«Άραγε θα μας ξεχάσουν» έγραφε η αφίσα της νέας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη και της Ιωάννας Καρυστιάνη. Οι δύο δημιουργοί παίρνουν θέση απέναντι στην ιστορική μνήμη για άλλη μια φορά, δίνοντας την απάντηση στο ερώτημα, μέσα από μία ταινία μεστή, άρτια δομημένη και εξαιρετικά συγκινητική, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από παραγωγές του διεθνούς κινηματογράφου. 

«Το τελευταίο σημείωμα» είναι μια ταινία που μιλάει για την εκτέλεση των 200 κομουνιστών στην Καισαριανή, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονται από την Ακροναυπλία μετά την άρνηση του Μεταξά, να τους αφήσει να πολεμήσουν στο μέτωπο. Η εκτέλεση ήταν τα αντίποινα για τη δολοφονία Γερμανού διοικητή στους Μολάους της Λακωνίας. Πρόκειται για τη η μαζικότερη εκτέλεση, ειδωμένη μέσα από την ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, τον οποίο είχε τοποθετήσει το κόμμα ως διερμηνέα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Η ταινία ακολουθεί τους  κρατούμενους, που βασανίζονται, δοκιμάζονται, βρίσκονται τετ α τετ με την οσμή του θανάτου διαρκώς και δεν υποψιάζονται, όταν τους πάνε για μεταγωγή, πως θα εκτελεστούν καθώς είναι μακριά οι Μολάοι από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου όπου βρίσκονται. 

«Ρωτάτε για ποιους κάναμε την ταινία. Έστω για αυτούς τους 200 που έδωσαν τη ζωή τους», λέει ο Παντελής Βούλγαρης στους δημοσιογράφους. «Τελευταία γίνονται υπερπαραγωγές για τον 2ο παγκόσμιο  πόλεμο. Εκεί δεν μπαίνει το ερώτημα «γιατί τώρα;», προσθέτει η σύντροφός του και σεναριογράφος της ταινίας Ιωάννα Καρυστιάνη. Εδώ κάνουμε ελάχιστα πράγματα σαν να μην έχουμε μνημονικές ανάγκες. Γονιός είναι το χθες μας αναθρέφει. Οτιδήποτε έχει συμβεί μας κατατρέχει στο σήμερα και στο αύριο», προσθέτει.

Είναι σαφής στην ταινία η αναμέτρηση των δύο κόσμων που εκφράζονται μέσα από τον Σουκατζίδη και τον Γερμανό διοικητή του στρατοπέδου Φίσερ. Η ωμή δύναμη της κυριαρχία απέναντι στη δύναμη της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς, ο κυνισμός της τρέλας της εξουσίας των δολοφόνων ναζί απέναντι στην αυτοθυσία ανθρώπων που υποκινούνται από την αγάπη για την πατρίδα και τον άνθρωπο.  

Ο Βούλγαρης, περιγράφει την πορεία της έρευνας και της εσωτερικής του καταβύθισης «Ήθελα να καταλάβω τους 200 και τον Ναπολέοντα. Σε αυτή την εποχή της πολυθρόνας ήθελα να μιλήσω γι’ αυτούς που το πήγαν στο τέρμα με τις πολιτικές τους επιλογές και την αξιοπρέπειά τους», εξηγεί. 

Μα δεν είναι γνωστά αυτά τα γεγονότα; «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν καν την ιστορία, το όνομα του Σουκατζίδη. Ακόμα και καθηγητές ιστορίας του πανεπιστήμιου». απαντά η Καρυστιάνη. «Όχι δεν θέλαμε να δώσουμε μαθήματα ιστορίας. Μπορούν οι άνθρωποι να αισθανθούν;»

Αυτό είναι κάτι που το ξέρει πολύ καλά το καλλιτεχνικό δίδυμο. Χτίζουν τη συγκίνηση μέσα από ένα σενάριο άψογα δομημένο, με οικονομία στον λόγο που συχνά εκφράζει μια ποιητικότατα, όχι διανοουμενίστικη αλλά βγαλμένη μέσα  από τη λαϊκή σοφία, που αφήνει στο κόσκινο μόνο την ουσία της στιχομυθίας μεταξύ των ηρώων. Στην ίδια φιλοσοφία, η σκηνοθετική γραμμή του Βούλγαρη. Ακόμα πιο λιτή από την τελευταία του ταινία, εμπλουτισμένη με ένα πιο σύγχρονο βλέμμα, απαλλαγμένη από την παγίδα της υπερβολής στην οποία θα ήταν εύκολο κάθε σκηνοθέτης να πέσει εξαιτίας του ίδιου του θέματος. 

Έτσι απλά, αναδύεται το μεγάλο, μέσα από το βλέμμα τους. Η πίστη στα ιδανικά και στον άνθρωπο, η αυτοθυσία, η ελπίδα. Η άρνηση του Σουκατζίδη να εξαιρεθεί τελευταία στιγμή από το εκτελεστικό απόσπασμα, φαίνεται στην οθόνη εξαιρετικά ηρωική γιατί ο Βούλγαρης επιλέγει, όχι να κραυγάσει τον ηρωισμό. Απέναντι στον Φίσερ, τον Γερμανό διοικητή στέκεται ευθυτενής, αλλά όχι μεγαλοπρεπής ο Σουκατζίδης. Η άρνηση του δεν συνοδεύεται με μεγαλοστομίες για την πατρίδα αλλά με τη σχέση του με τους συντρόφους του. «Θέλετε να με εξαιρέσετε για να με ξεφτιλίσετε στους συντρόφους μου». Δεν δέχεται να εξαιρεθεί ο ίδιος και να θανατωθεί ένας άλλος σύντροφος. Οι ίδιοι είναι που θα ζητήσουν ως τελευταία τους επιθυμία να εκτελεστούν όλοι μαζί. Αυτό το «όλοι μαζί»  επανέρχεται ξανά και ξανά στην ταινία, σαν πυρήνας που ενδυναμώνει τους κρατούμενους που δοκιμάζονται ακραία. Ωστόσο πίσω από την απλότητα, πίσω από τα γεγονότα, τα πρόσωπα και την ιδιαίτερη σχέση του Φίσερ με τον Ναπολέοντα, υπάρχει πολύχρονη έρευνα όπως παραδέχονται οι δημιουργοί. Αφού οι Γερμανοί κατέστρεψαν όλα τα αρχεία από το Χαϊδάρι μετά φεύγοντας άρον άρον τρομαγμένοι, έπρεπε τα στοιχεία να αναζητηθούν αλλού. 

«Ανακάλυπτα πρόσωπα. Την Πηνελόπη Δέλτα που αυτοκτόνησε την ημέρα που μπήκαν τα γερμανικά στρατεύματα στην Αθήνα. Τον Αλέξη Μινωτή που έφυγε με πλοίο να πάει στη Μ. Ανατολή. Έπαθα επίσης πλάκα με τα ονόματα που άκουγα του Χαϊδαρίου. Ο πιτσιρικάς ο 13χρονος που είδατε στην ταινία, εκτελέστηκε έναν μήνα μετά γιατί μαζί με ένα κορίτσι είχαν κάνει ψεύτικα όπλα και αφόπλιζαν Γερμανούς. Ήταν πολλά παιδιά κρατούμενοι κι εκτελέστηκαν πολλά παιδιά», εξηγεί η Καρυστιάνη. 

Η ταινία δεν αναπαράγει συνεχώς λεκτικά ή άλλα σύμβολα των κομουνιστών και ήδη ασκείται κριτική εξ’ αριστερών εξαιτίας αυτού. Η λέξη κομουνιστές ακούγεται δύο φορές, ακούγεται όμως. Μέσα από τις οδηγίες της καθοδήγησης μαθαίνουμε που βρίσκεται κάθε φορά ο κόκκινος στρατός. Μέσα από τη δράση των ηρώων, ο θεατής αφουγκράζεται περισσότερα για τον αγώνα αυτόν από όσα θα μπορούσαν να αποδοθούν μέσα από το αναμάσημα γνωστών συμβόλων. Σε μια χώρα που αρνείται ακόμα να συνδέσει καθαρά την απελευθέρωση από τους ναζί με τη δράση του ΕΑΜ, η ταινία αυτή παίρνει θέση.  

Τα νέα που έρχονται απ’ έξω στο στρατόπεδο είναι κρυμμένα σε καρυδότσουφλα και σε καρβέλια με τρεις χαρακιές. Τα μηνύματα μεταφέρουν αλλεπάλληλους θανάτους, ξέρουν ότι είναι λίγο πριν το θάνατο.

«Όταν κάνεις μια ταινία για τους 200, ο θάνατος πανταχού παρών. Οι περισσότεροι προέρχονταν από την Ακροναυπλία. Ο Μεταξάς δεν τους άφησε να πολεμήσουν στο μέτωπο. Όμως οι άνθρωποι θέλανε να ζήσουνε δεν ήταν σπέσιαλ εφέ», λέει η Καρυστιάνη. 

Κορυφαία σκηνή του έργου, το γλέντι των κρατουμένων την προηγούμενη της μεταγωγής τους στην Καισαριανή. Χορεύουν και τραγουδούν Κρητικά, Ποντιακά, νησιώτικα για να ξορκίσουν τον θάνατο. Ρωτάω τον Π. Βούλγαρη αν έγινε έτσι ακριβώς και απαντάει καταφατικά. «Αυτό τους κρατούσε και έρωτας σε κρατάει επίσης όταν είσαι ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο», προσθέτει η Καρυστιάνη. 

Εξαιρετικός και ιδιαίτερα εκφραστικός μέσα στη δωρικότητά του ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στον ρόλο του Σουκατζίδη (πρωταγωνιστής και της Μικράς Αγγλίας) αλλά και η Μελία Κράιλινγκ στο ρόλο της μνηστής του Χαράς καθώς και ο Αντρέ Χένικε στον ρόλο του Καρλ Φίσερ (τον θυμόμαστε από την ταινία «Η πτώση»). Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στον Τάσο Δήμα (ο καθοδηγητής) μέσα από το βλέμμα του οποίου περνούν οι λεπτές αποχρώσεις του κλίματος της εποχής και στον Βασίλη Κουκαλάνι που στο μικρό του πέρασμα από την ταινία έκανε αίσθηση. 

Εξαιρετική επίσης η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή, τα σκηνικά του Σπύρου Λάσκαρη και τα κοστούμια της Γιούλας Ζωϊοπούλου, το κάστινγκ της Κωνσταντίνα Βούλγαρη και η μουσική του «The boy» που έδωσε αφενός σύγχρονο αέρα χωρίς να σε απομακρύνει από την ατμόσφαιρα της εποχής. Ακόμα και τα ίδια τα αντικείμενα που επιλέχθηκαν, έφεραν ένα ιδιαίτερο φορτίο: «Σε αυτόν τον καναπέ έκατσαν πολλοί από τους πρωταγωνιστές της εποχής» μου είπε η Καρυστιάνη στην έξοδο καθώς συνεχίζαμε να μιλάμε για την ταινία που χωρίς αμφιβολία είναι ένας ύμνος στη ζωή και μια πυξίδα για το σημερινό αδιέξοδο. 

* Στην πρώτη εκδοχή του κειμένου αποδόθηκε από λάθος δικό μας στην Ιωάννα Καρυστιάνη η φράση «θα ήθελα να δουν την ταινία και οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής». Η συγγραφέας είπε: «θα ήθελα να παρακολουθήσουν την ταινία και οι Γερμανοί πολίτες». Διορθώσαμε επίσης το λάθος στη δήλωση του Παντελή Βούλγαρη σε σχέση με την Πηνελόπη Δέλτα. Ο σκηνοθέτης αναφερόμενος στη βιβλιογραφία μέσα από την οποία  άντλησε πληροφορίες είπε πως η Πηνελόπη Δέλτα αυτοκτόνησε την ημέρα που μπήκαν στην Αθήνα οι Γερμανοί.