Με αφορμή την επέτειο του κινήματος στο Ναυτικό και της απόδρασης του αντιτορπιλικού «Βέλος», το Tvxs παρουσιάζει αποκαλυπτικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών της υπόθεσης, που αποσταθεροποίησε τη χούντα της 21ης Απριλίου και συγκλόνισε τον κόσμο. Οι μαρτυρίες δημοσιεύονται στο βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση», που μόλις κυκλοφόρησε. 

… Το σχέδιο προέβλεπε ότι ο κύριος κορμός των πλοίων θα συγκεντρωνόντουσαν, σε μία δεδομένη στιγμή, νοτίως των Φλεβών. Όσα πλοία ήσαν σε διασπορά ή σε άλλες αποστολές, θα κατέπλεαν σε διάφορα λιμάνια και θα γινόταν αποκλεισμός του λιμένος του Πειραιώς καθώς και ορισμένων σημείων των εθνικών οδών. Θα μου πείτε, πως γίνεται αυτό; Με τα πυροβόλα γίνεται. Και ο κύριος όγκος θα εξασφάλιζε τη νήσο Σύρο όπου εκεί είχε φίλους ο ήδη απόστρατος Μουστακλής ο οποίος θα γινόταν στρατιωτικός διοικητής. Η Σύρος προσφερόταν και από πλευράς διοικητικής μέριμνας του Ναυτικού. Ο σκοπός ήταν να κληθούνε οι πολιτικοί να σχηματίσουνε μία Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Ο σχεδιασμός δεν έγινε από πολιτικούς ούτε από κόμματα. Έγινε καθαρά από αξιωματικούς του Ναυτικού, με σκοπό και μόνο την επαναφορά της δημοκρατικής τάξης στην χώρα. Δεν είχαμε καμία βλέψη να αντικαταστήσουμε τον Παπαδόπουλο και τη λοιπή συντροφία.

(Από την μαρτυρία του αντιναύαρχου Κ. Δημητηριάδη)

… Την προηγούμενη ημέρα, είχαμε επισκεφθεί τον Δήμαρχο του Ηρακλείου που όπως φαίνεται ήταν χουντικός, τον είχε τοποθετήσει στο αξίωμα ο Παπαδόπουλος. Ανεβαίνοντας, λοιπόν, τη σκάλα του δημαρχείου, βλέπουμε δίπλα στον Μέγα Αλέξανδρο μια φωτογραφία του Παπαδόπουλου, και γυρνάω και του λέω εγώ στα αγγλικά: «Κοίταξε που έχει καταντήσει η Ελλάδα, να έχουμε τον Παπαδόπουλο δίπλα στον Μέγα Αλέξανδρο!». Έτσι, αυτός κάτι είχε ψυλλιαστεί κι όταν εγώ του έδωσα το σήμα, μου απάντησε: «good luck, Nick» [καλή τύχη, Νίκο]. 

Ευτυχώς όμως τότε, κατά τύχη αντελήφθην ότι το ΝΑΤΟ θα το κουκούλωνε το σήμα,(ότι κατέφυγε το «Βέλος» στην Ιταλία - ΣΣ) θα προσπαθούσε να μην διαρρεύσει. Φτάνοντας, λοιπόν, στη Ρώμη, βγάζω έξω τους τρεις Σημαιοφόρους, τον Γκορτζή, τον Στράτο και τον Ματαράγκα. Ήξερα πως είναι το αεροδρόμιο Φιουμιτσίνο γιατί είχα υπηρετήσει εκεί σε ένα σχολείο του ΝΑΤΟ, και τους λέω «θα βγείτε εκεί στο μόλο, θα πηδήξετε έξω από τη βάρκα και θα πάτε στο Φιουμιτσίνο. Έχει τηλέφωνα και θα πάρετε το Associated Press και θα δώσετε την είδηση ότι ένα ελληνικό πλοίο κατέφυγε στην Ιταλία». Πήγαν εκεί, άρχισε να τους κυνηγάει η αστυνομία και το Λιμεναρχείο, αλλά αυτοί ήτανε «αετοί» κι έτσι δεν έπαθαν τίποτα.

(Από την μαρτυρία του Ν. Παππά, τότε κυβερνήτη του «Βέλους»)

… Μας μίλησε για την κατάσταση που υπήρχε στην Ελλάδα, γιατί είναι βέβαιο ότι ανάμεσα στους διακόσιους εβδομήντα ανθρώπους ήταν και κάποιοι που εθελοτυφλούσαν, είτε που πραγματικά δεν γνώριζαν. Γενικώς, όμως, επικράτησε ένας ενθουσιασμός που ειλικρινά δεν μπορώ να τον περιγράψω. Το πλήρωμα ζητωκραύγαζε.  Εκείνη τη στιγμή διακόσιοι εβδομήντα δύο άνθρωποι - έχω μια επιφύλαξη για δύο ανθρώπους, δεν το λέω τυχαία το νούμερο- θέλαμε να ακολουθήσουμε τον Νίκο Παππά. 

… Κατεβήκαμε, βεβαίως, παράνομα, με τον ενθουσιασμό των είκοσι τριών μας χρόνων. Όταν βγήκαμε έξω, η γνώση της ιταλικής γλώσσας περιοριζόταν στο uno, due, prego και café. Θέλαμε λοιπόν να πάμε να πάρουμε τηλέφωνο, όμως ήταν πολύ δύσκολο τότε το υπεραστικό τηλεφώνημα από εκεί. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο Φιουμιτσίνο όπου επιδείξαμε τις στρατιωτικές μας ταυτότητες. Μιλάμε για τρέλα δηλαδή. Ήταν βέβαια και οι Ιταλοί ολίγον ελαφρόμυαλοι, ενδεχομένως πιο πολύ από μας, μας βάλανε μέσα εις το τράνζιτο όπου θα μπορούσαμε να πάρουμε πιο εύκολα υπεραστικό τηλέφωνο. Κι αυτό κάναμε.

(Από την μαρτυρία του Γ. Στράτου, που υπηρετούσε ως σημαιοφόρος στο «Βέλος»)

… Ο Σπύρος (Μουστακλής - ΣΣ) συλλαμβάνεται στις 22 του Μάη και εγώ την 31η του Μάη. Τον έχουνε σακατεμένο, είναι παράλυτος από τις πρώτες μέρες, χτύπημα και απόφραξη της καρωτίδας. Με υποδέχονται στην ΕΣΑ, Σπανός, Χατζηζήσης και μου λένε, Μιχάλη θα μας πεις για την ανταρσία του Ναυτικού. Λέω εγώ από τον κινηματογράφο ξέρω για την ανταρσία. Είχα δει ένα έργο, «Ανταρσία στο Ναυτικό». Τους λέω δεν με αφήνετε ήσυχο; Έχετε κανένα κρεβάτι; Λέει ο Σπανός, βάλτε τον στο μηδέν και ξέρετε εσείς.

Με βάζουν σε ένα κελί χωρίς κρεβάτι με ένα τραπέζι χωρίς καρέκλα με μολύβι και χαρτιά επάνω. Μετρώ το κελί εγώ με τα πόδια, δεν γράφω τίποτα. Κάθε τόσο μπαίνουν μέσα, «δεν έγραψες;». Λέω ούτε και πρόκειται να γράψω διότι δεν ξέρω. Και αρχίζει ο ξυλοδαρμός με ουρλιαχτά και με δέκα τρατζίστορ από εδώ και από εκεί στην διαπασών. Αυτό, το πρώτο βράδυ.

Κοιμάμαι χάμω, ζέστη, μπαίνει ο Ιούνης, η επόμενη μέρα είναι 1η Ιουνίου. Με στήνουν όρθιο, φτιάχνουνε ένα κύκλο με κιμωλία, κάτω. Και με δυο εσατζίδες με τα γκλοπς, εγώ όρθιος, όταν κουραζόμουν και πήγαινα να σκύψω, πέφτανε ένα εκατομμύριο γκλοπιές πάνω στους γλουτούς, πάνω στα χέρια, στους βραχίονες.

(Από τη μαρτυρία του αξιωματικού Μ. Βαρδάνη)