Σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις των ξένων ΜΜΕ, στο Ιράν πραγματοποιούνται οι μαζικότερες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις των τελευταίων δέκα χρόνων και συγκεκριμένα από το 2009. Παρόλο που ο Κινηματογράφος δεν αποτελεί εργαλείο εκμάθησης ιστορίας, ωστόσο ως μορφή Τέχνης και μέσο έκφρασης, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την ψυχοσύνθεση ενός λαού που επαναστατεί.

Προσπαθώντας να καταλάβουμε τι συμβαίνει στην Τεχεράνη, ξαναβλέπουμε χαρακτηριστικές ταινίες, τις οποίες υπογράφουν καλλιτέχνες όπως ο Αμπάς Κιαροστάμι, ο φυλακισμένος Τζαφάρ Παναχί, η Μαργιάν Σατραπί και ο Aσγκάρ Φαραντί. Διαβάστε επίσης: Ιράν: Μεταρρυθμίσεις ή αλλαγή καθεστώτος;

Ο σύγχρονος ιρανικός κινηματογράφος, κοινωνικός, πολιτικός, βαθιά ουμανιστικός, επαναπροσδιορίζει βασικές έννοιες, με τη ματιά δημιουργών που δε διστάζουν να γίνουν αιχμηροί όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, αλλά και συγκινητικοί όταν το επιτρέπει το θέμα τους.

Η θέση της γυναίκας στο Ιράν, τα παιδιά, οι κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές, αλλά και οι παραδόσεις, όλα έρχονται στο προσκήνιο, μέσα από πέντε χαρακτηριστικές ταινίες που σημάδεψαν, η κάθε μία με τον δικό της μοναδικό τρόπο, τον σύγχρονο Ιρανικό Κινηματογράφο:

«Ο Άνεμος θα μας Πάρει» (The Wind Will Carry Us - 1999) του Αμπάς Κιαροστάμι

Ένα τζιπάκι κατευθύνεται στο Σια Νταρέχ, ένα χωριουδάκι κάπου στο ιρανικό Κουρδιστάν. Το ταξίδι είναι μακρινό και δύσκολο. Οι ταξιδιώτες- ένα τηλεοπτικό συνεργείο - έχουν ως σκοπό να καταγράψουν μια παραδοσιακή κηδεία, την τελετουργία του πένθους και το μοιρολόι αμέσως μετά τον επικείμενο θάνατο μιας γυναίκας εκατό ετών. Όμως όταν φτάνουν στον προορισμό τους, ο Μπεχζάντ, επικεφαλής της ομάδας, λέει στον εντεκάχρονο Φορζάντ - ένα παιδί του χωριού που τους περιμένει και αναλαμβάνει να τους εξυπηρετεί και να τους ενημερώνει για την πορεία της υγείας της υπέργηρης γυναίκας - ότι εάν να τον ρωτήσουν οι συγχωριανοί του τι θέλουν εκεί, να τους  πει ότι ψάχνουν κάποιο χαμένο θησαυρό.

Καθώς οι ημέρες κυλούν, παρακολουθούμε τον Μπεχζάντ, ο οποίος περιμένοντας να συμβεί το μοιραίο, περιπλανιέται άσκοπα, ενώ η ζωή στο χωριό συνεχίζεται αδιατάρακτα με τους κανονικούς της ρυθμούς. Κάποια στιγμή τα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου αποχωρούν και ο επικεφαλής μένει μόνος. Ο Μπεχζάντ, άνθρωπος της πόλης αδιάφορος και υπερόπτης, προσπαθεί βαριεστημένα να επικοινωνήσει με τους ντόπιους, χωρίς ουσιαστικά να νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτό. Επιπλέον, συνεχή τηλεφωνήματα στο κινητό του, τον αναγκάζουν να διασχίζει το χωριό προκειμένου να φτάσει στην κορυφή ενός λόφου, όπου βρίσκεται το νεκροταφείο και είναι το μοναδικό σημείο που έχει σήμα.

Φτάνοντας εκεί, πιάνει κουβέντα μ’ έναν άνθρωπο που σκάβει μια βαθιά τρύπα στο χώμα και τον οποίο ουσιαστικά δεν βλέπει ποτέ. Ένα πρωί ανακαλύπτει πως ένας όγκος από χώμα έχει πλακώσει τον άνθρωπο που σκάβει. Τρέχει στο χωριό για βοήθεια και παραχωρεί το τζιπ για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Έχοντας μείνει μόνος στην κορυφή του λόφου, ζητά από έναν ηλικιωμένο άνδρα που είναι γιατρός και περνά με το μηχανάκι του να τον πάρει από εκεί. Ο Μπεχζάντ συνομιλώντας μαζί του, για πρώτη φορά βλέπει πραγματικά την ομορφιά του τοπίου και μαγεύεται. Ο γερο-γιατρός του απαγγέλλει ποιήματα και του λέει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κυνηγά τη στιγμή, να ζει μέρα με τη μέρα, να απολαμβάνει την ομορφιά της ζωής και της φύσης και να μην νοιάζεται για τον θάνατο, αφού τίποτα δεν πεθαίνει, καθώς τα πάντα μετασχηματίζονται σε κάτι άλλο. Ένας πνευματικός και ηθικός επαναπροσανατολισμός συντελείται στο εσωτερικό του Μπεχζάντ...

Ένα ποιητικό ταξίδι είναι το φιλμ «Ο Άνεμος θα μας Πάρει» του Αμπάς Κιαροστάμι, για το οποίο ο δημιουργός δηλώνει χαρακτηριστικά: «...Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου εκεί, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το μέρος που έψαχνα. Μου πήρε δύο χρόνια για να το βρω. Είχα ταξιδέψει σ’ όλες τις επαρχίες του Ιράν, εκτός από το Κουρδιστάν και ήμουν πολύ περίεργος να δω αυτό που για μένα ήταν μονάχα μια λέξη πάνω στο χάρτη. Εντυπωσιάστηκα όχι μονάχα από το εκπληκτικό σε ομορφιά τοπίο, αλλά και από τη ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής μέσα στην οποία ζούσαν οι άνθρωποι. Δεν είχαν ιδέα τι ήταν ο κινηματογράφος και το μόνο που έκαναν ήταν να εργάζονται αδιάκοπα. Αντιμετωπίσαμε πολλές δυσκολίες για να τους πείσουμε ν’ αφήσουν, έστω και για λίγο, τη δουλειά στα χωράφια για να "παίξουν" στην ταινία... Δεν μπορούσα να διευθύνω τους "ηθοποιούς" όπως ήθελα, γιατί ο καθένας σκεφτόταν τις γεωργικές ασχολίες του, τις οποίες θεωρούσε πολύ πιο σημαντικές από τα γυρίσματα. Από την άλλη μεριά βέβαια, υπήρχε το πλεονέκτημα ότι κανείς δεν νοιαζόταν για την παρουσία της κινηματογραφικής κάμερας. Ήταν όλοι άνετοι και ήρεμοι...»

Διαβάστε επίσης:

«Ο Κύκλος» (The Circle - 2000) του Τζαφάρ Παναχί

Τρεις γυναίκες βγαίνουν από τη φυλακή με προσωρινή άδεια. Η ανάγκη τους για εξεύρεση χρημάτων, προκειμένου να ξεφύγουν από την ταπεινωτική και εξευτελιστική κατάσταση στην οποία βρίσκονται, θα τις οδηγήσει σε απελπισμένες κινήσεις. Η μία, χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα και υποχρεωτική αντρική «συνοδεία» για το ταξίδι που θέλει να κάνει, πρέπει να πει ψέματα και να ικετεύσει. Κι όλο αυτό, μόνο και μόνο για να μπορέσει να αγοράσει ένα εισιτήριο για το λεωφορείο που θα την οδηγήσει μακριά από την πόλη. Η άλλη, ανύπαντρη, που είναι έγκυος σκοπεύει να κάνει έκτρωση, αλλά αντιμετωπίζει την εκδίωξή της από το πατρικό της σπίτι, ενώ παράλληλα τα αδέλφια της απειλούν ότι θα την σκοτώσουν αν το επιχειρήσει...

Ο «Κύκλος» του πολυβραβευμένου Τζαφάρ Παναχί, αποτελεί μια συγκλονιστική μαρτυρία, για την ζωή των γυναικών στο Ιράν. Η ταινία, βραβευμένη με το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας το 2000 και απαγορευμένη στο Ιράν, περιγράφει τις παράλληλες πορείες τριών γυναικών, στην αστυνομοκρατούμενη και ισλαμοκρατούμενη Τεχεράνη. Οι ηρωίδες, θύματα μιας παράλογης νομοθεσίας, που έχει θέσει ολόκληρο το γυναικείο φύλο σε κατάσταση διωγμού, βγαίνοντας από την φυλακή βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μια χώρα που δεν είναι παρά μια άλλη απέραντη «ανοιχτή» φυλακή.

Ποτέ δεν μαθαίνουμε για ποιον λόγο αυτές οι γυναίκες βρέθηκαν στη φυλακή, ούτε ποτέ εξακριβώνουμε την πιθανή ενοχή ή αθωότητά τους, καθώς ζουν σ' έναν κόσμο διαρκούς επιτήρησης, νομοτελειακής, σχεδόν αρχέγονης ανισότητας και αποκλεισμού. Η κάμερα του σκηνοθέτη με ρεαλιστική δύναμη και αφηγηματική τόλμη παρακολουθεί τις ηρωίδες του στις αδιέξοδες διαδρομές και συναντήσεις τους, μέσα στους δρόμους της πόλης, την απεγνωσμένη αναζήτηση σημείων διαφυγής από μια κοινωνία ακραίας καταπίεσης και ολοκληρωτισμού. Οι προσωπικές ιστορίες τους καθώς εναλλάσσονται, δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο   αδικίας, κοινωνικού αποκλεισμού, διακρίσεων, ανισοτήτων και παροιμιώδους καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο σπουδαίος δημιουργός Τζαφάρ Παναχί, με μεγάλη σκηνοθετική μαεστρία, δημιουργεί μέσα από το σχήμα του κύκλου, έναν κλειστό χώρο, εγκλωβίζοντας τις ηρωίδες του σ΄ έναν αποπνικτικό κόσμο. Έναν κόσμο που βρίσκεται υπό αδιάκοπη επιτήρηση, με προαιώνιες ανισότητες  που επιβάλλουν οι μεσαιωνικοί θρησκευτικοί κανόνες. Αυτός όμως, ο ασφυκτικός κόσμος επιτήρησης και εκφοβισμού δεν μπορεί να εξαλείψει την αδάμαστη θέληση, τη δύναμη και το κουράγιο αυτού του «κύκλου των χαμένων  γυναικών». Το συμβολικό άναμμα ενός τσιγάρου, αποτελεί εδώ μία πράξη εξέγερσης, συνειδητής αντίστασης, ένα μήνυμα ελπίδας. Μία προσπάθεια ώστε να σπάσει αυτός ο αποτρόπαιος κύκλος.

Ο Τζαφάρ Παναχί, καταδικάστηκε από το ιρανικό καθεστώς σε είκοσι (20) χρόνια στέρησης εξόδου από την πατρίδα του, ενώ παράλληλα του απαγορεύτηκε να σκηνοθετεί. Ο Παναχί όμως πιστός στις αρχές του συνέχισε να κάνει αυτό που τόσο καλά ξέρει και αγαπά:

«"Τα προβλήματά μας είναι όλα πλεονεκτήματα". Όταν καταλάβαμε το νόημα αυτής της πολλά υποσχόμενης παραδοξολογίας, ανακτήσαμε την ελπίδα μας και προχωρήσαμε μπροστά, αφού οπουδήποτε στον κόσμο κι αν ζούμε πάντα θα αντιμετωπίζουμε προβλήματα, είτε μικρά είτε μεγάλα. Είναι καθήκον μας να μη σηκώσουμε τα χέρια ψηλά, αλλά να σκεφτούμε λύσεις. Η πραγματικότητα της καθημερινής ζωής και το όνειρο να κρατήσουμε ζωντανή την τέχνη μας μάς κινητοποίησε ώστε να υπομείνουμε τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στο ιρανικό σινεμά. Οι δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα στον κινηματογράφο μάς έπεισαν πως αν ένας κινηματογραφιστής δεν μπορεί να κάνει ταινίες, θα φταίει ο ίδιος - κανένας άλλος. Η δυσάρεστη πραγματικότητα που διέπει τον κινηματογράφο και τους σκηνοθέτες στο σημερινό Ιράν μάς οδήγησαν να σταθούμε σ’ αυτή την, ίσως προσωρινή, πραγματικότητα και να αναπαραστήσουμε κομμάτια της που καθρεφτίζονται μέσα μας.» - Τζαφάρ Παναχί

Διαβάστε επίσης:

«Περσέπολις» (Persepolis - 2007) των Μαργιάν Σατραπί και Βινσέντ Παρονό

Στην Τεχεράνη της δεκαετίας του '70, η μικρή Mαρζιάν μεγαλώνει σε μια προοδευτική οικογένεια που επιθυμεί την κοινωνικοπολιτική αλλαγή, παρατηρώντας με την αθωότητα του μικρού παιδιού τα κακώς κείμενα της κοινωνίας της και βιώνει την Ισλαμική Επανάσταση του Χομεϊνί, καθώς και την ανατροπή του παλιού διεφθαρμένου καθεστώτος του Σάχη. Αρνείται όμως να συμβιβαστεί με τη νέα τάξη πραγμάτων του μισαλλόδοξου θρησκευτικού φανατισμού και στην αρχή της εφηβείας της, φεύγει στην Αυστρία, για ασφάλεια, από τους ίδιους τους γονείς της. Εκεί, γνωρίζει από πρώτο χέρι τα θετικά αλλά και τα αρνητικά της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Μετά από λίγα χρόνια επιστρέφει, πιο συνειδητοποιημένη, για να αντιμετωπίσει εκ νέου τη στυγνή πραγματικότητα της ισλαμικής Τεχεράνης και για να ξαναφύγει απογοητευμένη, ακόμα μια φορά από τη χώρα της, αυτή τη φορά, στο Παρίσι.

Η ταινία κινουμένων σχεδίων «Περσέπολις» είναι η κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης και αυτοβιογραφικής, κόμικς ιστορίας της Ιρανής σκηνοθέτιδας και εικονογράφου Μαρζιάν Σατραπί, που συν-σκηνοθετεί και συν-υπογράφει το σενάριο με τον Βενσάν Παρονό. Μέσω μιας λιτής και ουσιαστικής αφήγησης, αποφεύγοντας τους μελοδραματισμούς, και διατηρώντας ακέραιο το χιούμορ της, παρά την τραγικότητα των καταστάσεων που περιγράφονται, η ταινία εξελίσσεται σε μια ιρανική ιστορικο-κοινωνική-πολιτική τοιχογραφία τριών και πλέον δεκαετιών.

Ανθρώπινο, αστείο και συγκινητικό, το «Περσέπολις» εκτός από ένας ύμνος σε πανανθρώπινες αξίες όπως η ελευθερία, η αντίσταση στην φαυλότητα και στην αδικία, η αξιοπρέπεια και η ακεραιότητα, είναι ταυτόχρονα και μία ειλικρινής, όσο και αφοπλιστική ιστορία ενηλικίωσης και γυναικείας χειραφέτησης. Μια ιστορία που είναι πρωτίστως μια εκ βαθέων εξομολόγηση, παρά μια στεγνή πολιτική καταγγελία.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το Ιρανικό Υπουργείο Πολιτισμού, διαμαρτυρήθηκε έντονα στη Γαλλική Πρεσβεία της Τεχεράνης, ενάντια στην επιλογή της ταινίας να προβληθεί στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα στο 60ο Φεστιβάλ Καννών το 2007. Το σκεπτικό της διαμαρτυρίας ήταν «η ταινία παρουσιάζει μια μη ρεαλιστική εικόνα των συνεπειών και των επιτευγμάτων της ισλαμικής επανάστασης». Αυτό βέβαια κάθε άλλο παρά πτόησε την Επιτροπή, που αποφάσισε να βραβεύσει την ταινία με το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο του Φεστιβάλ.

Διαβάστε επίσης:

«Ένας Χωρισμός» (A Separation - 2011) του Aσγκάρ Φαραντί

Μετά από 14 χρόνια έγγαμου βίου, η Σιμίν και ο Ναντέρ θέλουν να χωρίσουν. Ζουν στην Τεχεράνη με την 11χρονη κόρη τους και τον ηλικιωμένο πατέρα του Ναντέρ, που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Οταν μια μέρα η Σιμίν αποφασίζει να μεταναστεύσουν σε μία χώρα που δίνει περισσότερες ευκαιρίες στις γυναίκες, βρίσκεται αντιμέτωπη με τον Ναντέρ, που θέλει να μείνει στο Ιράν για να προσέχει τον πατέρα του. Έτσι χωρίζουν και η κόρη τους, ελπίζοντας να γυρίσει γρήγορα η μητέρα της, μένει προσωρινά με τον Ναντέρ. Ανήμπορος, όμως, να φροντίσει τον γέρο πατέρα του, ο Ναντέρ προσλαμβάνει μία γυναίκα για να τον περιποιείται. Αυτό που δεν ήξερε είναι ότι αυτή η γυναίκα δούλευε χωρίς την άδεια του συζύγου της, ενώ παράλληλα ήταν έγκυος. Ή μήπως το ’ξερε; Χωρίς να το καταλάβει ο Ναντέρ αιχμαλωτίζεται σ' έναν ιστό από ψέματα και κοινωνικές αντιδικίες που καταστρέφουν τη ζωή, τα όνειρά του, αλλά και την εικόνα του στα μάτια της κόρης του.

Μία δύσκολη αλλά ρεαλιστική ταινία, που μεταξύ άλλων, μας επιτρέπει να δούμε πως  ακροβατεί η ιρανική κοινωνία,  ανάμεσα στη θεοκρατία και τις δυτικές επιδράσεις, που δέχεται. Το φιλμ έφυγε από το 61ο Διεθνές Φεστιβάλ Βερολίνου, με την Χρυσή Άρκτο Καλύτερης Ταινίας. Το φιλμ «Ένας Χωρισμός» του Ασγκάρ Φαραντί, απέσπασε επίσης, την Αργυρή Άρκτο Γυναικείας Ερμηνείας (από κοινού στις δύο πρωταγωνίστριες: Leila Hatami και Sareh Bayat), καθώς και την Αργυρή Άρκτο Ανδρικής Ερμηνείας (επίσης από κοινού στους τέσσερις άνδρες πρωταγωνιστές: Peyman Moaadi, Shahab Hosseini, Ali-Asghar Shahbazi, Babak Karimi). Παράλληλα βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα αλλά και το Όσκαρ, Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Πρόκειται πραγματικά για μία από 25 καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα.

Διαβάστε επίσης:

«Τα Μυστικά της Τεχεράνης» (Tehran Taboo - 2017) του Αλί Σουζαντέ

Οι δρόμοι τριών γυναικών και ενός νεαρού μουσικού διασταυρώνονται όταν πέφτει η νύχτα στην Τεχεράνη - μια σύγχρονη μητρόπολη όπου το αγοραίο σεξ, τα ναρκωτικά και η διαφθορά συγκαλύπτονται από το αυταρχικό θεοκρατικό καθεστώς. Η τεχνική του ροτοσκοπικού ανιμέισον - που βασίζεται στην επεξεργασία του ήδη μαγνητοσκοπημένου από συμβατική κάμερα υλικού - αποδίδει την ένταση ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και στην υπερβατική ανάγκη των Ιρανών πολιτών να κάνουν ένα άλμα σε μια παράλληλη πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα χτίζει έναν καθηλωτικό νυχτερινό εφιάλτη.

Ένα εκπληκτικό πορτραίτο της σύγχρονης Τεχεράνης, μέσα από την ιστορία τεσσάρων ανθρώπων που δεν έχουν το δικαίωμα στην επιλογή, όμως η δίψα για ζωή τους κάνει να αποζητούν την ελευθερία. Το ιδιοφυές animation του Αλί Σουζαντέ, βαδίζει με επιτυχία στα ίχνη του αγαπημένου «Persepolis« της Μαριάν Σατραπί και του σπουδαίου «Βαλς με τον Μπασίρ» του Άρι Φόλμαν. Το έργο είχε προβληθεί τον Νοέμβριο στο 58ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, ενώ η παγκόσμια πρεμιέρα του είχε πραγματοποιηθεί τον Μάιο, στο 70ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών.