Μακριά από δόγματα και στρατεύσεις, πίσω από μεταμφιεσμένες αλληγορίες ηθικής, οι ταινίες του Ζαν Ρενουάρ πρεσβεύουν τη μία και ακλόνητη πίστη στον άνθρωπο. Μ' ένα ασταμάτητο δέος απέναντι στα μυστήρια της ύπαρξης και της θνητής φύσης. Ο κορυφαίος Γάλλος δημιουργός συνέταξε ένα ευαίσθητο σινεμά, το οποίο αγγίζει τα ύψη της ποίησης. Η «Μεγάλη Χίμαιρα - La grande illusion» και ο «Κανόνας του Παιχνιδιού - The Rules of the Game», τοποθετήθηκαν ανάμεσα στις σημαντικότερες ταινίες του 20ου αιώνα, ενώ φιλμ όπως το «The River» και το «Boudu Saune Des Eaux», αναγορεύτηκαν σε μοντέλα φιλμικού μοντερνισμού. Ο Όρσον Γουέλς θα γράψει χαρακτηριστικά: Ζαν Ρενουάρ - «Ο Σημαντικότερος Όλων Των Σκηνοθετών»!

«Ο «Κανόνας του Παιχνιδιού» μαζί με τον «Πολίτη Κέην» είναι αναμφίβολα τα δύο φιλμ που πυροδότησαν τις καριέρες των περισσοτέρων σκηνοθετών. Αντί να απολαμβάνουμε ένα ολοκληρωμένο προϊόν που παραδίδεται για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας, νιώθουμε πως είμαστε παρόντες στην ίδια τη δημιουργία του φιλμ, σχεδόν νομίζουμε πως βλέπουμε τον Ρενουάρ να οργανώνει τα πάντα ενώ συγχρόνως παρακολουθούμε την προβολή. Για μια στιγμή σκεφτόμαστε: «Θα περάσω και αύριο να δω αν όλα εξελιχθούν με τον ίδιο τρόπο». Κι αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε να περάσουμε μερικές από τις καλύτερες βραδιές μας βλέποντας τις ταινίες του.» - Φρανσουά Τρυφώ

Ζαν Ρενουάρ / Jean Renoir
(15 Σεπτεμβρίου 1894 - 12 Φεβρουαρίου 1979)

Για τον γεννημένο στις 15 Σεπτεμβρίου του 1894, Ζαν Ρενουάρ, γιο του σπουδαίου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Πιερ Ωγκύστ Ρενουάρ (Pierre Auguste Renouar), καθοριστικό ρόλο στα πρώτα του βήματα, διαδραμάτισε η πανέμορφη Αντρέ Χόεσλινγκ. Μία νεαρή πρόσφυγας από την Αλσατία, η οποία πόζαρε ως μοντέλο για τον πατέρα του, προτού γίνει σύζυγος του και λίγο αργότερα, μητέρα του γιου τους. Ο σκηνοθέτης λοιπόν, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη σύζυγό του, ως πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του, αλλάζοντας το όνομά της στο πιο εύηχο Catherine Hessling και γράφοντας ειδικά γι’ αυτήν το ντεμπούτο του “Catherine” το 1924, όπως και το “La Fille De L’ Eau” (Whirlpool of Fate - 1925).

Ακολούθησε το 1926 η ταινία του “Nana”, ακριβή διασκευή στο μυθιστόρημα του Émile Zola, η οποία και θεωρείται ως η πιο σημαντική δημιουργία, της βωβής περιόδου του. Στη συνέχεια ο σκηνοθέτης πειραματίζεται με δουλειές μικρού μήκους, όπως το ονειρικό “Κοριτσάκι Με Τα Σπίρτα” του 1928. Με το σταδιακό πέρας της εποχής του βωβού, ο Ρενουάρ βρίσκει οικονομική στήριξη και γίνεται εφικτή η πρώτη ομιλούσα ταινία του το 1931, πρόκειται για το “On Purge Bebe”, στο οποίο ο Γάλλος δημιουργός εξερευνά την άγνωστη ακόμη τεχνολογία του ήχου.

Με την ταινία “Η Σκύλα” (φωτογραφία) του 1931, εγκαινιάζεται η λεγόμενη πρώτη γαλλική περίοδος, η οποία όμως ξεκινά με δύο πολύ σημαντικά προβλήματα. Από τη μια, η υποχρεωτική αντικατάσταση της συζύγου του με μια άλλη ηθοποιό - γεγονός που επιφέρει ανεπανόρθωτο πλήγμα στην ήδη προβληματική σχέση του ζευγαριού - και παράλληλα η απόφαση των παραγωγών να αλλάξουν το τελικό μοντάζ, προκειμένου να απαλύνουν σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, τις πιο τολμηρές πτυχές του φιλμ. Ο Ρενουάρ ωστόσο, καταφέρνει να διατηρήσει τον καλλιτεχνικό έλεγχο, σε μια ταινία την οποία θα ξαναγύριζε ο Φριτς Λανγκ μια δεκαετία αργότερα.

Διαβάστε επίσης:
«Η Σκύλα» - Υπέροχο δείγμα γραφής του σπουδαίου Ζαν Ρενουάρ

Το ατμοσφαιρικό “La Nuit Du Carrefour” του 1932 - η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά αστυνομικού μυθιστορήματος του Georges Simenon στην μεγάλη οθόνη κερδίζει τον θαυμασμό του συγγραφέα, ενώ με το απαράμιλλα ειρωνικό “Boudu Sauve Des Eaux” της ίδιας χρονιάς μας παρουσιάζει μια εκπληκτική ανατομία της ανθρώπινης κοινωνίας, όπως αυτή δίνεται μέσα από την ανατροπή την οποία επιφέρει ένας αναρχικός άστεγος στη ζωή ενός καθωσπρέπει αστού.

Φτάνουμε έτσι στο 1935 και το “Le Crime De Monsieur Lange”, σημάδι της πολιτικής ευαισθητοποίησης του Ρενουάρ την εποχή της ραγδαίας ανόδου του φασισμού. Γυρισμένο με την αισιοδοξία των ημερών τη συσπείρωσης του Λαϊκού Μετώπου ότι όλα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Γάλλος σκηνοθέτης, πραγματοποιεί μία από τις πιο επιτυχημένες  ταινίες της περιπετειώδους καριέρας του. Λιγότεροι από έξι πυροβολισμοί ηχούν και οι σκηνές μάχης απουσιάζουν πλήρως, εντούτοις η “Μεγάλη Χίμαιρα”, αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές αντιπολεμικές ταινίες, στην Ιστορία του Κινηματογράφου.

Στηριγμένη στις εμπειρίες ενός στρατηγού τον οποίο ο σκηνοθέτης γνώρισε στη διάρκεια της θητείας του στην αεροπορία, το φιλμ επιχειρεί μια βαθιά ουμανιστική καταγραφή των κοινωνικών αντιθέσεων και των συνόρων που χωρίζουν ανθρώπους, τάξεις αλλά και χώρες ολόκληρες.

Διαβάστε επίσης:
Το αντιπολεμικό αριστούργημα του Ζαν Ρενουάρ: «Η Μεγάλη Χίμαιρα»

Μετά την εμπορική επιτυχία της ταινίας του “Ανθρώπινο Κτήνος”, ο Ρενουάρ ιδρύει την ανεξάρτητη εταιρία Nouvelle Edition Francaise, με παρθενική του παραγωγή την ταινία σταθμός για το γαλλικό και όχι μόνο κινηματογράφο, που ακούει στο όνομα “Κανόνας του Παιχνιδιού” το 1939. Ο σκηνοθέτης είχε αρχικά συλλάβει την ταινία ως μια ψυχαγωγική κωμωδία τρόπων, υπό τη σκιά ενός πολέμου που επρόκειτο να ξεσπάσει και απειλούσε την Ευρώπη, τελικά όμως, διάλεξε ένα πιο σκοτεινό αφηγηματικό μονοπάτι.

«Κανείς δε συνέλαβε την αληθινή φύση της οθόνης καλύτερα από τον Ρενουάρ. Κανείς δεν απαλλάχθηκε με τόση επιτυχία από τις διφορούμενες αναλογίες της με την ζωγραφική και το θέατρο.  Έχοντας στο μυαλό τους, τις παραδοσιακές αναφορές, οι σκηνοθέτες του Σινεμά τείνουν να συλλαμβάνουν τις εικόνες εγκλωβισμένες σ’ ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, όπως οι ζωγράφοι και οι θεατρικοί σκηνοθέτες. Ο Ρενουάρ αντίθετα, κατανοεί πως η οθόνη δεν είναι απλό παραλληλόγραμμο αλλά ένα ομοθετικό επίπεδο του βιζέρ της κάμεράς του. Το ακριβώς αντίθετο του κάδρου. Η οθόνη είναι μια μάσκα που περισσότερο κρύβει παρά αποκαλύπτει την πραγματικότητα.» - Αντρέ Μπαζέν (Κριτικός και Θεωρητικός του Κινηματογράφου)

«Στο δικό μου το βιβλίο, αυτό το φιλμ έχει καταγραφεί ως ένα θαύμα. Γυρίστηκε ακριβώς πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και προβλέπει επακριβώς τον επερχόμενο τρόμο. Κι όμως η ταινία, μοιάζει να κοιτάζει προς τα πίσω, μας δείχνει μια γέρικη, θλιμμένη κοινωνία να χάνεται μπροστά στα μάτια μας. Όχι μόνο στην Γαλλία, μα σε ολόκληρο τον κόσμο, τυφλή, θηριώδης βία επικρατεί, ακόμα κι αν η ίδια η ταινία είναι γεμάτη ζεστασιά και τρυφερότητα. Μια απίστευτη ελαφρότητα της ύπαρξης διαπερνά το φιλμ και μας βοηθά να ξεπεράσουμε την πικρία που αποπνέει. Πολύ καιρό πριν την εφεύρεση του steadicam, απορούμε πως γίνεται μια κάμερα να είναι τόσο ελαφριά. Όμως αυτό που κάνει στην πραγματικότητα την ταινία τόσο διαχρονική και διάφανη είναι η άποψη του Ρενουάρ για τα πράγματα. Σπάνια συναντάμε φιλμ τόσο απαλλαγμένο από προκαταλήψεις κάθε είδους. Τίποτα δεν εμφανίζεται φτιαχτό ή στημένο. Στην πραγματικότητα κανένας “Κανόνας του Παιχνιδιού” δεν μας αποκαλύπτεται, καλούμαστε μάλλον να ξεφορτωθούμε τους προϊδεασμούς μας, τους σχετικούς με τα θέματα της ταινίας: Την φιλία, την εμπιστοσύνη, τον έρωτα, τις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Σας το υπόσχομαι: Μετά την ταινία θα νιώσετε ελαφρύτεροι. Κι ακόμα, θα πρέπει να γνωρίζετε πως ο Ζαν Ρενουάρ εμφανίζεται κι ως ηθοποιός. Είναι αυτός κάτω από την φορεσιά της αρκούδας. Το να τον παρακολουθείς και μόνο είναι σκέτη απόλαυση. Προειδοποίηση: Το φιλμ είναι εθιστικό!» - Βιμ Βέντερς

Όλα ξεκινούν σαν μια ελαφριά φάρσα, μια παιχνιδιάρικη κωμωδία δωματίου, στην οποία τα φλερτ και τα ερωτικά μυστικά κινητοποιούν τους χαρακτήρες και καθοδηγούν την ίντριγκα. Καθώς όμως η υπόθεση περιπλέκεται όλο και περισσότερο, αποκαλύπτεται ένας ασφυκτικός μικρόκοσμος και ο “Κανόνας του Παιχνιδιού”, φανερώνει το πραγματικό, βαθιά σκοτεινό του πρόσωπο. Χρησιμοποιώντας ως επίκεντρο τους καλεσμένους που φιλοξενεί η εξοχική έπαυλη ενός αριστοκρατικού ζεύγους, ο Ρενουάρ χτίζει κομμάτι κομμάτι την εικόνα μιας κοινωνίας εκτός ελέγχου, σ’ ένα διαρκές θέατρο του παραλόγου, όπου το ξεπούλημα κάθε αξίας είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση...

Διάχυτη λοιπόν, είναι η απελπισία του καλλιτέχνη που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ως προειδοποίηση για μια χώρα έτοιμη να εγκληματήσει ηθικά. Και είναι πραγματικά μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού οι φορές που το σινεμά έχει πει κι έχει δείξει, τόσο σκληρές αλήθειες με τόσο κομψό τρόπο και ίσως η μόνη που έχει απεικονίσει τόσο πειστικά την αβάσταχτη ελαφρότητα του ανθρώπινου είναι. Όλα αυτά, καθιστούν το φιλμ τόσο τρομερά προφητικό στην εποχή του, ώστε το κοινό, αδυνατώντας να δεχτεί το δυσοίωνο όραμα της, κατακεραυνώνει την ταινία, ενώ έξι εβδομάδες μετά την πρεμιέρα της, η κυβέρνηση ζητά την απαγόρευσή της, με το αιτιολογικό ότι διαστρεβλώνει και παρερμηνεύει παραδόσεις και θεσμούς.

Συνέπεια αυτής της επίθεσης, ήταν να κλείσει η εταιρεία παραγωγής και να κυκλοφορούν για χρόνια, αμφιβόλου διάρκειας κόπιες. Το 1956, ως ειρωνεία βρίσκεται η κανονική της βερσιόν, φτάνοντας μάλιστα μια δεκαετία αργότερα να αναγορευτεί ως η καλύτερη κινηματογραφική στιγμή του τρέχοντος αιώνα.

Διαβάστε επίσης:
Το αριστούργημα του Ζαν Ρενουάρ: «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού»

Καταβεβλημένος από τον θόρυβο του “Κανόνα του Παιχνιδιού” και θέλοντας να αποφύγει το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον κατακτητή, ο Ρενουάρ αποφασίζει με το ξεκίνημα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου να διαφύγει σε αμερικανικό έδαφος. Με τη βοήθεια της καινούργιας του συζύγου, Ντιντό Φρείρ, μετακομίζει στην Καλιφόρνια και ξεκινά διαπραγματεύσεις με τα μεγάλα στούντιο. Ξεκινά έτσι η αμερικανική περίοδος δημιουργίας του σπουδαίου Γάλλου καλλιτέχνη. Από το 1946 μέχρι το 1950, ο Ρενουάρ γύρισε έξι συνολικά ταινίες, δύο για λογαριασμό μεγάλου στούντιο, τρεις ανεξάρτητες παραγωγές και ένα μικρού μήκους φιλμ.

Οι μέθοδοι του Χόλιγουντ, φάνηκαν εξαρχής περιοριστικοί στον σκηνοθέτη. Ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε από το να μας παρουσιάσει το δραματικό “This Land Is Mine” (1943) χαρίζοντας στον Τσαρλς Λότον έναν αξιομνημόνευτο ρόλο. Παράλληλα διασκευάζει υποδειγματικά το “Ημερολόγιο Μιας Καμαριέρας” (1946) του Μιρμπό και μετατρέπει το “The Southerner” (1945) σ’ ένα θαυμάσιο αγροτικό δράμα, το οποίο υπογραμμίζει την πεποίθηση του σκηνοθέτη ότι ο αληθινός ηρωισμός είναι προνόμιο των απλών, κοινών ανθρώπων, άποψη διατυπωμένη και στην προγενέστερη “Μασσαλιώτιδα”.

Γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του, ο Ρενουάρ ξεκινά ευθύς την πραγμάτωση της “Χρυσής Άμαξας” (1952). Πρώτο μέρος, μιας άτυπης τριλογίας πάνω στην εξιδανίκευση του παρελθόντος, όπου θα ακολουθήσουν τα “French Can Can” και “Η Έλενα και οι Άντρες”.

Ένας Ιταλικός θίασος φτάνει σε μια μικρή Περουβιανή πόλη τον 18ο αιώνα. Ο επικεφαλής αριστοκράτης στην πόλη, ο αντιβασιλέας, έχει αποκτήσει μια υπέροχη χρυσή άμαξα από την Ευρώπη. Σχεδιάζει να τη δώσει στην ερωμένη του, αλλά στη συνέχεια ερωτεύεται με την Καμίλα (Άννα Μανιάνι), πρωταγωνίστρια του θιάσου και την προσφέρει σε αυτήν. Η Καμίλα, απολαμβάνοντας την υψηλή ζωή, είναι πλέον ερωμένη του αντιβασιλέα, ενώ έχει αγαπηθεί επίσης από τον αρχηγό του θιάσου και από το τοπικό αστέρι της ταυρομαχίας. Οι υπουργοί του αντιβασιλέα σοκαρισμένοι από την ασωτία του απειλούν να τον καθαιρέσουν. Η Καμίλα τελικά λύνει το πρόβλημα, με την επιστροφή του δώρου στον Επίσκοπο της Λίμα. Η πρωταγωνίστρια επιστρέφει στην μεγάλη της αγάπη, το θέατρο και η ταινία τελειώνει με μία μεγάλη γιορτή...

Στο φιλμ «Η Χρυσή Άμαξα» (Le carrosse d'or / The Golden Coach) του Ζαν Ρενουάρ, εκτός από την υπέροχη Άννα Μανιάνι, πρωταγωνιστού επίσης οι γνωστοί ηθοποιοί: Οντοάρντο Σπαντάρο (Odoardo Spadaro) και Ντάνκαν Λαμόντ (Duncan Lamont). Η «Χρυσή Άμαξα» (Le carrosse d'or / The Golden Coach) του Ζαν Ρενουάρ αξιοποιεί μοναδικά τα ερωτικά διλήμματα μιας ηθοποιού (Άννα Μανιάνι) και την ηθελημένα προσχηματική υπόθεση δίνοντας έναν ευρηματικό στοχασμό πάνω στις λεπτές ισορροπίες που χωρίζουν την τέχνη από τη ζωή.

Διαβάστε επίσης:
Ζαν Ρενουάρ: «Η Χρυσή Άμαξα» με την υπέροχη Άννα Μανιάνι

Η Έλενα (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) υποδύεται μία επιπόλαια και άστατη Πολωνή πριγκίπισσα η οποία αν και εξαθλιωμένη οικονομικά, βρίσκεται στο Παρίσι ραγίζοντας τις καρδιές των αστών ανδρών σε κάθε ευκαιρία. Ερωτεύεται τον γοητευτικό Χένρι (Μελ Φερέρ), αλλά τον αφήνει για να παντρευτεί ένα πλούσιο μεσήλικα βιομήχανο. Οι μετοχές της ανεβαίνουν και πάλι όταν ένας διάσημος στρατηγός (Jean Marais), δεν την ερωτεύεται απλά, αλλά μοιάζει θαμπωμένος μαζί της.

Παράλληλα, φιλόδοξοι και δολοπλόκοι πολιτικοί, γνωρίζοντας την επιθυμία της να «εμπνέει» τους άντρες προκειμένου να κατακτήσουν τα όνειρά τους, τη χρησιμοποιούν ως όχημα για να πείσουν τον στρατηγό να αναλάβει την εξουσία μέσω πραξικοπήματος. Μια σκηνή από ένα πάρτι αρραβώνων και η παράλληλη πλοκή του ερωτικού τριγώνου που σχηματίζεται ανάμεσα στον βοηθό του στρατηγού, τον γιο του βιομηχάνου και την όμορφη υπηρέτρια της Έλενα, φέρνουν στο μυαλό τις αποδράσεις του θρυλικού φιλμ του δημιουργού, «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού».

Λέγεται ότι ο Ζαν Ρενουάρ γύρισε τη συγκεκριμένη ταινία μόνο και μόνο για να δει την μοναδική Ίνγκριντ Μπέργκμαν να χαμογελάει στον φακό. Μία εκπληκτική ηθοποιός, που εδώ έχουμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε σε μία από τις τελευταίες δημιουργίες, ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Ενώ ο Φρανσουά Τρυφώ αναφερόμενος στην Ίνγκριντ Μπέργκμαν, αναρωτιέται: «Υπήρξε ποτέ πιο αισθησιακή ηθοποιός στον Κινηματογράφο;»

Διαβάστε επίσης:
«Η Έλενα και οι Άντρες της» του Ζαν Ρενουάρ με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν

Ο σκηνοθέτης παραμένει ενεργός σ’ όλη τη διάρκεια του ’60, επιστρέφοντας στο ανθρωποκεντρικό και αντιπολεμικό πνεύμα, με το “Le Caporal Epingle”. Ενώ τελευταία του ταινία, φτιαγμένη για την τηλεόραση, είναι ένα σπονδυλωτό κουαρτέτο παραβολών που ακούει στο όνομα “Le Petit Theare De Jean Renoir” (The Little Theatre of Jean Renoir) το 1969.

Με την υγεία του να φθίνει σταδιακά, ο Ζαν Ρενουάρ ολοκλήρωσε τα απομνημονεύματά του, έλαβε ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του, στέφθηκε Ιππότης στη Λεγεώνα της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση και έφυγε ήσυχα μια βραδιά τον Φλεβάρη του 1979. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, ένας συγκινητικός επικήδειος έκανε την εμφάνιση του, στους Los Angeles Times της εποχής. Τον υπέγραφε ο κορυφαίος Αμερικανός σκηνοθέτης Όρσον Γουέλς και έφερε τον τίτλο: Ζαν Ρενουάρ - «Ο Σημαντικότερος Όλων Των Σκηνοθετών».

«Το φιλμ ακολουθεί τις αρχές με τις οποίες μεγάλωσα από μικρός. Ως παιδί, μεγάλωσα με τους γονείς μου, ανθρώπους ανίκανους να κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά στην αλήθεια που κρύβεται κάτω από την μάσκα. Για να χρησιμοποιήσω μια λέξη της μόδας, η ζωή με την οικογένεια βασιζόταν στην «απομυθοποίηση». Κι ήμουν πολύ τυχερός που διδάχθηκα να βλέπω τα πράγματα ξεπερνώντας τις αυταπάτες της νιότης. Στον “Κανόνα του Παιχνιδιού”, πέρασα αυτά που γνώριζα στο κοινό. Αυτό όμως δυσαρεστεί τους ανθρώπους, η αλήθεια τους κάνει να νιώθουν άβολα.» - Ζαν Ρενουάρ