H NoViolet Bulawayo είναι συγγραφέας από την Ζιμπάμπουε. Το βιβλίο της «Χρειαζόμαστε καινούργια Ονόματα» που κυκλοφόρησε το 2013 είχε προταθεί για το διακεκριμένο αγγλικό λογοτεχνικό βραβείο Booker. Το σχετικά σύντομο αυτό βιβλίο περιγράφει με μοναδικό τρόπο, με συναίσθημα, πολύ πόνο αλλά και χιούμορ, σε πρώτο πρόσωπο, την εμπειρία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς. Όταν το διάβαζα το μυαλό μου, φυσικά, πήγαινε συνέχεια σε όλους εκείνους τους αλλοδαπούς πρόσφυγες και μετανάστες που ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή ή έστω κάποια λιγοστή ελπίδα είτε πνίγηκαν στην Λαμπεντούζα, στο Φαρμακονήσι και αλλού, είτε ποδοπατήθηκαν από ρατσιστές και τραμπούκους του επίσημου κράτους αλλά και από φασιστικές οργανώσεις, απλούς «αγανακτισμένους» πολίτες ποτισμένους με μίσος και ξενοφοβία, απελάθηκαν, φυλακίστηκαν, κλείστηκαν σε στρατόπεδα, δολοφονήθηκαν στυγερά... Η Μαρία Τριαντοπούλου γράφει τη σκέψη της ημέρας

 
Αποφάσισα λοιπόν να μεταφράσω ένα σύντομο κεφάλαιο από το βιβλίο αυτό και να το αφιερώσω εξαιρετικά στον κ. Βαρβιτσιώτη και άλλα στελέχη της κυβέρνησης, στον κ. Πρετεντέρη και αρκετούς συναδέλφους του, στους χρυσαυγίτες και άλλους ακροδεξιούς μισαλλόδοξους συμπολίτες μου, στην κ. Σκορδέλη και τους φίλους της, σε όσους εκμεταλλεύονται τον πόνο και την ανάγκη των μεταναστών είτε για να ανέβουν στην εξουσία είτε για να κερδοσκοπήσουν, στους μητροπολιτάδες εκείνους που θα έπρεπε να ντρέπονται για τα ράσα που φοράνε, σε κάποιους ΜΑΤάδες αλλά και σε ορισμένους δήθεν λόγιους διανοούμενους θεωρητικούς του ρατσισμού και σε πολλούς ακόμα που δεν χωράει να αναφερθούν εδώ...
 
«Κοιτάξτε τα τέκνα της πατρίδας που φεύγουν σε ορδές, δέστε τα απλά πως φεύγουν σε ορδές. Όσοι δεν έχουν τίποτα διασχίζουν σύνορα. Όσοι έχουν δύναμη διασχίζουν σύνορα. Όσοι έχουν φιλοδοξίες διασχίζουν σύνορα. Όσοι έχουν ελπίδα διασχίζουν σύνορα. Όσοι έχουν χάσει διασχίζουν σύνορα. Όσοι πονάνε διασχίζουν σύνορα. Κινούνται, τρέχουν, μεταναστεύουν, πηγαίνουν, εγκαταλείπουν, περπατούν, παραιτούνται, πετάνε, το σκάνε- πάνε παντού, σε τόπους κοντινούς και μακρινούς, σε χώρες που δεν έχουν ξανακούσει, σε χώρες που ούτε το όνομα τους δεν μπορούν να προφέρουν. Φεύγουν σε ορδές...
 
...Όταν τα πράγματα κατερρέουν, τα τέκνα της πατρίδας σκορπάνε και διασπείρονται για να δραπετεύσουν από τον ουρανό που καίγεται. Φεύγουν τρέχοντας από την αθλιότητα του δικού τους τόπου για να μπορέσουν να καταπραϋνουν την πείνα τους σε χώρες ξένες, για να σκουπίσουν τα δάκρυα τους σε χώρες άγνωστες, για να τυλίξουν τις πληγές της απελπισίας τους σε χώρες μακρινές, για να μουρμουρίσουν τις φουσκαλιασμένες προσευχές τους την νύχτα σε χώρες αλλόκοτες.
 
Κοιτάξτε τα τέκνα της πατρίδας πως φεύγουν σε ορδές, αφήνοντας τη γη τους με ματωμένες πληγές στα κορμιά τους και τρόμο στα πρόσωπά τους και αίμα στις καρδιές τους και πείνα στα στομάχια τους και πόνο στα βήματά τους. Αφήνοντας πίσω τις μανάδες και τους πατεράδες και τα παιδιά τους, αφήνοντας τους ομφάλιους λώρους τους θαμμένους κάτω από το χώμα, αφήνοντας τα οστά των προγόνων τους μέσα στη γη, αφήνοντας καθετί που τους κάνει αυτό που είναι, φεύγοντας και αφήνοντας γιατί δεν είναι πια δυνατό να μείνουν. Δεν θα είναι πια ποτέ οι ίδιοι γιατί όταν αφήνεις πίσω σου αυτό που είσαι δεν μπορείς ποτέ να είσαι ο ίδιος, απλά δεν μπορεί πότε πια να είσαι ο ίδιος.
 
Κοιτάξτε τους πως φεύγουν σε ορδές παρόλο που ξέρουν ότι δεν θα τους καλοδεχτούν σε αυτές τις άγνωστες χώρες γιατί δεν ανήκουν, παρόλο που ξέρουν ότι θα κάθονται πάντα στο ένα κωλομέρι γιατί δεν πρέπει ποτέ να καθίσουν βολικά μπας και τους αναγκάσουν να σηκωθούν και να φύγουν, παρόλο που ξέρουν ότι θα πρέπει να μιλάνε ψιθυριστά για να μην αφήσουν τις φωνές τους να πνίξουν τις φωνές αυτών που η χώρα τους ανήκει, παρόλο που ξέρουν ότι θα πρέπει να περπατάνε στις μύτες των ποδιών για να μην αφήσουν πατημασιές στον καινούργιο τόπο και οι ντόπιοι νομίσουν ότι διεκδικούν τη γη για κείνους. Κοιτάξτε τους πως φεύγουν σε ορδές, χέρι χέρι με τον χαμό, χαμένοι, κοιτάξτε τους πως φεύγουν σε ορδές...»

 
No Violet Bulawayo (μετάφραση δική μου).