Ο Τζίγκα Βερτόφ (Dziga Vertov: 2 Ιανουαρίου 1896 - 12 Φεβρουαρίου 1954), ανήκει στην μικρή εκείνη κατηγορία των καλλιτεχνών, οι οποίοι με το έργο τους σηματοδότησαν την εξέλιξη της Έβδομης Τέχνης, οριοθετώντας τόσο τη δημιουργία μίας ταινίας τεκμηρίωσης / ντοκιμαντέρ, όσο και τη σημασία του μοντάζ στον Κινηματογράφο.

«Εμείς αποκαλύπτουμε τις ψυχές των μηχανών, είμαστε ερωτευμένοι με τον εργάτη στον τόρνο, με τον αγρότη στο τρακτέρ, με το μηχανικό στη μαούνα. Σε κάθε μηχανική δουλειά φέρνουμε τη χαρά της δημιουργίας. Εμείς συνάπτουμε ειρήνη ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή. Διαπαιδαγωγούμε τον νέο άνθρωπο.» - Τζίγκα Βερτόφ (Μανιφέστο «Εμείς», 1922)

Ο Τζίγκα Βερτόφ γεννήθηκε στην Πολωνία το 1896 και το πραγματικό του όνομα ήταν Ντενίς Αρκάντεβιτς Κάουφμαν. Θέλοντας ωστόσο να συμβολίσει ακόμη και μέσα από το ψευδώνυμό του τους ιδεολογικούς και αισθητικούς προσανατολισμούς του, διάλεξε σαν όνομα το «Τζίγκα», που στα πολωνικά σημαίνει «λυκόπουλο» και επώνυμο το «Βερτόφ», βασισμένο στη ρωσική λέξη που αναφέρεται στη συνεχή κίνηση.

Αν και οι προεπαναστατικές σπουδές του ήταν στο ψυχονευρολογικό ινστιτούτο της Μόσχας, ωστόσο η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, τον βρίσκει πίσω από την κινηματογραφική κάμερα, στο τμήμα κινηματογραφικών χρονικών της «Κινοκομιτέτ» (επιτροπή κινηματογράφου) της Μόσχας. Εκεί θα συμμετάσχει στο μοντάζ του πρώτου σοβιετικού κινηματογραφικού χρονικού «Κινηματογραφική Εβδομάδα» (1918-19).

Στον εμφύλιο που ακολούθησε την Επανάσταση, ο Βερτόφ θα είναι ένας από τους κινηματογραφιστές που επάνδρωσαν τα θρυλικά «προπαγανδιστικά τρένα», τα οποία διέσχιζαν το νεαρό σοβιετικό κράτος για να αφυπνίσουν και να ενδυναμώσουν τις λαϊκές συνειδήσεις ενάντια στην επίθεση της εγχώριας μπουρζουαζίας και των ξένων συμμάχων τους.

Ο Βερτόφ, αναδείχθηκε σε επικεφαλή των κινηματογραφικών συνεργείων στα μέτωπα του εμφυλίου, με εντυπωσιακά όσο και επικίνδυνα γυρίσματα που μετατράπηκαν σε ταινίες όπως «Η μάχη στο Τσαρίτσινο» (1919), «Ιστορία του εμφυλίου πολέμου» (1922) κ.ά.

Μέσα από αυτή τη δράση ο Βερτόφ θα αρχίσει να συγκροτεί την προσέγγισή του στο ντοκιμαντέρ: Η οθόνη της τεκμηρίωσης δεν πρέπει να αντιγράφει τα ανθρώπινα μάτια, αλλά να αναδεικνύει ό,τι αυτά δεν μπορούν να «δουν». Δηλαδή, με έναν τρόπο, να «τελειοποιεί» την ανθρώπινη θέαση των γεγονότων, με την κάμερα να μετατρέπεται σε «προέκταση» του ματιού, σε οπτικό «νυστέρι» αποκάλυψης της πραγματικότητας στις λιγότερο φωτισμένες, αλλά υπαρκτές πλευρές της.

Αυτή η αντίληψη, εύλογα ριζωμένη στην απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων που επέφερε η Επανάσταση, εκφράστηκε με τον όρο «Κινο - οκο» (κινηματογράφος - βλέμμα / μάτι) και από εκεί «βαφτίστηκε» η ομάδα που συνέστησε ο Βερτόφ και άλλοι ντοκιμαντερίστες το 1919, με την επωνυμία «Κινοκί».

Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι για τον Βερτόφ μια συνεχής αναζήτηση νέων τρόπων, μεθόδων, τεχνικών, από το γύρισμα μέχρι και το μοντάζ, ώστε να φέρει τον κινηματογράφο σε ένα επίπεδο αλληλεπίδρασης με τον θεατή. Ιδιαίτερα δούλεψε πάνω στην «αντιπαράθεση» των σκηνών στο μοντάζ, χρησιμοποιώντας στα κατάλληλα σημεία και γραπτές πινακίδες (τίτλους), σε μια προσπάθεια ακριβώς να μετατρέψει τον θεατή σε «συμμέτοχο» των γεγονότων που παρατίθενται.

Μια αναζήτηση που αντικειμενικά άνοιξε νέους δρόμους, τόσο για το ντοκιμαντέρ, όσο και για τον κινηματογράφο εν γένει, με πρωτόγνωρους, για την εποχή πειραματισμούς, οι οποίοι εξακολουθούν να λειτουργούν με τον ίδιο φρέσκο τρόπο και στο σημερινό θεατή.

Η θέση του ότι ο ντοκιμαντερίστας οφείλει να παρουσιάζει τα γεγονότα χωρίς καμία σκηνοθετική παρέμβαση, προκάλεσε γόνιμες συζητήσεις, ακόμη και πολεμικές, μεταξύ των συναδέλφων του και της κριτικής. Παράλληλα, συμμετέχει στα καλλιτεχνικά κινήματα της εποχής και δουλεύει μέσα από αυτά για τη διαμόρφωση της επαναστατικής τέχνης μαζί με προσωπικότητες όπως ο Μαγιακόφσκι, ο Μπρικ, ο Αϊζενστάιν κ.ά.

Διαβάστε επίσης:
Αϊζενστάιν: Ιδιοφυής σκηνοθέτης, πρωτοπόρος της τέχνης του μοντάζ

Ο Βερτόφ θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του με εκπληκτικά αισθητικά και προπαγανδιστικά αποτελέσματα στο περίφημο κινηματογραφικό, θεματικό «περιοδικό» κάτω από το γενικό τίτλο «Κινοπράβντα» (σ.σ. κινηματογραφική / κινηματογραφούμενη αλήθεια) μεταξύ 1922 - 1924. Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα αυτής της περιόδου είναι η ταινία «Κινο - Γκλαζ» (σ.σ. κινηματογραφικό μάτι) του 1924, το οποίο διακρίθηκε και στη διεθνή έκθεση του Παρισιού την ίδια χρονιά.

Με την ταινία αυτή ο Βερτόφ εισηγείται ουσιαστικά για πρώτη φορά τον ποιητικό, όχι μυθοπλαστικό, κινηματογράφο της τεκμηρίωσης, όπου η κάμερα κινηματογραφεί τη ζωή με αναπάντεχο τρόπο, καταγράφοντας την πραγματικότητα. Πάνω σε αυτό το μοτίβο δημιουργεί μερικές από τις καλύτερες ταινίες του Σοβιετικού - και όχι μόνο - κινηματογράφου.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: «Λενινιστική κινοπράβντα» (1924), «Στην καρδιά του αγρότη ο Λένιν ζει» (1925), «Προχώρα, Σοβιέτ!» (1927), «Ενδέκατος» (1928), «Το ένα έκτο της γης» (1929), «Η Συμφωνία του Ντονμπάς» (1930) και το συγκλονιστικό «Τρία τραγούδια για τον Λένιν» (1934), με τις οποίες μεταφέρει στο πανί με έναν ασύλληπτο δημιουργικό τρόπο, το πάθος με το οποίο οικοδομούν το σοσιαλισμό οι λαοί της ΕΣΣΔ, τη μάχη που δίνουν στο Κόμμα, εργάτες και αγρότες για την εφαρμογή των λενινιστικών διδαγμάτων. Να σημειωθεί, ότι στις περισσότερες από τις ταινίες του ο Βερτόφ υπογράφει και το σενάριο.

Η αντίληψη του δημιουργικού πειραματισμού, αυτού δηλαδή που επιχειρεί να διευρύνει περισσότερο την αντίληψη του θεατή στη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και που έχει λόγο ύπαρξης μόνο στο βαθμό που εξυπηρετεί τον παραπάνω σκοπό και όχι τον ανούσιο εντυπωσιασμό αποκλειστικά των αισθήσεων, εκφράζεται ακόμη καλύτερα στην ταινία «Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» (1929). Σε αυτό το φιλμ, ο άνθρωπος τοποθετείται ακριβώς στο επίκεντρο της ζωής, αναπνέει, ακούει, συλλέγει το ρυθμό της πόλης και του κόσμου. Η ταινία συγκαταλέγεται σήμερα μεταξύ των σημαντικότερων ντοκιμαντέρ παγκοσμίως.

Στη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, ο Βερτόφ ακολουθεί την κινηματογραφική υποδομή στην μεταφορά της στην Αλμα - Ατα στο Καζαχστάν για να προστατευθεί από την καταστροφή. Εκεί γυρίζει ταινίες επικαίρων και το 1944 επιστρέφει στη Μόσχα όπου ολοκληρώνει την τελευταία του ταινία «Ο όρκος των νέων». Μετά τη διανομή της ταινίας στις αίθουσας αφοσιώνεται στην καθοδήγηση των οπερατέρ του μετώπου.

Οι θεωρητικές επεξεργασίες του κυρίως στον τρόπο που αντιλαμβανόταν το μοντάζ επηρέασαν, αν και ενίοτε με όρους δημιουργικής αντιπαράθεσης, πολλούς κινηματογραφιστές, μεταξύ αυτών όπως ο Αϊζενστάιν και Ντοβζένκο. Αναγνωρισμένος από την πατρίδα του και τιμημένος, μεταξύ άλλων και με το «Κόκκινο Αστέρι» για την προσφορά του, ο Βερτόφ φεύγει από τη ζωή στις 12 Φλεβάρη του 1954 στην Μόσχα, αφήνοντας έργο και ιδέες που θα στοιχειώνουν την αστική κουλτούρα για όσο αυτή θα υπάρχει.

Πηγή:
Βασισμένο στο κείμενο του Γρηγόρη Τραγγανίδα, έτσι όπως δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό:

Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή / Man with a Movie Camera
Σκηνοθεσία - Σενάριο: Τζίγκα Βερτόφ / Dziga Vertov
Πρωταγωνιστεί: Mikhail Kaufman
Χώρα Παραγωγής: Σοβιετική Ένωση
Έτος Παραγωγής: 1928
Φορμά: 35 mm, Ασπρόμαυρη, Βουβή
Διάρκεια: 68 λεπτά

Η σπουδαία ταινία του Ρώσου κινηματογραφιστή Τζίγκα Βερτόφ, αποτελεί ένα μοναδικό δείγμα γραφής του πειραματικού σινεμά της δεκαετίας του ’20. Το φιλμ περιγράφει με απαράμιλλο τρόπο την αστική ζωή της μετα-επαναστατικής Ρωσίας το 1929.

Πρωταγωνιστής είναι ένας οπερατέρ, ο οποίος μετακινείται συνέχεια στη Μόσχα, παρατηρώντας όλους τους τρόπους ζωής και καταγράφοντας φαινομενικά ασύνδετες εικόνες της πόλης, οι οποίες όμως, συνθέτουν σαν παζλ την πολυπλοκότητα της καθημερινότητας των ανθρώπων.

Ο «Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή», ακολουθεί τους πολίτες στις καθημερινές τους δραστηριότητες, στη δουλειά, στις παρελάσεις, στα νοσοκομεία, στα αεροδρόμια, στις διαδηλώσεις, αλλά και στη διασκέδασή τους.

Στην ταινία παρουσιάζονται όλες οι μηχανές της σύγχρονης ζωής  δηλαδή όλη η τεχνολογική ανάπτυξη της εποχής, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αλληλεπιδρούσαν με αυτές, σε συνδυασμό με τους κοινωνικούς μηχανισμούς οι οποίοι κινούσαν τη ζωή στην τότε Ρωσία.

Ουσιαστικά, μέσα από την καταγραφή αυτή ο Βερτόφ δημιουργεί ένα αριστουργηματικό ντοκιμαντέρ που περιγράφει τη ζωή και τα επιτεύγματα μιας ολόκληρης εποχής. Δημιουργώντας και αναπτύσσοντας πλήθος τεχνικών που τώρα πια θεωρούνται βασικό λεξιλόγιο της κινηματογράφησης.

Στοιχεία όπως ο χωρισμός της οθόνης σε μέρη, το τράβελινγκ, η αργή / γρήγορη κίνηση, το πάγωµα του καρέ, το ζουµ, η θολή εστίαση του φακού και πολλά άλλα χαρακτηριστικά, που αποτελούν σήμα κατατεθέν του Βερτόφ, ο οποίος φτιάχνει ένα ιμπρεσιονιστικό πορτρέτο της χαοτικής ενέργειας της πόλης, της πολυσυλλεκτικότητας των κατοίκων της, αλλά κι ένα μοναδικό σχόλιο, με φόντο τις ιδέες και αξίες του σοβιετικού κόσμου της εποχής εκείνης.