Η Ανταρκτική είναι μια τεράστια παγωμένη γη που καλύπτεται από το μεγαλύτερο στρώμα πάγου στον κόσμο. Αυτό το στρώμα πάγου που υπάρχει εδώ και 40 εκατομμύρια χρόνια τουλάχιστον, περιέχει περίπου το 90% του γλυκού, πόσιμου νερού του πλανήτη. Οι πάγοι που καλύπτουν τη γη της, λειτουργούν σαν προστατευτικός καθρέφτης που αντανακλά ένα μεγάλο μέρος της ηλιακής θερμότητας στο Διάστημα, διατηρώντας τον πλανήτη ψυχρό.

Λιγότερο γνωστό είναι ότι η Ανταρκτική φιλοξενεί επίσης πολλά ενεργά ηφαίστεια, μέρος μιας τεράστιας «ηφαιστειακής επαρχίας» που εκτείνεται χιλιάδες χιλιόμετρα κατά μήκος της δυτικής άκρης της ηπείρου. Αν και η ηφαιστειακή επαρχία ήταν γνωστή και μελετάται εδώ και δεκαετίες, περίπου 100 «νέα» ηφαίστεια ανακαλύφθηκαν πρόσφατα κάτω από τους πάγους από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι οποίοι χρησιμοποίησαν δορυφορικά δεδομένα και ραντάρ που διεισδύουν στο πάγο για να ψάξουν για κρυφές κορυφές.

«Eίναι πολύ πιθανό, αυτή η περιοχή να αποδειχτεί η περιοχή με την μεγαλύτερη πυκνότητα ηφαιστείων στο κόσμο, ακόμη μεγαλύτερη και από την ανατολική Αφρική, όπου συναντάμε το Νιραγκόνγκο, το Κιλιμάντζαρο, το Λονγκονοτ και όλα τα άλλα ενεργά ηφαίστεια» δήλωσαν οι επιστήμονες και τόνισαν ότι  «η ανακάλυψη είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή η δραστηριότητα αυτών των ηφαιστείων μπορεί να έχει κρίσιμες επιπτώσεις για τον υπόλοιπο πλανήτη ενώ ταυτόχρονα επισημαίνουν μια ανησυχητική τάση: «Η μεγαλύτερη ηφαιστειακή κατάσταση αυτή τη στιγμή στον κόσμο είναι σε περιοχές που μόλις πρόσφατα ‘έχασαν’ τους παγετώνες τους, μετά το τέλος της τελευταίας εποχής των παγετώνων. Πρόκειται για περιοχές, όπως η Ισλανδία και η Αλάσκα. Η θεωρία υποδηλώνει ότι αυτό συμβαίνει επειδή, χωρίς το στρώμα πάγου πάνω από αυτά, υπάρχει απελευθέρωση της πίεσης στα ηφαίστεια, κάτι που τα κάνει πιο ενεργά».

Αλλά τι θα συμβεί αν τα ηφαίστεια της Ανταρκτικής ξυπνήσουν;

Όπως αναφέρει το το βρετανικό περιοδικό The Conversation, μπορούμε να πάρουμε κάποια ιδέα κοιτάζοντας το παρελθόν. Ένα από τα ηφαίστεια της Ανταρκτικής, το Όρος Takahe, ευθύνεται για μια σειρά από εκρήξεις που συνέβησαν περίπου 18.000 χρόνια πριν και πυροδότησαν μια αρχαία τρύπα του όζοντος. Αποτέλεσμα ήταν η υπερθέρμανση του νότιου ημισφαίριου που προκάλεσε την τήξη των παγετώνων και συνέβαλε στο «κλείσιμο» της τελευταίας εποχής των παγετώνων.

Για να συμβεί ξανά κάτι τέτοιο απαιτείται μια σειρά από εκρήξεις, ομοίως εμπλουτισμένες σε αλογόνα, από ένα ή περισσότερα ηφαίστεια που εκτίθενται σήμερα πάνω από τον πάγο. Ένα τέτοιο σενάριο είναι απίθανο αλλά δεν είναι αδύνατο. Πιο πιθανό είναι ότι ένα ή περισσότερα από τα πολλά ηφαίστεια, μερικά από τα οποία είναι γνωστό ότι είναι ενεργά, θα εκραγούν σε κάποια άγνωστη ώρα στο μέλλον.

Λόγω του τεράστιου πάχους του υπερκείμενου πάγου, είναι απίθανο τα ηφαιστειακά αέρια να βρεθούν στην ατμόσφαιρα. Ωστόσο, τα ηφαίστεια θα έπλητταν τεράστια σπήλαια στη βάση του πάγου και θα δημιουργούσαν τεράστιες ποσότητες λιωμένων υδάτων. Επειδή το στρώμα πάγου της δυτικής Ανταρκτικής είναι υγρό και όχι παγωμένο, το λιωμένο νερό θα λειτουργούσε ως λιπαντικό και θα μετακινούσε με γρήγορο ρυθμό τους πάγους.

Ο όγκος του νερού που θα δημιουργούσε ακόμη και ένα μεγάλο ηφαίστειο είναι ελάχιστος σε σύγκριση με τον όγκο του υπερκείμενου πάγου. Έτσι μια μόνο έκρηξη δεν θα έχει μεγάλη επίδραση στη ροή του πάγου. Αυτό που θα έκανε μια μεγάλη διαφορά, είναι αν πολλά ηφαίστεια ξεσπούσαν κοντά ή κάτω από κάποιο από τα σημαντικότερα «ρέματα πάγου» της Δυτικής Ανταρκτικής.

Τα ρέματα πάγου είναι ποτάμια πάγου που ρέουν πολύ γρήγορα. Είναι οι δρόμοι, μέσω των οποίων, το μεγαλύτερο μέρος του πάγου της Ανταρκτικής παραδίδεται στον ωκεανό και επομένως οι διακυμάνσεις της ροής και της ταχύτητάς τους μπορούν να επηρεάσουν τη στάθμη της θάλασσας. Εάν το πρόσθετο «λιπαντικό» που θα προέλθει από τις ηφαιστειακές εκρήξεις διοχετευόταν κάτω από ρέματα πάγου, η επακόλουθη ταχεία ροή μπορεί να παρασύρει ασυνήθιστες ποσότητες πάγου στον ωκεανό, προκαλώντας αύξηση της στάθμης της θάλασσας.

Τα ηφαίστεια κάτω από τον πάγο είναι πιθανώς αυτά που προκάλεσαν ταχεία ροή αρχαίων ρεμάτων πάγου στο τεράστιο ράφι πάγου Ross, το μεγαλύτερο ράφι πάγου της Ανταρκτικής. Το πιο δραματικό από όλα είναι ότι μια μεγάλη σειρά από εκρήξεις θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει πολλά ακόμα ηφαίστεια. Οι περισσότερες εκρήξεις και η τήξη πάγου θα σήμαινε ότι θα διοχετευθούν ακόμα περισσότερα ύδατα στα ρέματα πάγου. Κάτι παρόμοιο συνέβη στην Ισλανδία, η οποία είδε μια αύξηση στις ηφαιστειακές εκρήξεις όταν οι παγετώνες άρχισαν να υποχωρούν στην τελευταία εποχή των παγετώνων.

Έτσι φαίνεται ότι η μεγαλύτερη απειλή από τα πολλά ηφαίστεια της Ανταρκτικής θα είναι εάν συμβούν αρκετές εκρήξεις. Αν αυτά τα ηφαίστεια έχουν ήδη εκτεθεί πάνω από τον πάγο και τα αέρια τους είναι πλούσια σε αλογόνα τότε μπορεί να προκύψει απότομη υπερθέρμανση με τραγικές κλιματολογικές επιπτώσεις.

Η έκρηξη ακόμα και ενός ηφαιστείου που βρίσκεται στρατηγικά κοντά σε οποιοδήποτε από τα ρέματα πάγου της Ανταρκτικής μπορεί να προκαλέσει τη συγκέντρωση σημαντικών ποσών πάγου στη θάλασσα.

«Εάν ένα από αυτά τα ηφαίστεια εκρήγνυται, θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τους πάγους της δυτικής Ανταρκτικής. Οτιδήποτε προκαλεί τήξη του πάγκου, όπως μια έκρηξη, επιταχύνει την ροή του πάγου στη θάλασσα. Το μεγάλο ερώτημα είναι: πόσο δραστήρια είναι αυτά τα ηφαίστεια. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διαλευκάνουμε το συντομότερο δυνατό», δήλωσε ο Ρόμπερτ Μπίνγκαμ, ένας από τους επιστήμονες που πήραν μέρος στην έρευνα.

«Τα περισσότερα ηφαιστειακά φαινόμενα που συμβαίνουν στον κόσμο σήμερα είναι σε περιοχές που έχασαν πρόσφατα τους πάγους που τις κάλυπταν. Αυτές οι περιοχές περιλαμβάνουν την Ισλανδία και την Αλάσκα. Αυτό συμβαίνει γιατί, χωρίς τους πάγους πάνω στα ηφαίστεια, αυτά δεν πιέζονται και γίνονται πιο ενεργά», τόνισε ο Μπίνγκαμ.

Το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να συμβεί στη δυτική Ανταρκτική, όπου η σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας από την κλιματική αλλαγή έχει αρχίσει να επηρεάζει τους πάγους. Αν υπάρξει σημαντική μείωση των πάγων, θα μειωθεί η πίεση στα ηφαίστεια και αυτό θα οδηγήσει σε εκρήξεις, που θα αποσταθεροποιήσουν ακόμα περισσότερο τους παγετώνες και θα αυξήσουν την στάθμη της θάλασσας, που ήδη παρατηρείται.

«Είναι κάτι που πρέπει να παρακολουθούμε προσεκτικά», κατέληξε ο Μπίνγκαμ.