Αντίθετα με τους περισσότερους σύγχρονούς του ο Leo Bretholz δεν έχει χαραγμένο πάνω του το μπλε τατουάζ με τον αριθμό των στρατοπέδων θανάτου. Ήταν ένας από τους ελάχιστους που κατάφεραν να ξεφύγουν από τους ναζιστικούς θαλάμους αερίων όταν τόλμησε να πηδήξει από το τρένο που τον μετέφερε μαζί με χιλιάδες Εβραίους στο Άουσβιτς.

Ένας κουβάς με περιττώματα τον βοήθησε να πηδήξει. Βρισκόταν στη μέση του δαπέδου σε ένα κατάμεστο και βρόμικο βαγόνι που μετέφερε βοοειδή. Τη νύχτα της 5ης Νοέμβρη 1943, ο Bretholz, τότε μόλις 21 ετών και ο φίλος του Manfred Silberstein προσπαθούσαν για ώρα να περάσουν ανάμεσα από τα σίδερα ενός μικρού παράθυρου στη μία πλευρά του οχήματος. Χρησιμοποίησαν ένα πουλόβερ για αυτοσχέδιο σκοινί. Ο ένας από τους δυο πρότεινε να τον βουτήξουν στον κουβά για να ενισχύουν τον κόμπο που έκαναν στις σιδερένιες μπάρες.

«Πάλεψα για να ξεπεράσω το αίσθημα ναυτίας» θυμάται ο Bretholz. «Ένιωσα ταπεινωμένος. Ήταν το πιο αηδιαστικό πράγμα που είχα κάνει ποτέ». Ωστόσο, τα κατάφερε. Οι δυο νέοι άντρες κατάφεραν να ανοίξουν αρκετά τα κάγκελα ώστε να καταφέρουν να περάσουν. Σκαρφαλωμένοι έξω από το βαγόνι των βοοειδών, προσπαθούσαν να περάσουν απαρατήρητοι από τους φρουρούς. Όταν σε κάποια στιγμή το τρένο βρέθηκε να στρίβει κατάφεραν να πηδήξουν.

Δραπέτευσαν και κατάφεραν να επιβιώσουν. Ο Leo Bretholz κρυβόταν από τους ναζί σε όλη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Πέθανε στην Αμερική τον Απρίλιο του 2014 σε ηλικία 93 ετών. Ο θάνατός του συνέπεσε με την νέα ιστορική έκθεση που δημοσιεύτηκε στη Γερμανία η οποία έφερε στο φως τις ιστορίες των περίπου 764 ανθρώπων που κατάφεραν να ξεφύγουν από το Ολοκαύτωμα πραγματοποιώντας ένα άλμα προς την ελευθερία. Πηδώντας δηλαδή από τα ναζιστικά τρένα που τους μετέφεραν στα στρατόπεδα θανάτου.

Η Tanja von Fransecky, ιστορικός, πέρασε τέσσερα χρόνια κάνοντας συνεντεύξεις και έρευνα στα αρχεία του Ισραήλ αλλά και όλης της Ευρώπης για τη μελέτη της με τίτλο: «Οι αποδράσεις των Εβραίων από τα τρένα της απέλασης». Η ίδια παραδέχεται ότι την εξέπληξε ο αριθμός των ατόμων που κατάφεραν να ξεφύγουν από το Ολοκαύτωμα με αυτόν τον τρόπο. «Έμεινα έκπληκτη που συνέβη κάτι τέτοιο» λέει στον Independent. «Είχα πάντα την εντύπωση ότι τα βαγόνια γέμισαν πριν την αναχώρηση και σφραγίστηκαν. Κατόπιν άνοιξαν κατά την άφιξη και τίποτα δε συνέβη στο μεταξύ».

Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Υπήρξαν δραματικές, αγωνιώδεις και φρικτές σκηνές καθώς επίδοξοι δραπέτες πάλευαν για να ξεφύγουν από τα κινούμενα τρένα. Συχνά είχαν να αντιμετωπίσουν τις οργισμένες επικρίσεις των φοβισμένων συνεπιβατών τους. «Δεν τους είχαν πει ότι θα τους πυροβολήσουν αν κάποιος δραπέτευε;» και «ποιος θα φρόντιζε τους γέρους, τους άρρωστους και τα μικρά παιδιά;». Αυτές ήταν σύμφωνα με την Fransecky οι ερωτήσεις τους.

Όπως σημειώνει η ιστορικός οι δραπέτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα βαθύ ηθικό δίλημμα ειδικά στην περίπτωση που θα άφηναν κάποιον πίσω. «Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους αρκετοί επιζώντες παρέμειναν σιωπηλοί για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο» τονίζει.

Ο Simon Gronowski, 82 ετών δεν μίλησε για την απόδρασή του για περίπου 60 χρόνια. Όταν ήταν 11 χρονών βρέθηκε κρατούμενος σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο κοντά στην Αμβέρσα στο Βέλγιο. Ο πατέρας του είχε καταφέρει να ξεφύγει από τη Γκεστάπο και ήλπιζε να τον συναντήσει. Είχε ακούσει για ανθρώπους που πήδηξαν από τα τρένα και χρησιμοποίησε την κουκέτα του για να κάνει πρακτική στα άλματα.

Η ευκαιρία του δόθηκε το Μάρτιο του 1943, καθώς ο ίδιος και η μητέρα του βρέθηκαν σε ένα τρένο που πήγαινε στο Άουσβιτς. Ενθαρρυμένοι από την επιδρομή αντιστασιακών που κατάφεραν να ελευθερώσουν 17 Εβραίους από το τρένο, μια ομάδα ανδρών στο βαγόνι που βρισκόταν ο Gronowski κατάφερε να ανοίξει την πόρτα. Καθώς το τρένο επιτάχυνε, δίστασε, αλλά στη συνέχεια πήδηξε. Τα τελευταία λόγια της μητέρας του ήταν: «Το τρένο πηγαίνει πάρα πολύ γρήγορα». Τελικά εκείνη δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς.

Ο Simon Gronowski πήδηξε. Άλλοι, όπως ο 25χρονος Willy Berler δεν το έκαναν. Φυλακισμένος σε ένα τρένο με προορισμό το Άουσβιτς ο Berler ήταν μέρος μιας ομάδας έξι νεαρών ανδρών κρατούμενων που κατάφεραν να ανοίξουν ένα παράθυρο και να δραπετεύσουν ο ένας μετά τον άλλο.

«Αγωνιούσα καθώς έβλεπα το συγκρατούμενο μου να ανεβαίνει στο παράθυρο. Έσκυψα όταν πήδηξε και είδα ότι δεν τα κατάφερε. Ήταν ένα φρικτό θέαμα. Πιάστηκε ανάμεσα σε δυο βαγόνια και συνεθλίβει» αφηγήθηκε ο Berler λέγοντας πάντως ότι αν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι τον περίμενε στο Άουσβιτς θα είχε πηδήξει. Σε αντίθεση με χιλιάδες ανθρώπους επιβίωσε στο Άουσβιτς. Εκεί έχασε όμως την αδελφή του. Χρόνια μετά συνάντησε τον ένοπλο φρουρό που τον ανάγκασε να ανέβει στο τρένο. Εκείνος τον ικέτευσε για συγχώρεση. «Κλαίγαμε ο ένας την αγκαλιά του άλλου. Η ζωή μου ήταν γεμάτη από θαύματα» λέει πια ο Gronowski.