Τρεις νεαροί μετανάστες θα προσπαθήσουν να πάρουν εκδίκηση για τον φίλο τους, ο οποίος έπεσε θύμα αστυνομικής βίας. Περιφερόμενοι άσκοπα στις φτωχογειτονιές του Παρισιού μ' ένα κλεμμένο περίστροφο στα χέρια τους θα ζήσουν ένα συνταρακτικό 24ωρο, προσπαθώντας να πείσουν όσους δεν τους σέβονται ότι θα πρέπει να τους φοβούνται. Ο Ματιέ Κασσοβίτς μόλις στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, παραδίδει ένα διαχρονικό αριστούργημα του γαλλικού, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το «Μίσος» με τον Βενσάν Κασέλ, είναι μία αληθινή, συγκλονιστική και δυστυχώς, μόνιμα επίκαιρη δημιουργία. Η ταινία προβάλλεται την Τρίτη 20 Ιουνίου στις 22:00 στο Ταινιόραμα 2017, στο πλαίσιο του Αφιερώματος: «Γαλλικά Αριστουργήματα».

«Οι άνθρωποι βλέπουν στο Παρίσι την πόλη του έρωτα και του φωτός. Όμως, όσο υπάρχει αγάπη υπάρχει και μίσος, όπου υπάρχει φως υπάρχει και σκοτάδι. Δε θέλω ο κόσμος να δει την ταινία ως αντι-μπατσική, αλλά ως ενάντια σε κάθε μορφή αστυνόμευσης. Στη Γαλλία εκπαιδεύουν τους μπάτσους επί έξη μήνες και μετά τους δίνουν ένα πιστόλι και τους αμολάνε στον δρόμο. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι αρκετό. Το φιλμ δεν είναι αντι-αστυνομικό. Αν και πιστεύω πως όταν κάποιος θέλει να γίνει αστυνομικός, τότε έχει πρόβλημα.» - Ματιέ Κασσοβίτς

Το Μίσος / La Haine
Σκηνοθεσία - Σενάριο: Ματιέ Κασσοβίτς
Πρωταγωνιστές: Βενσάν Κασέλ, Ουμπέρ Κουντέ, Σαϊντ Ταγκμαουί
Μουσική: Μπρουνό Κουλέ
Φωτογραφία: Πιέρ Αΐμ
Μοντάζ: Ματιέ Κασσοβίτς
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία
Έτος Παραγωγής: 1995
Διάρκεια: 98 λεπτά

«Πρόκειται για μια κοινωνία σε ελεύθερη πτώση...» - Ουμπέρτ (Ουμπέρτ Κουντέ) / Το Μίσος

Ο Βινς (Βενσάν Κασέλ) είναι ένας Εβραίος γεμάτος οργή. Βλέπει τον εαυτό του σαν ένα γκάνγκστερ έτοιμο να κερδίσει τον σεβασμό σκοτώνοντας ένα αστυνομικό και παίζει τον ρόλο του Τρέιβις Μπίκλ από την ταινία «Ο Ταξιτζής» του Σκορτσέζε στον καθρέφτη του κρυφά. Η στάση του προς την αστυνομία είναι μια απλοποιημένη, γενική καταδίκη, ακόμη και σε μεμονωμένους αστυνομικούς που κάνουν μια προσπάθεια να τον κατευθύνουν μακριά από προβληματικές καταστάσεις.

Ο Ουμπέρτ (Ουμπέρτ Κουντέ) είναι ένας αφρικανικής καταγωγής μποξέρ και κατά καιρούς έμπορος ναρκωτικών. Είναι ο πιο ήρεμος, αλλά και ο πιο σκεπτικός από τους τρεις. Το γυμναστήριο του κάηκε στα επεισόδια και εκφράζει την επιθυμία απλά να φύγει από αυτόν τον κόσμο της βίας και του μίσους, αλλά δεν ξέρει πώς.

Ο Σαΐντ (Σαΐντ Ταγκμαουί) βρίσκεται στο κέντρο των απόψεων των δυο φίλων του. Ένας γνωστός της παρέας των τριών νεαρών, με το όνομα Αμπντέλ Ιμπάχα, είχε πρόσφατα κακοποιηθεί σε μια συμπλοκή από τους αστυνομικούς και βρίσκεται σε κώμα. Σε εκείνη τη συμπλοκή ο Βινς βρήκε ένα αστυνομικό περίστροφο και χάθηκε εκμεταλλευόμενος την ταραχή. Ορκίζεται πως αν ο φίλος του πεθάνει θα σκοτώσει με αυτό έναν αστυνομικό και όταν ο φίλος του τελικά πεθαίνει αρχίζει να σχεδιάζει την εκδίκησή του.

Μια συμπλοκή με σαδιστικούς αστυνομικούς με πολιτική περιβολή, κατά την οποία ο Σαιντ και Ουμπέρτ ταπεινώνονται και κακοποιούνται σωματικά, έχει ως αποτέλεσμα να χάνουν το τελευταίο τρένο για το σπίτι και να περνούν το βράδυ στους δρόμους. Το πρωί της επόμενης μέρας οι τρεις επιστρέφουν στο προάστιο τους και χωρίζουν για τα σπίτια τους.

Ο Βινς δίνει το όπλο του στον Ουμπέρτ. Ωστόσο, ο Βινς και ο Σαΐντ συναντούν έναν αστυνομικό με πολιτική περιβολή, τον οποίο ο Βινς είχε προσβάλει νωρίτερα μέσα στην ημέρα. Ο αστυνομικός αρπάζει και απειλεί τον Βινς, κάνοντας αναφορά στο προηγούμενο περιστατικό. Ο Ουμπέρτ σπεύδει προς βοήθειά τους, ενώ ο αστυνομικός που κρατά τον Βινς τον προκαλεί με ένα γεμάτο όπλο που στοχεύει στο κεφάλι του...

Τα γεγονότα εξελίσσονται γρήγορα και δραματικά. Πλέον κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί. Ένας μικρόκοσμος της καθόδου της γαλλικής κοινωνίας σε άσκοπη βία, μέσω της εχθρότητας. Ένα διαχρονικό φιλμ, για τη μετανάστευση, τη βία και τον ρατσισμό. Αυτό που μένει, είναι αυτό που αναγράφεται στον τίτλο και το οποίο προέρχεται από μία ατάκα που λέει ο Ουμπέρτ: «La Haine attise la haine...», δηλαδή «το Μίσος γεννάει μίσος...»

«Μισώ τους βλάκες που, χτυπώντας σε φιλικά στον ώμο, σου λένε, «Υπέροχη ταινία» ενώ πιστεύουν το αντίθετο (ή δεν την έχουν δει καν). Μισώ τα πολιτικώς ορθά σλόγκαν. Μισώ τον κόσμο που διαδηλώνει κατά του AIDS. Μισώ να βάζω το «εγώ» στην αρχή κάθε φράσης μου. Κι όμως είμαι λευκός και ζω στο Παρίσι. Δεν έχω κανέναν λόγο να μισώ. Τώρα, προσπαθήστε να φανταστείτε τι συμβαίνει στο μυαλό ενός απ’ τους νέους που ζουν στα γκέτο των προαστίων όταν ένας φίλος τους, πυροβολείται στο κεφάλι από έναν αστυνομικό...» - Ματιέ Κασσοβίτς

Ο Ματιέ Κασσοβίτς με μια ευέλικτη σκηνοθεσία ακολουθεί τους ήρωες σαν τη σκιά τους και συλλαμβάνει την οργή και την ένταση γύρω τους, αλλά και ανάμεσά τους. Δεξιοτεχνικά ο Γάλλος δημιουργός περικλείει τους ήρωες τους, με μια επιθετική και γεμάτη ρυθμό μουσική. Μία ταινία για την αστική βία.

Ο Κασσοβίτς συλλαμβάνει στην κάμερά του, τις χιουμοριστικές στιγμές αλλά και τις δραματουργικές εντάσεις της παρέας και αφήνει το σασπένς να κυκλοφορεί ανάμεσά τους, όπως η σφαίρα φεύγει από ένα περίστροφο Σμιθ Εντ Γουέσον, το οποίο περιμένει τη στιγμή που θα εκπυρσοκροτήσει. Έξυπνα ο καλλιτέχνης, δοκιμάζει τα όρια της ταινίας, των ηρώων κι εν τέλει του θεατή.

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας «Το Μίσος» (La Haine), πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1995, στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, όπου και συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα, κερδίζοντας το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Παράλληλα το φιλμ έχει τιμηθεί με τα Βραβεία Σεζάρ Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Μοντάζ, Καλύτερης Παραγωγής 1995, καθώς και με το Βραβείο Λυμιέρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας.

«Δε χρειάστηκε να αναρωτηθώ, όπως οι περισσότεροι, γιατί αυτά τα παιδιά αρπάζουν τα περίστροφα και πυροβολούν περαστικό μπάτσο. Το ένιωσα. Η βία κυκλοφορεί ελεύθερα σε κάθε μεγάλη πόλη. Την αισθάνεσαι, τη βλέπεις στα μάτια των βιαστικών που σε προσπερνούν. Ξέρετε γιατί; Επειδή το καζάνι είναι μικρό. Επομένως ανοίγεις το καπάκι και κάποιοι πετάγονται έξω σαν φυσαλίδες» - Ματιέ Κασσοβίτς