Η καινούργια Κινηματογραφική Εβδομάδα μας υποδέχεται με επτά νέες ταινίες να κυκλοφορούν στις Αίθουσες. Τις εντυπώσεις κλέβει το blockbuster «Deadpool 2» του Ντέιβιντ Λιτς, το οποίο σηματοδοτεί την επιστροφή του αθυρόστομου υπερήρωα της Marvel, με πρωταγωνιστή τον Ράιαν Ρέινολντς. Ενώ αξιόλογες προτάσεις αποτελούν, τόσο το εξαιρετικά πρωτότυπο «Too Much Info Clouding Over My Head» του Βασίλη Χριστοφιλάκη, όσο και η «Τελευταία Σημαία», από το σκηνοθέτη του «Boyhood», Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. Αναλυτικά:

«Deadpool 2» (2018) του Ντέιβιντ Λιτς (Η.Π.Α.)

Όταν ένας σούπερ-στρατιώτης αναλαμβάνει μια αποστολή δολοφονίας, ο Deadpool αναγκάζεται να αναθεωρήσει τις αξίες του για τη φιλία, την οικογένεια και αυτό που πραγματικά σημαίνει να είσαι ήρωας. Γιατί, μερικές φορές, για να κάνεις το σωστό πρέπει να πολεμήσεις βρώμικα. Ο Γουέιντ αυτή τη φορά, εκτός από τον Κέιμπλ, θα παλέψει με Νίντζα, την ιαπωνική μαφία Γιακούζα, αλλά και όποιον του σταθεί εμπόδιο στον δρόμο για τον τίτλο του καλύτερου εραστή στον κόσμο. Και όλα αυτά, δεν θα τα κάνει μόνος.

Ο αθυρόστομος υπερήρωας της Marvel επιστρέφει σε νέες, ακόμα πιο τρελές περιπέτειες, πάντα με σύντροφο το χιούμορ... που σκοτώνει. Πρωταγωνιστούν: Ράιαν Ρέινολντς, Μορένα Μπακάριν, Τζος Μπρόλιν, Ζάζι Μπιτζ, Μπριάνα Χίλντενμπραντ, Έντι Μαρσάν, Κάραν Σόνι, Λέσλι Ούγκαμς, Τζακ Κέσι. O Ντέιβιντ Λιτς, σκηνοθέτης των «John Wick» και «Atomic Blonde», βρέθηκε πίσω από το τιμόνι της σκηνοθεσίας για τη δεύτερη ταινία Deadpool και από ότι φαίνεται έχει επιφορτιστεί με την προσπάθεια να φέρει περισσότερα stunts, περισσότερο ύφος και περισσότερη δράση στη μεγάλη οθόνη.

«Too Much Info Clouding Over My Head» (2017) του Βασίλη Χριστοφιλάκη (Ελλάδα)

Ένας φιλόδοξος τριαντάρης σκηνοθέτης γεμάτος ψυχαναγκασμούς και σε υπαρξιακή κρίση μπαίνει σε περιπέτειες προσπαθώντας να μαζέψει χρήματα για μια ταινία που δεν θέλει να κάνει. To «Too Much Info Clouding Over My Head» είναι μια ασπρόμαυρη μεγάλου μήκους με μαύρο χιούμορ, ωραίο ρυθμό και γρήγορους διαλόγους. Μια ιστορία ενηλικίωσης και παράλληλα, ένας φόρος τιμής στη δεκαετία των 80s και 90s, αλλά και στους σημερινούς 30+ οι οποίοι ψάχνουν να βρουν τον δρόμο τους ψυχικά, ερωτικά και επαγγελματικά. Η ταινία λειτουργεί κι ως ένα σχόλιο πάνω στη σύγχρονη καλλιτεχνική και όχι μόνο πραγματικότητα με όλη (μα όλη) την τρέλα που την περιβάλλει.

Η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της, τον Νοέμβριο του 2017, στο 57ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, όπου και απέσπασε το μεγάλο βραβείο FIPRESCI της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου για την Καλύτερη Ελληνική Ταινία του Φεστιβάλ, το Βραβείο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου για Πρωτοεμφανιζόμενο Σκηνοθέτη, καθώς και το Βραβείο της ΕΡΤ "New Cinema". Μία ταινία - one man show κυριολεκτικά, από τον εξαιρετικό Βασίλη Χριστοφιλάκη, ο οποίος υπογράφει το σενάριο, πρωταγωνιστεί, ενώ παράλληλα πραγματοποιεί το σκηνοθετικό του ντεμπούτο!

«50 Φορές Άνοιξη» (Aurore - 2017) του Μπλαντίν Λενουάρ (Γαλλία)

Ένα ιδιαίτερα διασκεδαστικό μείγμα χιούμορ, ειλικρίνειας και ευαισθησίας, σε αυτή την ρομαντική κομεντί, η οποία εστιάζει σε μια μεσήλικη γυναίκα που βρίσκεται στη δίνη προσωπικών και επαγγελματικών αλλαγών. Η πενηντάχρονη Ορόρ Ταμπόρ, έχοντας αποφασίσει να χωρίσει από το σύζυγο της, χάνει τη δουλειά της και ταυτόχρονα μαθαίνει ότι θα γίνει γιαγιά. Νιώθει ότι η ζωή της βρίσκεται σε ένα τέλμα και ότι σιγά-σιγά περιθωριοποιείται. Αλλά όταν ξανασυναντά τυχαία τον έρωτα των νεανικών της χρόνων, κάτι αρχίζει να αλλάζει.

Η Ανιές Ζαουί αποτελεί μια σπουδαία μορφή του γαλλικού σινεμά όχι μόνο ως ηθοποιός, αλλά και ως σεναριογράφος με συνεργασίες με τον σπουδαίο Αλέν Ρενέ (Smoking / No Smoking, Η ζωή είναι ένα τραγούδι) και ως σκηνοθέτης με το ντεμπούτο της Περί Ορέξεως (2000) να φτάνει μέχρι την υποψηφιότητα για το Ξενόγλωσσο Όσκαρ. Εδώ επιστρέφει τόσο ως συνεργάτης στο σενάριο κυρίως και πάνω από όλα όμως ως πρωταγωνίστρια για να δώσει μια ανεπανάληπτη και συγκινητική ερμηνεία ως Ορόρ.

Η Μπλαντίν Λενουάρ (που ξεκίνησε ως ηθοποιός στη μικρού μήκους του Γκασπάρ Νοέ, Carne) στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της τοποθετεί τη γλυκόπικρη όσο και αστεία ιστορία της σε μια μικρή επαρχιακή γαλλική πόλη αξιοποιώντας στο έπακρο το μικρόκοσμό της και τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Το αποτέλεσμα είναι ένας ύμνος στη δίψα για ζωή σε κάθε ηλικία και βέβαια μια επίκαιρη και αισιόδοξη γιορτή της γυναικείας φύσης. Στην Ελλάδα η ταινία έκανε πρεμιέρα στο 19ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας παρουσία της σκηνοθέτιδας. Πρωταγωνιστούν: Ανιές Ζαουί, Τιμπό ντε Μονταλεμπάρ, Πασκάλ Αρμπιγιό, Σάρα Σούκο, Λου Ρόι Λεκολινέ.

«Η Τελευταία Σημαία» (Last Flag Flying - 2017) του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (Η.Π.Α.)

Αυτοί οι πεζοναύτες έχουν μια αποστολή. Τριάντα χρόνια αφού υπηρέτησαν μαζί στο Βιετνάμ, ο Λάρι αναζητεί το Σαλ και το Ρίτσαρντ για να αποχαιρετήσουν μαζί το γιο του, που σκοτώθηκε στον πόλεμο του Ιράκ. Από το σκηνοθέτη του «Boyhood», Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. Με τους: Μπράιαν Κράνστον, Στιβ Καρέλ και Λόρενς Φίσμπερν.

«Μόλις διάβασα το βιβλίο ήθελα να το κάνω ταινία. Αλλά το 2006 τελικά σκέφτηκα πως η εποχή δεν ήταν η κατάλληλη. Δεν υπήρχε το κατάλληλο timing. Ως κοινωνία δεν ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κατάματα τον πόλεμο στο Ιράκ, ο οποίος λάμβανε χώρα ακριβώς μπροστά στα μάτια μας, χωρίς να μπορούσε να δει κάποιος πως και πότε θα τελείωνε όλο αυτό. Αν σκεφτεί κανείς την ιστορία των πολεμικών ταινιών εύκολα αντιλαμβάνεται πως οι καλύτερες συνήθως προκύπτουν χρόνια μετά το πέρας του πολέμου. Τότε που οι άνθρωποι είναι επιτέλους έτοιμοι να ξεκινήσουν να εξετάζουν τι ακριβώς έχει συμβεί. Όταν τελικά ξεκαθάρισε πως το φιλμ δεν θα γυριζόταν τότε, θυμάμαι να μιλάω στον Ντάριλ και να του λέω: "Αυτή η ταινία κάποια στιγμή θα γίνει"». - Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ

«Το Ταλέντο» (Le Brio - 2017) του Ιβάν Ατάλ (Γαλλία, Βέλγιο)

Μετά από ένα περιστατικό, ένας λαμπρός καθηγητής γνωστός για τις εκρήξεις του αναγκάζεται να συμβουλεύει τον μαθητή που αδίκησε για ένα διαγωνισμό ομιλίας. Πρωταγωνιστούν: Ντανιέλ Οτέιγ, Καμέλια Τζορντάνα.

«Εσύ Διαλέγεις» (L'embarras du choix / You choose - 2017) του Ερίκ Λαβέν (Γαλλία, Βέλγιο)

Καθημερινά καλούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσά σε διάφορα πράγματα, η Τζουλιέτ όμως αδυνατεί να αποφασίσει. Έχει μάθει να αποφασίζουν άλλοι για αυτήν μέχρι που γνωρίζει δύο γοητευτικούς άνδρες. Αυτή την φορά θα πρέπει μόνη να επιλέξει ποιος πραγματικά της αρέσει. Μετά «Μαμά..γύρισα» ο Ερίκ Λαβέν και η Αλεξάντρα Λαμί επιστρέφουν με μια ακόμα ελαφριά κωμωδία.

«Βασιλικοί Γάμοι» (The Royal Exchange - 2017) του Μαρκ Ντουγκέν (Γαλλία)

Το 1721, ο Φίλιππος της Ορλεάνης, Αντιβασιλέας της Γαλλίας, έχει μια τολμηρή ιδέα. Ο εντεκάχρονος Λουδοβίκος ΙΕ’ πρόκειται να στεφθεί βασιλιάς και μια «πριγκιπική ανταλλαγή» θα επέτρεπε στη χώρα να διασφαλίσει την ειρήνη με την Ισπανία μετά από μακροχρόνιο πόλεμο, ο οποίος έπληξε οικονομικά και τα δύο βασίλεια. Ο Αντιβασιλέας προτείνει να παντρευτεί ο διάδοχος του Ισπανικού θρόνου την κόρη του, Δεσποινίδα του Μονπενσιέ και σε αντάλλαγμα να παντρευτεί ο Λουδοβίκος ΙΕ’ την τετράχρονη πριγκίπισσα της Ισπανίας. Έτσι, οι μικροί μελλόνυμφοι θα γίνουν, παρά τη θέλησή τους, πιόνια στα παιχνίδια εξουσίας των ενηλίκων. Με τους: Λαμπέρ Ουίλσον, Αναμαρία Βαρτολομέι, Ολιβιέ Γκουρμέ, Κατρίν Μουσέ, Κέισι Μοτέ Κλάιν. Το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο της Σαντάλ Τομά.

«Το συγκεκριμένο περιστατικό της πριγκιπικής ανταλλαγής είναι αξιοσημείωτο κυρίως λόγω  της σκληρής συμπεριφοράς απέναντι σε αυτά τα παιδιά αλλά και για τον τρόπο που επέλεξε το καθένα να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Τα παιδιά αυτά χειραγωγήθηκαν από ενήλικες που, ουσιαστικά, δε μεγάλωσαν ποτέ και βλέπουν τον πόλεμο σαν παιχνίδι. Αυτός υπήρξε ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στην πτώση της μοναρχίας, την απαρχή της οποίας βλέπουμε στην ταινία. Η Σαντάλ συμφώνησε με την δική μου εκδοχή του Λουδοβίκου ΙΕ’ κι εγώ προσπάθησα να σεβαστώ την δική της οπτική για την πριγκίπισσα της Ισπανίας. Ταυτόχρονα, προσπάθησα να μην «κλέψουν την παράσταση» από τους άλλους δύο παιδικούς χαρακτήρες γιατί με ενδιέφεραν εξίσου και τα τέσσερα παιδιά. Υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις μια ιστορική ταινία:  είτε κινηματογραφείς την επίσημη εκδοχή χωρίς παρεκκλίσεις, είτε επιλέγεις μια πιο προσωποκεντρική αφήγηση. Εγώ διάλεξα τον δεύτερο γιατί ήθελα να επικεντρωθώ στα παιδιά, στις αντιδράσεις και τα συναισθήματά τους.» - Μαρκ Ντουγκέν