτικού Γραφείου.

Το μόνο σημαντικό στέλεχος εκτός φυλακής ήταν ο Σιάντος που κατείχε τη θέση του γραμματέα του κόμματος. Εκείνος πήρε τον Πλουμπίδη και τον προώθησε στο Πολιτικό Γραφείο και μαζί ανασύνταξαν την Κεντρική Επιτροπή. Η κατάσταση είχε χειροτερέψει πάρα πολύ σε βάρος του Κομμουνιστικού Κόμματος, λόγω των διώξεων και των φυλακίσεων. Περίπου 2,5 χιλιάδες άνθρωποι ήταν στις εξορίες και άλλοι 300-400 στις φυλακές της Ακροναυπλίας, με επικεφαλής τον Ιωαννίδη.

Ο Ζαχαριάδης, από τις φυλακές Κερκύρας όπου κρατούνταν, σκέφτηκε να κάνει μια αναδιάρθρωση του κόμματος. Γι’ αυτό έβαλε το συνεργάτη του Μιχαηλίδη να υπογράψει δήλωση για να έρθει στην Αθήνα κι έτσι να μπορέσει να αναλάβει την ανασυγκρότηση του κόμματος. Ο Μιχαηλίδης έκανε δυο ραντεβού με τον Πλουμπίδη, ζητώντας του να τον παραπέμψει στον Σιάντο, αλλά, μετά το δεύτερο ραντεβού ο Πλουμπίδης συνελήφθη και, επειδή ήταν φυματικός, τον μετέφεραν στη «Σωτηρία».

Δυο-τρεις μήνες αργότερα συνελήφθη και ο Σιάντος και από την παλιά Κεντρική Επιτροπή μείνανε ελεύθερα μόνο δύο μέλη, ένας απ αυτούς ήταν ο  Μήτσος Παπαγιάννης. Μαζί με μερικούς άλλους, συνέστησαν τη λεγόμενη παλιά Κεντρική Επιτροπή, την οποία καθοδηγούσε μέσα από τις φυλακές τής «Σωτηρίας» ο Πλουμπίδης. Την ίδια περίοδο, ο Μανιαδάκης, ο γνωστός υπουργός Ασφαλείας του Μεταξά, ίδρυσε μια χαφιέδικη Κεντρική Επιτροπή του κόμματος με το όνομα Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ, στην οποία μπήκε και ο Μιχαηλίδης, ο έμπιστος του Ζαχαριάδη.

Εκείνη την εποχή τον Ζαχαριάδη τον μετέφεραν από την Κέρκυρα στην Αθήνα και η Ασφάλεια πέτυχε να πείσει τον Ζαχαριάδη ότι η Προσωρινή Διοίκηση είναι η γνήσια Κεντρική Επιτροπή. Μέσω του Ζαχαριάδη, ο οποίος κατήγγειλε την παλιά Κεντρική Επιτροπή ως χαφιέδικη, πείστηκαν σχεδόν όλες οι οργανώσεις ότι η Προσωρινή Διοίκηση είναι η γνήσια κομματική καθοδήγηση.

Ο Πλουμπίδης, μόλις έμαθε τη σύνθεση της Προσωρινής Διοίκησης, έσπευσε αμέσως και την κατήγγειλε ως χαφιέδικη, βεβαιώνοντας με το λόγο της τιμής του ότι πραγματική καθοδήγηση είναι η παλιά Κεντρική Επιτροπή. Είναι η πρώτη μεγάλη σύγκρουση του Πλουμπίδη με τον Ζαχαριάδη.

Μια δεύτερη σύγκρουση συμβαίνει το 1940 – σε πολύ πιο σημαντικό ζήτημα. Μόλις ξεσπάει ο πόλεμος, ο Ζαχαριάδης γράφει ένα γράμμα προς τον υπουργό Ασφαλείας, τον Μανιαδάκη, με το οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, έθετε τις δυνάμεις του Κομμουνιστικού Κόμματος υπό τον Μεταξά, λέγοντας ότι τον πόλεμο αυτόν τον διευθύνει ο Μεταξάς κι εμείς πρέπει ανεπιφύλακτα να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις γι’ αυτόν. Πρόσθετε και μερικά μεγάλα λόγια, ότι δηλαδή το αποτέλεσμα για τον ελληνικό λαό θα ήταν να βρει την ελευθερία του. Δεν έκανε καμία νύξη στο γράμμα του για το ρόλο των Άγγλων και για τον αγώνα που θα έπρεπε να κάνει ο ελληνικός λαός για να απαλλαγεί από τη δικτατορία.

Ο Πλουμπίδης  πήρε ακριβώς αντίθετη θέση από τον Ζαχαριάδη. Η θέση του Πλουμπίδη, όπως τη διατυπώνει σε ένα από τα γράμματα που έγραψε από τις φυλακές τής «Σωτηρίας» μετά τη σύλληψή του το ’52, είναι η εξής: «Το γράμμα του Ζαχαριάδη του 1940 το θεώρησα τότε πλαστό τυπικά, γιατί το υπέγραφε σαν γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, ενώ έπρεπε σαν Γενικός Γραμματέας και ουσιαστικά γιατί έθετε τις δυνάμεις του κόμματος και του λαού κάτω από την καθοδήγηση του Μεταξά χωρίς όρους. Η δική μου η γνώμη τότε ήταν γενικά –θυμάμαι τα συνθήματα– κάτω ο Μεταξάς, κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας απ’ όλα τα κόμματα, που θα εξοπλίσει το λαό και θα υπερασπίσει την ανεξαρτησία της χώρας, τσάκισμα των Ιταλών φασιστών επιδρομέων, έξω οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές από την Ελλάδα, συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση, μόνη δύναμη να ηγηθεί και να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της Ελλάδος».

Ήταν η δεύτερη μεγάλη σύγκρουση του Πλουμπίδη με τον Ζαχαριάδη. Στη συνέχεια ακολούθησαν  πολλές άλλες.

Η δράση του Πλουμπίδη στην κατοχή

Ο Πλουμπίδης ήταν υπεύθυνος εκ μέρους του Πολιτικού Γραφείου για τις οργανώσεις Αθήνας και Πειραιά. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα, ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του ΕΑΜ. Το Φεβρουάριο του ’43 κυκλοφόρησαν φήμες ότι ετοιμάζεται πολιτική επιστράτευση για να στείλουν εργάτες στη Γερμανία, ώστε να απελευθερωθούν οι Γερμανοί εργάτες και να πάνε στο μέτωπο. Στις 4 Μαρτίου, πρωί πρωί, τον ξυπνάνε τον Πλουμπίδη και του λένε ότι αποφασίστηκε η επιστράτευση και θα ανακοινωθεί στις 5 Μαρτίου. Αμέσως κάνει γενική κινητοποίηση με δική του πρωτοβουλία – δεν πρόφταινε να συνεννοηθεί με το Πολιτικό Γραφείο.

Και την 5η Μαρτίου γίνεται γενική απεργία. Δεν κινήθηκε τίποτα. Κατέβηκε όλος ο λαός της Αθήνας… 200-250 χιλιάδες άνθρωποι κάτω. Μαζί ήταν και οι μονάδες του ΕΛΑΣ που είχαμε, κι εγώ, ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ήμουν επικεφαλής του συντάγματός μου στην πορεία αυτή. Ο λαός κατέλαβε το Υπουργείο Εργασίας στην οδό Μπουμπουλίνας, ανέβηκαν επάνω, βρήκαν τις καταστάσεις αυτών που θα επιστρατεύονταν, τις πέταξαν κάτω και τις έκαψαν. Αποτέλεσμα αυτού του μεγαλειώδους αγώνα ήταν ότι ματαιώθηκε η επιστράτευση. Αυτό  ήταν για τους  Γερμανούς  αποφασιστική ήττα. Ήταν σαν να χάσανε εφτά μεραρχίες. Διότι δύο μεραρχίες επρόκειτο να τις αποσπάσουν από την Ελλάδα να τις στείλουν στο μέτωπο. Και από τους Γερμανούς που θα αντικαθιστούσαν οι Έλληνες εργάτες θα μπορούσαν να κάνουν άλλες τέσσερις-πέντε μεραρχίες.

Ο Πλουμπίδης συνέχισε να έρχεται στο σπίτι, συνδεθήκαμε ακόμα περισσότερο, μερικές φορές τρώγαμε και μαζί, συνεργαζόταν με διάφορους και λίγο αργότερα ζήτησε να γίνουν κι άλλες συγκεντρώσεις στο σπίτι μου. Μεταξύ αυτών και η  Ολομέλεια του Ιανουαρίου του 1944 η οποία πήρε την απόφαση να δημιουργηθεί η Κυβέρνηση του Βουνού.Την άνοιξη του 1944 έφυγα από τον ΕΛΑΣ και πήγα σε πολιτική οργάνωση. Αυτή την πολιτική οργάνωση που εξελίχθηκε αργότερα στο Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα, όπου είχαμε τον Μιχάλη Κύρκο και μερικούς άλλους, την καθοδηγούσε ο Πλουμπίδης. Έτσι είχα άμεση επαφή μαζί του – ήταν καθοδηγητής μου. Στη συνέχεια, για ένα-ενάμιση περίπου χρόνο, καθοδηγητής μου ήτανε ο Παρτσαλίδης και μετά, επί έξι ή εφτά μήνες, ο Ιωαννίδης, ώσπου έφυγε για το βουνό.

Ο Πλουμπίδης αντιτάχθηκε έντονα σε αποφάσεις της Γραμματείας του Πολιτικού Γραφείου ή και της Κεντρικής Επιτροπής στο βουνό, που ελαμβάνοντο εν απουσία του. Στην συμφωνία του Λιβάνου  και, τον Αύγουστο του ’44,  στην απόφαση της Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής να στείλει υπουργούς να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση του Καΐρου. Στη συνέχεια καταπολέμησε τη συμφωνία της Καζέρτας την οποία θεωρούσε ως πλήρη παράδοση της Ελλάδας στους Άγγλους. Τον έβλεπα συχνά τότε και ήξερα από πρώτο χέρι τις απόψεις του αυτές.

Δεκεμβριανά και Εμφύλιος

Κατά τα Δεκεμβριανά ήταν άρρωστος και δεν μετείχε στις συνεδριάσεις του Πολιτικού Γραφείου, αλλά, δεν συμφωνούσε με τον τρόπο που χειριζόταν η ηγεσία του ΚΚΕ την όλη υπόθεση και είχε μάλιστα πει: «Σε λίγες μέρες θα έρθει ο Άρης και θα ρίξει τους Άγγλους στη θάλασσα». Μετά την ήττα του Δεκέμβρη, οι ηγεσίες του ΚΚΕ και  του ΕΑΜ μεταφέρθηκαν στα Τρίκαλα. Τον Πλουμπίδη τον απομόνωσαν στον Τίρναβο. Και όπως γράφει σε γράμμα του από τη φυλακή της «Σωτηρίας», το 1952, τον απομόνωσαν διότι αυτός ήδη είχε πει ότι κάνανε λάθος που κρατήσανε τον ΕΛΑΣ έξω από την  Αθήνα, όπου κρινόταν ο αγώνας.

Το Μάιο του ’45 ήρθε ο Ζαχαριάδης από το στρατόπεδο του Νταχάου. Ενθουσιάστηκαν οι πάντες γιατί ήρθε ο μεγάλος αρχηγός. Όλοι πίστευαν ότι θα διορθωθούν τώρα τα πάντα, ότι θα τραβήξουμε άλλη πορεία. Σε λίγες μέρες γίνεται η 1η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής. Στην ολομέλεια αυτή ο Πλουμπίδης έθεσε θέμα να ενημερώσει το κόμμα ο Ζαχαριάδης πώς ενήργησε όλα αυτά τα χρόνια που ήταν μακριά από την Ελλάδα. Αμέσως υπήρξε αναταραχή στην Κεντρική Επιτροπή. Όλοι φωνάζανε ότι αποτελεί προσβολή προς τον Ζαχαριάδη και τέλειωσε η υπόθεση έτσι, χωρίς να γίνει συζήτηση.

Σε λίγες μέρες ο  Ζαχαριάδης, ο οποίος δεν συγχωρούσε ποτέ ανθρώπους που έπαιρναν θέση αντίθετη από αυτόν, με πρόσχημα την ελάττωση των μελών του Πολιτικού Γραφείου, έβγαλε τον Πλουμπίδη από το Πολιτικό Γραφείο. Παρ όλα αυτά ο Πλουμπίδης έφερνε συχνά στο σπίτι μας τον Ζαχαριάδη κι έτσι τον γνώρισα από κοντά, αρκετές φορές έφαγε μαζί μας. Το 1946  είχε φανεί ότι βαδίζουμε πλέον προς την παρανομία και τη σύγκρουση, και το κόμμα μού ζήτησε να νοικιάσω διάφορα σπίτια για τον παράνομο μηχανισμό. Νοίκιασα στην αρχή μια μικρή μονοκατοικία στη Νέα Ελβετία και στη συνέχεια μου ζήτησαν να νοικιάσω στο κέντρο μια γκαρσονιέρα για να τη χρησιμοποιεί ο Ζαχαριάδης, αλλά να εμφανίζομαι στην γκαρσονιέρα ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι ο νοικάρης είναι κάποιος νεαρός. Σ’ αυτή την γκαρσονιέρα ήρθε δύο ή τρεις φορές ο Ζαχαριάδης την ώρα που ήμουν μέσα.

Ένας από εκείνους που τάχθηκαν ενάντια στην πορεία προς τον εμφύλιο πόλεμο ήταν ο Πλουμπίδης, αρχίζοντας από το Φεβρουάριο του 1946, όταν έγινε η περίφημη 2η Ολομέλεια που στην ουσία αποφάσισε την πορεία προς τον εμφύλιο πόλεμο. Ήταν επίσης  τελείως αντίθετος με την απόφαση του Σεπτεμβρίου του 1947 με την οποία κηρύχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και η οποία έθετε πλέον ως σκοπό του κόμματος την πλήρη κατάληψη της εξουσίας και τη μετατροπή της Ελλάδας σε Σοβιετική Δημοκρατία. Το πόσο αντίθετος ήταν είχα την ευκαιρία να το αντιληφθώ και μόνος μου, γιατί τότε κρατούσα πολύ συχνή επαφή μαζί του, τον έβλεπα μία-δύο φορές το μήνα στην παρανομία που ήταν. Και σαφώς με άφηνε να καταλαβαίνω την ελπίδα που είχε, δηλαδή ότι το αποτέλεσμα της δράσης του Δημοκρατικού Στρατού θα ήταν να φτάσουμε κάποια στιγμή σε ένα συμβιβασμό, με αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Έδειχνε σαφώς ότι δεν πίστευε ότι μπορούμε να νικήσουμε. Ήταν επίσης σαφώς εναντίον της αποχής από τις εκλογές του ’46. Σ’ εμένα είχε πει ότι δεν είναι σωστή απόφαση, αλλά, εφόσον την πήραμε, πρέπει να την ακολουθήσουμε.

Το ’48 γεννήθηκε το παιδί του Πλουμπίδη και της αδελφής μου Ιουλίας, ο Δημήτρης. Το ’49 συνελήφθη η Ιουλία. Ο Πλουμπίδης  ήταν  απελπισμένος Για επαφή τότε χρησιμοποιούσε την Έλλη Παπά και τη γυναίκα μου, την Ελένη Ανδρίτσου, που τότε ήταν μνηστή μου. Εγώ ήμουν εξορία, αλλά η Ελένη ήξερε το σπίτι που έμενε ο Πλουμπίδης και, μόλις έμαθε ότι συνελήφθη η Ιουλία, πάει και επισκέπτεται τον Πλουμπίδη. Έτσι  οργάνωσαν απαγωγή του παιδιού, ώστε να το πάρει η Ελένη και να το πάει στους γονείς μου.

Για αρκετό καιρό  ο Πλουμπίδης δεν είχε στέγη να χρησιμοποιήσει, υπέφερε και, όπως μου έλεγε αργότερα, μερικές μέρες έζησε ουσιαστικά σαν να ήταν μέσα σε έναν τάφο. Πήρε την απόφαση και πήγε στο σπίτι του Ζαμπαθά, και μετά τον Ζαμπαθά τον πήρε η Έλλη η Παπά και τον εγκατέστησε σε ένα άλλο σπίτι στο Παλαιό Φάληρο. Το πώς μπορούσε και άντεχε τόσες κακουχίες με την ασθένειά του είναι απίστευτο. Είχε πολύ μεγάλη δύναμη. Ο άνθρωπος αυτός είχε πάντα ένα γυάλινο κουτάκι, έβηχε,  και έφτυνε μέσα. Δεν μπορούσε να περπατήσει σε ανήφορο· ήταν ολιγαρκής στην τροφή. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα πρώτα χρόνια της Κατοχής τού στέλνανε από τα γύρω χωριά βούτυρο, τυριά και λοιπά. Αντί να τα τρώει αυτός, τα έστελνε σε άλλους συντρόφους, άρρωστους.

Στο μεταξύ, η οικογένεια του Πλουμπίδη περνούσε πολλές δοκιμασίες. Όλοι κυνηγήθηκαν. Η αδερφή του η μία, που ήταν δασκάλα, εξετελέσθη στη Θεσσαλονίκη. Τον αδερφό του τον Γιώργη τον είχαν στείλει εξορία. Το γαμπρό του τον Τούντα εξορία. Η Ιουλία η γυναίκα του στην φυλακή. Όλη η οικογένεια υπέφερε.
 
Στην παρανομία

Ο Πλουμπίδης  θεωρούνταν ένας από τους πιο καλούς συνωμότες. Είχε μεγάλη ευχέρεια να προσεγγίζει τους ανθρώπους, ώστε, όπου και να πήγαινε, γινόταν αμέσως αγαπητός. Προτού πάει σε ένα σπίτι – κι εγώ τον είχα στείλει σε διάφορα παράνομα σπίτια –μάθαινε τα οικογενειακά ζητήματα και όταν πήγαινε, αμέσως άρχιζε να λέει, π.χ.: «Τι κάνει ο γιος σου που σπουδάζει στο τάδε πανεπιστήμιο;» και διάφορα τέτοια και αμέσως τους αφόπλιζε τους ανθρώπους. Αναφέρω μία χαρακτηριστική περίπτωση: στην πολύ δύσκολη περίοδο παρανομίας, του 1948-49, τον πήγαν στο σπίτι ενός συνταγματάρχη. Τόσο πολύ τους προσέγγισε ψυχικά, ώστε σε μια στιγμή ο συνταγματάρχης του λέει: «Εσύ θα πρέπει να είσαι ο Πλουμπίδης». «Ναι», του απάντησε, «είμαι ο Πλουμπίδης».

Το καλοκαίρι του ’50 αρρώστησε από τύφο  και τότε έδωσε εντολή στους ιδιοκτήτες του σπιτιού που κρυβόταν στο Φάληρο, αν πεθάνει – επειδή θα τους συλλάμβαναν αν έβρισκαν το πτώμα του – να το λιώσουν με οξύ μέσα στο μπάνιο.

Μετά τις εκλογές του ’50 ο Ζαχαριάδης έστειλε εδώ τον Μπελογιάννη για να τον αντικαταστήσει, ώστε να φύγει ο Πλουμπίδης στο εξωτερικό. Το ήθελε και ο ίδιος να φύγει έξω. Εκείνη την περίοδο υπήρχαν και προσπάθειες να τον εμφανίσουν  σαν ύποπτο. Συγκεκριμένα, ένα πολύ αμφιλεγόμενο πρόσωπο, ο Σταύρος Κασσιμάτης, εμφάνισε μια περίεργη οργάνωση, το δεύτερο παράνομο κλιμάκιο του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Τι προηγήθηκε; Όπως ξέρω και από την αδερφή μου την Ιουλία, στις αρχές του ’48 ο Πλουμπίδης είχε υποψίες για τον Κασσιμάτη. Του ζήτησε να παραδώσει όλες τις δουλειές τις κομματικές που είχε και να είναι έτοιμος για να φύγει στο βουνό. Εν τω μεταξύ, πριν τον στείλουν στο βουνό, έγινε η σύλληψη Αναστασιάδη. Προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή, χάθηκε η επαφή Πλουμπίδη με τον Κασσιμάτη και ο Κασσιμάτης πήρε την πρωτοβουλία και δημιούργησε αυτό το δεύτερο παράνομο κλιμάκιο του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα άκρως σκοτεινό σημείο.

Ο Κασσιμάτης προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τη Σοβιετική Πρεσβεία, ουσιαστικά για να πάρει την αναγνώριση από τους Σοβιετικούς. Δεν αποκλείω καθόλου η υπόθεση του δεύτερου κλιμακίου να αποτελούσε μια νέα έκδοση της Προσωρινής Διοίκησης του Μανιαδάκη. Ό,τι και να ήταν το δεύτερο κλιμάκιο, είναι βέβαιο πως είχε αρχίσει να στέλνει πληροφορίες ότι ο Πλουμπίδης είναι χαφιές. Ο Κασσιμάτης προσπαθούσε να πείσει τον Μπελογιάννη ότι ο Πλουμπίδης είναι ύποπτος, παρουσιάζοντάς του κάτι σημειώματα. Ο Μπελογιάννης όμως του απάντησε ότι δεν είναι πράγματα αυτά, δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τέτοια πληροφορία κυκλοφόρησαν εδώ στην Αθήνα και στις εκλογές του ’51. Ο Πλουμπίδης, όταν το έμαθε, έστειλε τηλεγράφημα στην ηγεσία του κόμματος, στο εξωτερικό, να εξετάσουν την υπόθεση και να ερωτηθεί ο υπεύθυνος της νεολαίας, δηλαδή ο Κασσιμάτης.

Η αλήθεια γι’ αυτή την υπόθεση είναι ότι και στις εκλογές του 50 και του ’51 ο Πλουμπίδης ακολούθησε δική του τακτική, ακριβώς αντίθετη προς την έξαλλη τακτική που υπεδείκνυε ο Ζαχαριάδης. Δημιούργησε την ΕΔΑ, με πρότυπο το ΕΑΜ και οι εκλογές του ’50 είχαν πολύ ενθαρρυντικό αποτέλεσμα.

Την επιτυχία αυτή τη χαιρέτισε και ο Ζαχαριάδης, αλλά πρόσθεσε ότι έγιναν και μεγάλα λάθη. Κατηγόρησαν τότε τον Πλουμπίδη γιατί δεν υπάκουσε στη θέση του κόμματος που ήθελε υποψήφιους γι’ αυτές τις εκλογές τον Ζαχαριάδη, τον Μπελογιάννη κι άλλους Ουσιαστικά με τέτοιους υποψήφιους  τα ψηφοδέλτια έπαιρναν καθαρό χαρακτήρα Κομμουνιστικού Κόμματος, πράγμα το οποίο δεν το δέχονταν οι άλλοι που συνεργάζονταν μαζί μας. Εκείνος που βασικά αντιτάχθηκε σ’ αυτή τη γραμμή ήταν ο Κύρκος, αλλά και άλλοι πολλοί δήλωσαν ότι δεν τη δέχονταν. Ο Πλουμπίδης  φοβούμενος ότι η γραμμή του κόμματος θα μας οδηγούσε σε νέα απομόνωση, επέμεινε στο σχήμα της ΕΔΑ  και σε λίγα χρόνια απεδείχθη πόσο δίκιο είχε, διότι στις εκλογές του ’57 ή του ’58 η ΕΔΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση.

Το περίφημο γράμμα Πλουμπίδη

Στη συνέχεια συλλαμβάνεται και δικάζεται ο Μπελογιάννης. Και το φθινόπωρο του ’51 ανακαλύπτουν τους ασυρμάτους του ΚΚ>, τους οποίους φαίνεται ότι τους είχαν εντοπίσει με τη βοήθεια των Αμερικανών. Και μεταξύ των άλλων που συλλαμβάνονται τότε είναι και ο Μπάτσης, ο οποίος ήξερε σε ποιο σπίτι μένει ο Πλουμπίδης. Ο Πλουμπίδης φεύγει αμέσως από το κρησφύγετό του και από κει και πέρα αντιμετώπισε πάρα πολύ μεγάλες δυσκολίες. Φρόντισα κι εγώ μια - δυο φορές και του βρήκα προσωρινά ορισμένα σπίτια, αλλά έπρεπε να είναι συνεχώς σε κίνηση.

Όταν καταδικάστηκε δεύτερη φορά ως κατάσκοπος ο Μπελογιάννης, ετίθετο έντονο ζήτημα πώς να σωθεί. Τότε ο Πλουμπίδης, το Μάρτιο του ’52, έγραψε το περίφημο γράμμα του στο οποίο έλεγε ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος του παράνομου μηχανισμού και όχι ο Μπελογιάννης, και υποσχόταν να παρουσιαστεί αν δεν εκτελούνταν η θανατική ποινή που είχε επιδικαστεί στον Μπελογιάννη. Μάλιστα  έβαλε στο γράμμα και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, τα οποία ήταν γνωστά. Το γράμμα το έδωσε στον Ζαμπαθά να το ταχυδρομήσει. Συγχρόνως έστειλε γράμματα προς τις εφημερίδες με την εντολή να ταχυδρομηθούν την επόμενη μέρα, 15 του μηνός.

Την ίδια μέρα, στις 14 που είχε γράψει τα γράμματα, είχε κανονίσει ραντεβού μαζί μου σε σπίτι συγγενικό, όπου μείναμε μαζί δύο μέρες. Τον συνεχάρην βέβαια για τη μεγαλειώδη πράξη στην οποία προέβη και συζητούσαμε αν θα μπορέσει να γλιτώσει ή όχι ο Μπελογιάννης. Εκεί, σε μια στιγμή, μου είπε μια φράση που δεν μπόρεσα να την καταλάβω τότε: «Είναι σκληρό καρύδι ο Πλουμπίδης». Ήξερε ότι εναντίον του υπάρχουν καταγγελίες, ήξερε όλες τις ενέργειες του Κασσιμάτη και άλλων, και είχε δει ότι η ηγεσία στο εξωτερικό δυσαρεστήθηκε επειδή δεν ακολούθησε τη γραμμή Ζαχαριάδη και προφανώς περίμενε ότι θα υπάρξουν και άλλες συνέπειες. Γι’ αυτό είπε τη φράση «Είναι σκληρό καρύδι ο Πλουμπίδης».

Το γράμμα αυτό δημιούργησε αμέσως μια ευφορία, ότι σώζεται ο Μπελογιάννης με μια προσφυγή στον Άρειο Πάγο. Δύο μέρες μετά όμως, ο Ζαχαριάδης διέψευσε το γράμμα ως πλαστό, λέγοντας ότι ο Πλουμπίδης νοσηλεύεται στο εξωτερικό. Στην ουσία έδινε το πράσινο φως για να εκτελεστεί ο Μπελογιάννης. Χρειαζόταν ένα τέτοιο θύμα ο Ζαχαριάδης για πολλούς και ποικίλους λόγους. Και πραγματικά, σε λίγες μέρες ο Μπελογιάννης εκτελέστηκε.

Όταν έγινε η διάψευση από το ράδιο, δεν τον είδα από κοντά, δεν ξέρω την αντίδρασή του. Ξέρω όμως τι έγραφε στην Έλλη σε ένα γράμμα του που έχω δημοσιεύσει στο βιβλίο μου Νίκος Πλουμπίδης - ντοκουμέντα. Στο γράμμα έλεγε ότι προφανώς έχουν πάει στο κόμμα εναντίον του κατηγορίες από ανθρώπους που ή είναι εχθροί δικοί του ή εχθροί του κόμματος και προσπαθούν να δημιουργήσουν αναταραχή και αντιθέσεις. Καλούσε μάλιστα όλους τους φίλους του και τους κομμουνιστές να φροντίσουν να υπάρξει η ενότητα στο κόμμα και να μην αντιδράσουν, οποιαδήποτε κατηγορία και αν εκτοξευθεί εναντίον του από το κόμμα, διότι το κόμμα θα δει κάποτε την αλήθεια.

Από το ’51 μέχρι το ’52 που τον πιάσανε ήταν σε περίοδο μεγάλης καραντίνας από το κόμμα· είναι σαφώς απομονωμένος. Λεφτά δεν είχε καθόλου, φρόντιζα εγώ να του δίνω, γιατί τότε η δουλειά μου είχε αναπτυχθεί αρκετά. Δεν δεχόταν παρά μόνο ελάχιστα, μολονότι δεν είχε χρήματα να κινηθεί. Έκοψε το τσιγάρο για οικονομία, ενώ εγώ του έλεγα: «Μα τέλος πάντων γιατί θα πρέπει να κόψεις το τσιγάρο;». Τον εγκατέστησα σε δύο-τρία σπίτια προχείρως, αλλά πάντα έφευγε, δεν μπορούσε να σταθεί, ήταν σε κακή κατάσταση.

Τα γράμματα από τη φυλακή

Στις 25 Νοεμβρίου του ’52 συλλαμβάνεται. Στις 27 του μηνός ο Ζαχαριάδης αναγγέλλει ότι είναι από 27ετίας χαφιές, πράκτορας του εχθρού στις γραμμές μας. Όταν το ακούσαμε αυτό –μεσημέρι, την ώρα που τρώγαμε–, έγινα έξω φρενών, άρχισα να διαμαρτύρομαι, να φωνάζω…

«Όχι», μου λέει η γυναίκα μου, «περίμενε, να μην εκδηλωθούμε ακόμα, να δούμε πού θα πάνε τα πράγματα». Ο πατέρας μου και η μητέρα μου, τα πεθερικά του, που τον αγαπούσαν πάρα πολύ, πήγαν  αμέσως να τον δουν  στη φυλακή και τον παρηγόρησαν. Ο πατέρας μου, σε γράμμα που είχε αφήσει σ’ εμένα για να το δώσω στον εγγονό του τον Δημήτρη, για να το διαβάσει όταν θα γίνει δεκαπέντε χρονών, γράφει τα εξής για τη συνάντησή του εκείνη:
«Ακούσαμε την καταγγελία, τούτο μας έθλιψε πολύ, διότι μέχρι της στιγμής αυτής δεν είχε ακουστεί τίποτε το κακό εναντίον του παρά μόνον έπαινοι για την κομμουνιστική και κομματική δράση του. Σκεφθήκαμε ότι όταν μάθει τούτο θα λυπηθεί πολύ και τον επισκεφθήκαμε και πάλι στο κρατητήριό του και τον ρωτήσαμε αν άκουσε τι του ψάλλει ο σταθμός και γιατί τον κατηγορούσαν τόσο άσχημα. Μας απάντησε:

» Ναι, τα άκουσα, μου τα είπανε οι αστυνομικοί, αλλά αυτά που λέει ο ραδιοφωνικός σταθμός δεν είναι σωστά, είναι ψέματα, είναι καθαρά συκοφαντία, εγώ ποτέ δεν υπήρξα χαφιές της Ασφάλειας ούτε προβοκάτορας ούτε προδότης. Υπήρξα πάντοτε πιστός και τίμιος αγωνιστής. Υποστηρίζω το κόμμα μου από τότε που έγινα κομμουνιστής,  διετέλεσα εξόριστος, φυλακισμένος, ταλαιπωρημένος και έγινα φυματικός εξ αιτίας αυτών των ταλαιπωριών τας οποίας υπέστην από την αφοσίωσί μου εις την πολιτικήν του κόμματος. Και για την αφοσίωσίν μου αυτήν και τας προς το ΚΚΕ υπηρεσίας μου από απλός κομμουνιστής ανέβηκα εις τα ανώτατα αξιώματα όπως είναι η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ. Με αυτά που σας λέω ποσώς δεν θέλω να παραπονεθώ εναντίον της ηγεσίας του κόμματός μου διότι αυτή εδρεύουσα εκτός Ελλάδος δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει επακριβώς τι συμβαίνει εδώ εις Αθήνας. Ό,τι της ανακοινώνουν από εδώ εκείνα γνωρίζει και εκείνα πιστεύει. Το ζήτημα τώρα το δικό μου, φαίνεται ότι κάποιος εχθρός δικός μου ή κάποιοι, ή από καθαρή έχθρα ή από κακή αντίληψη των πραγμάτων που αφορούν το κόμμα, με κατηγόρησε προς την ηγεσία μου για ζητήματα που δεν τα βάζει ο νους μου οποία τινά μπορεί να είναι. Η δε ηγεσία έχουσα απόλυτον, ως φαίνεται, εμπιστοσύνη σε αυτούς, τα επίστεψε και έκαμε αυτό το σφάλμα να κηλιδώσει αθελήτως τον πιστότερο υπηρέτην του ΚΚΕ. Συνεπώς εγώ δεν έχω ουδέν παράπονο εναντίον της ηγεσίας μου, τας αποφάσεις της οποίας σέβομαι απολύτως οιαδήποτε και αν είναι. Γνωρίζω καλώς ότι μίαν ημέρα είτε εν ζωή όντως εμού, είτε μετά θάνατον, θα ανακαλύψει την αλήθεια και θα μου αποδώσει το δίκαιον. Διότι το ΚΚΕ είναι δίκαιον κόμμα».

Δύο μέρες μετά τον  συνάντησα και εγώ  στην φυλακή. Ήθελα αμέσως να τον ενημερώσω ότι οι δημοσιογράφοι περιμένουν να τον δουν, να τους κάνει αποκαλύψεις. Και έσκυψα, τον φίλησα και του λέω: «Οι δημοσιογράφοι περιμένουν να σε δουν να τους κάνεις αποκαλύψεις». Με κοιτάζει έκπληκτος· δεν ήξερε κάτι τέτοιο. «Εγώ, παιδί μου; Εγώ να κάνω αποκαλύψεις; Εγώ ήμουνα, είμαι και θα είμαι κομμουνιστής. Το κόμμα μου καλά κάνει και σήμερα με κατηγορεί, προφυλασσόμενο από τα χτυπήματα που μπορεί να του κάνει ένας πιθανός εχθρός. Το κόμμα μου θα βρει την αλήθεια και θα με αποκαταστήσει. Εγώ θα έχω εκτελεστεί εν τω μεταξύ με το στίγμα του προδότη». Του λέω τότε: «Μην τα λες τώρα αυτά, όπως ήρθαν τα πράγματα δεν νομίζω να εκτελεστείς». Και μου λέει αμέσως: «Δεν τρέφω αυταπάτες, ούτε εσύ επιτρέπεται να τρέφεις τέτοιες αυταπάτες. Θα εκτελεστώ οπωσδήποτε με το στίγμα του προδότη». Αυτή ήτανε και η τελευταία συζήτησή μας.

Δεν τον ξαναείδα έκτοτε τον Πλουμπίδη αλλά  μπόρεσα, μέσω της μητέρας μου (τον είχανε πάει ως φυματικό στις φυλακές της «Σωτηρίας»), να ανταλλάξω με τον Πλουμπίδη σειρά σημειωμάτων. Μικροσκοπικά σημειώματα τυλιγμένα με σελοτέιπ, τις πιο πολλές φορές τα έβαζε στο στόμα της η μητέρα μου και φιλώντας τον του τα έδινε, άλλες φορές μέσα από το γάντι της με το χέρι της. Έτσι πήρα από τον Πλουμπίδη πλήθος σημαντικότατων σημειωμάτων που έχουν τεράστια αξία για την ιστορία του κόμματος, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια. Μου έδινε συνεχώς την εντολή ότι «αυτά τα γράφω σ’ εσένα, δεν πρέπει να τα μάθει κανείς άλλος, θα τα παραδώσεις υπεύθυνα στο Πολιτικό Γραφείο του κόμματος».

Είναι αλήθεια ότι κάποια στιγμή νόμισε ότι και εγώ αμφιβάλλω γι’ αυτόν. Τότε εγώ του είχα απαντήσει ως εξής: «Ναι, θα πρέπει να αμφιβάλλω, αφού το λέει το κόμμα, αλλά εγώ είμαι απολύτως βέβαιος ποιος είσαι εσύ. Είσαι ο μεγαλύτερος ήρωας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος και ένας από τους μεγαλύτερους στο παγκόσμιο κίνημα». Γιατί ποτέ δεν είχα αμφιβολία καμία.

Η αδερφή μου υπέστη τα πάνδεινα μέσα στη φυλακή από τις συγκρατούμενες της. Την ημέρα που εξετελέσθη, αντί να σπεύσουν να τη συλλυπηθούν διάφορες άλλες συντρόφισσές της, την είχανε βάλει υπηρεσία, να καθαρίζει η ίδια τις τουαλέτες και τα λοιπά. Και τη συλλυπήθηκαν οι γυναίκες-δεσμοφύλακες. Η μόνη που της συμπαραστάθηκε ήταν η Έλλη Παπά και η Κατερίνα Τριανταφυλλίδη, μια πολύ σπουδαία γυναίκα, στο σπίτι της οποίας έμεινε στο Φάληρο αρκετά ο Πλουμπίδης.

Της απαγόρευσαν να χρησιμοποιεί το όνομα Πλουμπίδης, της επέβαλαν να λέγεται Παπαχρήστου, της απαγόρευσαν να την επισκέπτεται ο αδερφός μου ο δικηγόρος, γιατί ήταν δικηγόρος του Πλουμπίδη.  Και κάθε φορά που ο σταθμός απ’ έξω χτυπούσε τον Πλουμπίδη, συζητούσαν αυτές μπροστά της με ύφος για το χαφιέ Πλουμπίδη. Υπέστη όλο αυτό το μαρτύριο, μη θέλοντας να δημιουργήσει ζητήματα. Φυσικά εγώ είχα την επαφή και την ειδοποιούσα για τον Πλουμπίδη και έτσι κρατούσε μια έμμεση επαφή με τον άντρα της. Λένε μερικοί ότι τη φωνάζανε «γυναίκα του χαφιέ». Δεν είναι αλήθεια. Όχι, δεν την απομονώσανε κομματικά. Απλώς μιλούσαν για το χαφιέ Πλουμπίδη και αυτή ήταν υποχρεωμένη να σιωπά, ακριβώς διότι ήταν και η επιθυμία του ίδιου του Πλουμπίδη, ο οποίος της είχε στείλει και γράμμα μάλιστα, μέσω εμού, στο οποίο της ζητούσε να μη στραφεί εναντίον του κόμματος.

Ο ίδιος τώρα, στο διάστημα από την καταγγελία και μετά, δηλαδή περίπου είκοσι μήνες, ήταν απομονωμένος πλήρως. Η μόνη του επαφή ήταν οι γονείς μου και ο αδελφός μου. Έκανε μερικές προσπάθειες να αποκαταστήσει επαφή με τους άλλους συντρόφους μέσα στη φυλακή, χτυπούσε πολλές φορές στον τοίχο του κελιού, ήταν από πάνω οι άλλοι, και ουδεμία απάντηση πήρε. Θέλανε να φανούν πιστοί στο κόμμα και να πιστεύουν ότι είναι χαφιές.
Αυτό το πίστεψαν και πολλοί αγνοί άνθρωποι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον εξαίρετο άνθρωπο, τον Σπύρο τον Κωστάκη τον καπετάν Νέστορα, ο οποίος είχε δεχθεί και αυτός ότι είναι χαφιές ο Πλουμπίδης, και όταν συναντηθήκαμε αργότερα, μου είπε: «Να κοβότανε το χέρι μου όταν έγραψα κι εγώ ότι είναι ο Πλουμπίδης, αυτός ο άγιος άνθρωπος, χαφιές».

Πρωί πρωί, στις 14 του μηνός Αυγούστου που τον εκτελέσανε, ο εφημεριδοπώλης χτυπάει το κουδούνι και μας αφήνει την εφημερίδα. Άλλες φορές τις πετούσε κάτω και δεν τις βλέπαμε. Κατεβαίνω και βλέπω ότι εκτελέστηκε ο Πλουμπίδης. Στέλνω αμέσως τον πατέρα μου και τον αδερφό μου να βρουν σε ποιο νεκροταφείο είναι. Κατόρθωσαν και το βρήκαν το απόγευμα και μας έδωσαν άδεια να κάνουμε εκταφή. Την άλλη μέρα πήγαμε. Εγώ θέλησα να μην έρθουν δημοσιογράφοι, να μην υπάρξει άλλος θόρυβος, παρά μόνον οικογενειακά – η δική μου οικογένεια και οι οικογένειες από τις αδερφές του Πλουμπίδη. Τον είχαν πρόχειρα θαμμένο και σκεπασμένο με μια μεγάλη πέτρα. Τον ξεθάψαμε, είχε τρεις χαριστικές βολές. Ακόμα, λόγω της ζέστης, κινούνταν τα μέλη του. Τον περιποιηθήκαμε, τον βάλαμε σε κανονική κάσα και τον θάψαμε.

Λίγες μέρες μετά, η Ασφάλεια άνοιξε μια τρύπα αρκετά μεγάλη πάνω από τον τάφο για να ελέγχει αν είναι μέσα, μήπως έχουν πάρει τον νεκρό από εκεί. Δεν ξέρω γιατί το έκαναν αυτό. Πάντως, αν η κομματική οργάνωση στην Ελλάδα έβρισκε ότι πράγματι εκτελέστηκε, θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση ο Ζαχαριάδης, ο οποίος ανήγγειλε ότι δεν έχει εκτελεστεί και ότι τρώει τα αργύρια της προδοσίας στην Αμερική. Όταν το άκουσα αυτό από το σταθμό, είπα: «Είναι χαφιέδικο κόμμα, να διαλυθεί. Χαφιέδες είναι αυτοί που τα λένε και να διαλυθούν». Και επενέβη πάλι η γυναίκα μου και μου είπε: «Σταμάτα, πρόσεχε, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, να μην εκτιθέμεθα».

Η Ιουλία, η οποία ειδοποιήθηκε από τους γονείς μου και τον αδελφό μου αμέσως μόλις μάθαμε για την εκτέλεση του, είχε πάρει την απόφαση να σιωπά, με τη συμπαράσταση μόνο της Έλλης Παπά και της Κατερίνας Τριανταφυλλίδη.Λεπτομέρειες για την εκτέλεσή του μάθαμε από το τελευταίο γράμμα που μας έστειλε, το οποίο ξεκινάει με την φράση: «με ξύπνησαν για να με εκτελέσουν». Και όταν έφευγε ήταν στα παράθυρα όλοι οι σύντροφοι του και αυτός τους φώναξε: «Γεια σας, παιδιά, εγώ πάω» και δεν του απάντησε κανένας.

Τα σημειώματα και η «αποκατάσταση»

Επιχείρησα δύο φορές να ειδοποιήσω το Πολιτικό Γραφείο στο εξωτερικό ότι υπάρχουν τα σημειώματα που μου άφησε ο Πλουμπίδης για να τα πάρουν. Μια φορά στη Ρώμη προσπάθησα να έρθω σε επαφή με τον Τολιάτι, αλλά δεν τα κατάφερα.

Δεύτερη φορά το ’56, σε μια εκδρομή στην Πράγα, βρήκα τον Αντρέα τον Τζήμα και του είπα  αν μπορεί να ειδοποιήσει ότι έχω τα σημειώματα και να φροντίσω να τα πάρει μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Δεν ξέρω τι έκανε ο Τζήμας, αλλά μάλλον δεν θα έκανε τίποτα, γιατί δεν είχε καλές σχέσεις με το κόμμα τότε.

Τα σημειώματα αυτά τα παρέδωσα το Δεκέμβριο του 1974 στον Φλωράκη όταν νομιμοποιήθηκε το κόμμα. Πήγαμε μαζί με την αδερφή μου και του τα παρέδωσα. Τελικά τα καταχώνιασαν, τα έκρυψαν. Δεν έκαναν καμία χρήση ουσιαστική των σημειωμάτων, εκτός από ένα-δύο τα οποία έδιναν άφεση αμαρτιών στο κόμμα του Περισσού και ένα για την κινητοποίηση εναντίον της γερμανικής επιστρέτευσης της 5 Μαρτίου του 43  που το έδωσε η αδερφή μου και δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη. Κατά τα λοιπά, πλήρης σιωπή.

Οπότε, όταν έκαναν την ελεεινή πράξη να κάνουν την κηδεία του Ζαχαριάδη, τον οποίο οι ίδιοι είχαν κατηγορήσει ότι είχε κάνει όλα εκείνα, εγώ εξεμάνην. Τους έγραψα ένα γράμμα και μεταξύ άλλων τους έλεγα ότι δεν κάνετε καμία χρήση των σημειωμάτων. Αν συνεχίσετε τη σιωπή, θα τα δημοσιεύσω εγώ. Και πραγματικά τα δημοσίευσαν το 1997 και υπήρξε πολύ μεγάλη απήχηση. Όλος σχεδόν ο Τύπος έγραψε ενθουσιωδώς γι’ αυτά και για τη μεγάλη αξία τους.

Μετά τη διαγραφή του Ζαχαριάδη, στο κόμμα πήραν το πάνω χέρι τα παιδιά του Ζαχαριάδη, όχι τίποτα καινούριοι. Μπορεί μεν να τον διέγραψαν και να τον χτυπήσανε, αλλά στην ουσία ήταν συνένοχοι και οι ίδιοι σε όλα αυτά που τον κατηγορούσαν. Το κόμμα ανέθεσε τότε σε μία επιτροπή να ερευνήσει την υπόθεση Πλουμπίδη. Βγήκε ένα πόρισμα πολύ μεγάλο  το οποίο λέει ότι όλη η ιστορία ήτανε σαφώς σκευωρία εσκεμμένη από τον Ζαχαριάδη. Βεβαίως τον βοήθησε και η ανέντιμη στάση του Κασσιμάτη, ο οποίος μάλιστα δέχτηκε και έγραψε δύο άρθρα που συνέχιζαν την συκοφαντίες.
Νά πώς καταλήγει η επιτροπή:

«Ο λαός δεν πίστεψε ότι ο Πλουμπίδης είναι χαφιές, ότι ψευτοεκτελέστηκε. Πίστεψε και πιστεύει ότι έζησε αγωνίστηκε και πέθανε τίμια και για το συμφέρον του λαού».

«Τα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μελέτη και εξέταση της υπόθεσης Πλουμπίδη είναι:

1) Τα αίτια που προκάλεσαν την κατηγορία και την απόφαση εξόντωσης του Νίκου Πλουμπίδη είναι πολιτικά. Όπως στο το 48 χρειάστηκαν ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Γιώργος Γιαννούλης  για τον αποτυχημένο ελιγμό Βίτσι Καϊμακτσαλάν, ο Γιώργος Γεωργιάδης για τη Νότια Ελλάδα, ο Κώστας Καραγιώργης έτσι και μετά την ήττα μας και συγκεκριμένα στην Ελλάδα χρειάστηκε ένας που να του φορτώσουν τη χρεοκοπία της πολιτικής τους και σαν τέτοιος διαλέχτηκε ο Νίκος Πλουμπίδης.

2) Όλο το κατηγορητήριο της απόφασης του Πολιτικού Γραφείου του Ζαχαριάδη της 25.7.52 που κάτω από αυτό κρύβονταν πολιτικοί λόγοι, κατηγορίες και εξόντωση Νίκου Πλουμπίδη, αποτελεί μια συκοφαντία και εξαπάτηση του κόμματος και του ελληνικού λαού. Η ειδική κατηγορία ότι πρόδωσε τον Νίκο Μπελογιάννη αποτελεί αισχρή εκμετάλλευση του κύρους του σε βάρος του Νίκου Πλουμπίδη και ολόκληρου του κόμματος.

3) Την ειδική ευθύνη για τη συκοφάντηση και εξόντωση του Νίκου Πλουμπίδη τη φέρουν οι Ζαχαριάδης Νικόλαος, Μπαρτσώτας Βασίλης και Βλαντάς Δ.»
Εδώ θα προσθέσω, όπως το γράψαμε και σε ένα υπόμνημα που στείλαμε εγώ και η αδερφή μου η Ιουλία στο 13ο Συνέδριο του κόμματος, ότι ευθύνονται και όλα τα υπόλοιπα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής πλην του Θέου, οι οποίοι δεν αντέδρασαν. Ο μόνος που αντέδρασε σε αυτή την απόφαση ήτανε ο Θέος και, εδώ στην Αθήνα, η Έλλη Παπά.

4) «Σημειώνουμε ότι η στάση του συντρόφου Κασσιμάτη Σταύρου Ορέστη δεν είναι κομματική στην υπόθεση Νίκου Πλουμπίδη. Δούλευε σε όλη την περίοδο στις οργανώσεις Αθήνας-Πειραιά, γνώριζε πρόσωπα και πράγματα και όχι μόνο δεν αντιστάθηκε στην άδικη κατηγορία εναντίον του Νίκου Πλουμπίδη και στην εξαπάτηση του κόμματος, αλλά με δύο άρθρα του στο Νέο συνέτεινε και βοήθησε σε αυτό.

5) Προτείνουμε: να ακυρωθεί η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ της 25.7.52 που διαγράφει τον Νίκο Πλουμπίδη από μέλος του ΚΚΕ.

6) Να αποκατασταθεί ο Νίκος Πλουμπίδης στο ΚΚΕ και στην Κεντρική Επιτροπή».

Και λοιπά και λοιπά. Βάσει αυτού του πορίσματος που φέρει ημερομηνία 23.11.57 , η 9η Ολομέλεια του Κομμουνιστικού Κόμματους του 1958 εξέδωσε μια απόφαση που αποκαθιστά όχι τον Πλουμπίδη αλλά τη μνήμη του Πλουμπίδη.

Πραγματική αποκατάσταση του Πλουμπίδη δεν έγινε από το κόμμα κι ούτε γίνεται, γιατί πραγματική αποκατάσταση, σύμφωνα με το καταστατικό, να πώς γίνεται: λαμβάνεται απόφαση Κεντρικής Επιτροπής για αποκατάσταση και εισηγείται την απόφαση αυτή στο πρώτο Συνέδριο που θα γίνει και η οριστική απόφαση λαμβάνεται από το Συνέδριο.

Στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ, το 1978, η αδερφή μου και εγώ ζητήσαμε με επίσημο έγγραφο να αποκαταστήσει τον Πλουμπίδη. Αντί να κάνουν κάτι, παρασιώπησαν τελείως το θέμα και, για να μας κλείσουν το στόμα, βάλανε την αδερφή μου την Ιουλία στο Προεδρείο του Συνεδρίου. Έκτοτε λένε μερικές φορές τώρα ότι έχει γίνει η αποκατάσταση, εννοώντας την αποκατάσταση της μνήμης, αλλά ούτε να ακούσουν δεν θέλουν για τον Πλουμπίδη.
Χαρακτηριστικό είναι αυτό που μου είπε η αδερφή μου Ιουλία Πλουμπίδη την προηγούμενη μέρα του θανάτου της, το Φεβρουάριο του 1998: «Αυτοί οι άνθρωποι στον Περισσό ούτε να ακούσουν το όνομά του δεν θέλουν». Κι εγώ προσθέτω: παθαίνουν αλλεργία ακούγοντας το όνομα Πλουμπίδης, διότι αυτοί είναι τα παιδιά και η συνέχεια του Ζαχαριάδη, είναι αδιόρθωτα ζαχαριαδικοί και σταλινικοί.

Κάποιες κρίσεις

Ο Πλουμπίδης, παρά τις καταγγελίες εναντίον του, έγραφε ότι ο Ζαχαριάδης είναι ο μεγαλύτερος ηγέτης. Δεν είχε υποπτευθεί ποτέ ούτε ο νους του σκέφτηκε ότι είναι εναντίον του ο Ζαχαριάδης ο ίδιος. Δεν το πίστευε αυτό· νόμιζε ότι άλλοι εχθροί του κόμματος μπόρεσαν να κάνουν αυτό το μεγάλο κακό.

Επίσης λέει στη γυναίκα του να τον αποκηρύξει, για να μην υποστεί οποιοδήποτε κακό η ίδια και το παιδί. Ήταν πιστός κομμουνιστής, πολύ πιστός. Αλλά ήταν ο Έλληνας κομμουνιστής ο οποίος πάλευε για τα καλά του ελληνικού λαού. Γι αυτό ακριβώς ήρθε σε τέτοια αντίθεση με την πολιτική του Ζαχαριάδη αλλά και του κόμματος στη διάρκεια της Κατοχής. Ζητούσε να εφαρμοστεί μια πολιτική που να εξυπηρετεί τον ελληνικό λαό. Αναμφισβήτητα για μένα είναι μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Διότι μια σειρά άλλοι εκτελέστηκαν και στο όνομα του να μην πάθει ζημιά το κόμμα δέχθηκαν ότι είναι χαφιέδες, ενώ αποδεικνύεται ότι οι άνθρωποι δεν ήτανε χαφιέδες. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι, όπως ο Καραγιώργης, δεν είχαν άλλη επιλογή εκεί, στις ανατολικές χώρες που ήτανε. Εκτελέστηκε ο Μπελογιάννης, παρότι τον υποστήριζε ολόκληρη η κοινή γνώμη. Ο Πλουμπίδης μπορούσε ανετότατα να μην εκτελεστεί, λέγοντας μόνο ότι αυτή η κατηγορία είναι συκοφαντία. Τίποτε άλλο. Αλλά δεν δέχθηκε να βάλει διαιτητές τους στρατοδίκες στις εσωτερικές υποθέσεις του κόμματος. «Ναι, το κόμμα μου καλά κάνει και με κατηγορεί, προφυλασσόμενο από έναν πιθανό εχθρό. Θα βρει την αλήθεια και θα με αποκαταστήσει».

Είναι μία πολύ μεγάλη φυσιογνωμία. Στο παγκόσμιο κίνημα δεν έχει εμφανιστεί άλλο τέτοιο φαινόμενο· είναι το μοναδικό στο παγκόσμιο κίνημα.

Και δύο γράμματα

Πρώτο το γράμμα που γράφτηκε τα Χριστούγεννα του ’52 και έφτασε στα χέρια μου το Μάρτιο του ’53.

«Αγαπητέ μου μικρέ, σήμερα είναι Χριστούγεννα, βρίσκομαι ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο (…) [;;;]. Αυτό που επείγει δεν είναι η ανασκευή της κατηγορίας, αυτό θα το κάνει το κόμμα αργότερα, αλλά η διαφύλαξη της ενότητας του κόμματος και η εμπιστοσύνη στην ηγεσία του κόμματος. Η ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ  δεν οφείλεται σε προσωπικούς λόγους, αλλά στη φροντίδα της Κεντρικής Επιτροπής να προφυλάξει το κόμμα από έναν υποτιθέμενο σοβαρό εχθρό. Η ανακοίνωση είναι έκφραση των υπαρχόντων ερωτηματικών που γεννήθηκαν στην Κεντρική Επιτροπή από ενδείξεις και από γνώμες μου πάνω σε σοβαρά προβλήματα. Η ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ οσοδήποτε οδυνηρή είναι για μένα και έτσι όπως είναι, πάλι είναι ΣΕΒΑΣΤΗ. Εκείνοι που με αγαπούν και με σέβονται οφείλουν να πειθαρχήσουν στο κόμμα, να διαφυλάξουν την ενότητα του κόμματος και να έχουν εμπιστοσύνη στην ηγεσία. Και να είναι βέβαιοι ότι το κόμμα θα τα ελέγξει τα πράγματα, θα αναγνωρίσει τα λάθη του και θα αποκαταστήσει την αλήθεια, ανεξάρτητα αν εγώ στο μεταξύ θα έχω πεθάνει κάτω από το στίγμα του προδότη. Εκείνοι που λένε ότι πρέπει να υπερασπίσω την τιμή μου και να μιλήσω είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν, κάνουν αντικομματική δουλειά. Παίζουν το παιχνίδι της Ασφάλειας που έθετε στη διάθεσή μου όλα τα μέσα αν ήθελα να μιλήσω. Τιμή μου εγώ έχω πάνω απ’ όλα την τιμή του κόμματος. Εγώ εκείνα που δίδασκα τα εφάρμοζα πρώτος εγώ. Ήμουν πιστός στο κόμμα τότε που με περιέβαλε με τη στοργή του και με ανέβαζε στα ανώτατα αξιώματά του, είμαι πιστός τώρα που καλά ή κακά, δίκαια ή άδικα με κατηγορεί και με στιγματίζει. Θα παραμείνω για πάντα πιστός και θα πεθάνω κομμουνιστής. Μην παρασύρεστε από το συναίσθημα, μη γίνετε πιόνια στα χέρια του εχθρού. Η προσωποποίηση του κόμματος είναι η ηγεσία του. Καθένας που στρέφεται ενάντια της ηγεσίας, στρέφεται ενάντια στο κόμμα και κάνει τη δουλειά της Ασφάλειας. Όποιος μιλάει ενάντια στην ηγεσία του κόμματος ή είναι χαφιές ή άρχισε να γλιστράει και θα γίνει χαφιές στα σίγουρα. Μέσα από τα σίδερα της φυλακής και από το κρεβάτι του θανάτου εκφράζω την απόλυτη εκτίμησή μου και την απεριόριστη εμπιστοσύνη μου ….. Κρατιέμαι με τα δόντια στη ζωή για να δώσω ακόμα δυο μάχες, τη μάχη της δίκης και τη μάχη του εκτελεστικού αποσπάσματος. Τελειώνω και σας φιλώ όλους. Θα προφτάσω; Θα με αφήσουν;» 

 Άλλο γράμμα, πιο συγκλονιστικό, γραμμένο το Γενάρη του ’54. Μερικά σημεία του λένε:

«Το εννιάμηνο από Νοέμβρη ’52 μέχρι Ιούνη ’53 ήταν το πιο φρικτό διάστημα της ζωής μου. Η σύλληψή μου δεν μου κόστισε, την περίμενα, ήταν αναπόφευκτη, αφού δεν είχα λεφτά ούτε οργάνωση για να στηριχθώ. Όταν στην Ασφάλεια διάβαζα την ανακοίνωση του ΚΚΕ ο Ρακιντζής και οι άλλοι πρόσεχαν τις ψυχικές εκδηλώσεις μου και ρωτούσαν εσύ τι λες, τι απαντάς; Για μια στιγμή είπα μου κάνει κατάπληξη. Αμέσως όμως συνέχισα, για να το λένε, κάτι θα έχουν...

…Έβλεπα ότι ο θάνατος ερχόταν και τότε ένιωσα μεγάλο παράπονο, μεγάλη πίκρα. Όχι γιατί θα πέθαινα, αλλά γιατί θα πέθαινα ατιμασμένος ΑΔΙΚΑ, γιατί θα πέθαινα αναπολόγητος. Σε αυτή τη στιγμή η ψυχή μου του αγωνιστή του κομμουνιστή ορθώθηκε, φώναξε ΟΧΙ δεν θα πεθάνω πριν δώσω τη μάχη του στρατοδικείου, πριν να υπερασπίσω το κόμμα μου, πριν απολογηθώ. Τσιμπιόμουνα για να δω αν υπάρχει ζωή ακόμα και για να ερεθίσω το παλιόκορμο να αντιδράσει. Πάλεψα σκληρά, απάνθρωπα. Σιγά σιγά δυνάμωνα και το μυαλό και το κορμί και ετοιμαζόμουν για τη μάχη. Οι μέρες και οι πιο πολλές νύχτες ήταν τρομερές. Η κατάσταση ήταν δραματική και καταθλιπτική. Ξέρεις τι θα πει να τα έχεις δώσει όλα στο κόμμα σου; Ανέλυα όλες μου τις πράξεις, λάθη βρήκα, μα ψεγάδι κομματικό κανένα. Το Πολιτικό Γραφείο ασφαλώς είχε ενδείξεις εναντίον μου, είχα  παραβιάσει ρητές εντολές του που εξεταζόμενες γενικά και αόριστα είναι ενδείξεις όχι μόνο υπόπτου, αλλά ενδείξεις χαφιέ ή τουλάχιστον χαλασμένου. Ήμουν και είμαι αποφασισμένος να πεθάνει ο Πλουμπίδης ατιμασμένος αλλά θα πεθάνει σαν ανώτατο στέλεχος του κόμματος κρατώντας στον τάφο ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ.

Περίμενα με αγωνία και με χαρά τη δίκη. Από τη δίκη πήρα διπλή ικανοποίηση. Πρώτον, είδα για πρώτη φορά ίσως και για τελευταία το αγαπημένο μου παιδί. Το γνώρισα αμέσως, ήταν όπως το έβλεπα με το μυαλό μου. Σωστό παλικάρι. Θέλησα να το φιλήσω, να το χαϊδέψω, μα τα μάτια των δημοσιογράφων και του κόσμου και οι μηχανές των φωτορεπόρτερ πρόσεχαν για να σχολιάσουν και να απαθανατίσουν κάθε ψυχική εκδήλωση του αρχικομμουνιστή αρχικακούργου. Έπνιξα τη θύελλα που φούσκωνε μέσα μου, άναψα τσιγάρο για να κρύψω το βούρκωμα των ματιών μου, συγκρατήθηκα, έμεινα ψύχραιμος, γελαστός. Δεν φίλησα το γιο μου ούτε και τον χάιδεψα. Φοβήθηκα μήπως δεν μπορέσω να συγκρατηθώ. Τον χτύπησα λίγο στην πλάτη και τον έδιωξα γρήγορα. Εκείνη την ημέρα έχασα το κέφι μου ακόμα και τη διαύγεια του μυαλού μου τόσο που δεν καταλάβαινα τους μάρτυρες και δεν έκανα σχεδόν ερωτήσεις. Στο μυαλό κυριαρχούσε η εικόνα του παιδιού μου που δεν θα το ξανάβλεπα, που δεν θα το χάιδευα ποτέ».

Και στο τέλος του γράμματος λέει:

«Τώρα είμαι γαλήνιος, περιμένω το θάνατο ήρεμα. Την αποστολή μου στον κόσμο την εξετέλεσα. Στο κόμμα μου δεν μπορώ να προσφέρω τίποτα πια, ούτε περιμένω αποκατάσταση όσο ζω. Στους αγαπημένους μου δεν έχω τίποτε άλλο να δώσω, αντίθετα βάρος τούς δίνω. Με αυτό μη νομίζεις ότι θα επιζητήσω το θάνατο. Όχι, γιατί το θεωρώ δειλία ότι δεν θα παλέψω άλλο».

* Η μαρτυρία του Δημοσθένη Παπαχρήστου συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο Πόλεμο και την ελληνική αριστερά» του Στέλιου Κούλογλου, εκδόσεις Εστία

Διαβάστε επίσης:
Σαν σήμερα εκτελέστηκε ο Νίκος Πλουμπίδης