Στο μοναδικό αυτό ντοκιμαντέρ, παραγωγής 2015, βλέπουμε βήμα βήμα την περιπέτεια ενός ανθρώπου που έζησε μια δεκαετία μέσα στην κόλαση του Guantanamo, από το 2002 που συνελήφθη σε εφηβική ηλικία μέχρι και σήμερα που ζει τελικά στον Καναδά σε κατ’ οίκον περιορισμό. 

Με αφηγηματικό χαρακτήρα και οπτική που θέλει να είναι ισορροπημένη, δε δραματοποιεί υπερβολικά τα όσα συμβαίνουν στην περιβόητη φυλακή της Κούβας, που πια αποτελεί αναμφίβολα την μεγαλύτερη ντροπή του «σωφρονιστικού συστήματος» της Αμερικής. 

Αυτό δεν μπορεί βέβαια να αμβλύνει την οξύτητα των συναισθημάτων που προκαλούν τα αποτρόπαια βασανιστήρια, το γνωστό πια σε όλους waterboarding, η σεξουαλική κακοποίηση υπόπτων για τρομοκρατία, τα χρόνια απομόνωσης και απάνθρωπων τακτικών πάνω σε σώματα και ψυχές ανθρώπων με σκοπό ή πρόφαση την απόσπαση πληροφοριών.  

Η συγκεκριμένη ιστορία έχει να κάνει με την περίπτωση του νεαρού Omar Khadr, που γεννημένος και μεγαλωμένος στον Καναδά, μετακόμισε με την οικογένειά του σε νεαρή ηλικία στο Πακιστάν κι ύστερα στο Αφγανιστάν, όπου πολέμησε στο πλευρό της Αλ Κάιντα. 

Σε ένα περιστατικό, που ο 15χρονος τότε Omar με ρίψη χειροβομβίδας στέρησε τη ζωή Αμερικανού στρατιώτη, πιάστηκε αιχμάλωτος και οδηγήθηκε αρχικά στη φυλακή του Bagram για ένα χρόνο κι έπειτα στην κόλαση του Guantanamo. Ήταν η πρώτη ιστορία εφήβου που διώχθηκε ποτέ ως εγκληματίας πολέμου. 

Στο ντοκιμαντέρ ακούμε την παρουσίαση της κατάστασης από το στόμα βασανιστών, βλέπουμε στιγμιότυπα από επισκέψεις που δέχτηκε τελικά ο κρατούμενος, μετά από αρκετά χρόνια, από άτομα των Καναδικών υπηρεσιών CSIS, και συνολικά παρακολουθούμε την πορεία του καταδικασμένου πια Khadr, προς την ενσωμάτωση του και πάλι στην κοινωνία. Αυτό που φαίνεται να μένει τελικά στον θεατή, είναι η αίσθηση του αγώνα για επιβίωση με μια κάποια ψυχική ακεραιότητα. Ένας αγώνας που τελικά φαίνεται να κερδίζεται.


 
Πολλοί τον παρομοιάζουν σε αυτό το κομμάτι με ιστορικές προσωπικότητες, κάτι που εκείνος βέβαια δε δέχεται να επωμιστεί. Σίγουρα πάντως εκπέμπει έναν αέρα ψυχικής ηρεμίας, που εκφράζεται μάλιστα εξαιρετικά στο σημείο που του ζητείται να μιλήσει για τους βασανιστές του. Τον βλέπουμε να λέει: «Κάποιος που δέχεται να ασκήσει τέτοια βία σε έναν άλλον άνθρωπο και ικανοποιείται από αυτό, έχει να αντιμετωπίσει πολύ σημαντικότερα προβλήματα στη συνείδησή του. Πονάει περισσότερο από εμένα κι ο πόνος του είναι μόνιμος». 

Ως προς το νομικό κομμάτι, μετά από χρόνια επιμονής, ο δικηγόρος του τον πείθει να δηλώσει ένοχος, ώστε να ελπίζει στις πιθανότητες που του δίνονται σ’ αυτή την περίπτωση, με δεδομένο ότι 5 στους 7 μέχρι τότε, είχαν έτσι οδηγηθεί σε δίκη και τελικά αποφυλακίστηκαν με όρους. Πράγμα που τελικά συμβαίνει και στον Khadr μετά από 10 χρόνια εγκλεισμού.

Μετά από την ειδική προβολή του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του IDFA,  ακολούθησε συζήτηση με φιλοξενούμενο τον δικηγόρο του, Dennis Edney. Στην ερώτηση σχετικά με το ενδιαφέρον του να ασχοληθεί με αυτήν την τόσο ιδιαίτερη περίπτωση, η απάντησή του ήταν: «Θίχτηκα από το γεγονός ότι παρουσιαζόμαστε ως η χώρα της ελευθερίας, των δικαιωμάτων κλπ, ενώ έχουμε καταπατήσει τόσο πολύ τα δικαιώματα νεαρών ανθρώπων σαν τον Ομάρ. Στην πραγματικότητα, ενώ λέμε πως είμαστε η χώρα των γενναίων και ελεύθερων, στην περίπτωση της Μ.Α έχουμε φερθεί τελείως φοβισμένα και καταδυναστευτικά». 

Στην ερώτησή μας αν μπορούμε να ελπίζουμε πως μια μέρα η δικαιοσύνη, λόγου χάρη το ICJ, θα στρέψει το πρόσωπό της και προς δυτικούς ηγέτες που πολλοί θεωρούν υπεύθυνους για εγκλήματα πολέμου, η απάντησή του δεν ήταν και τόσο ενθαρρυντική. Μας είπε πως το συγκεκριμένο δικαστήριο έχει να αντιμετωπίσει διαχειριστικά ζητήματα ως προς τη δομή και τη χρηματοδότησή του, που τελικά αφορούν την ίδια τη λειτουργία του. Και ότι χρειάζεται πια να αρχίσει να εργάζεται με πραγματικούς δικηγόρους...