Η  παλαιογενετική ορίζεται ως η επιστήμη που μελετά το DNA πλασμάτων που είναι νεκρά εδώ και πολλά χρόνια. Πρόκειται για έναν κλάδο που αναπτύχθηκε μόλις την τελευταία δεκαετία, με τα σοβαρά ευρήματά του να μετρούν μόλις πέντε χρόνια καταγραφής.

Η επιστημονική εγκυρότητα της παλαιογενετικής βασίζεται στη δυνατότητα του DNA να παραμένει αναλλοίωτο για χιλιάδες μέχρι και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Ο Άνταμ Ράδερφορντ, στο βιβλίο του «A Brief History of Everyone Who Ever Lived» εξηγεί πως συνδεόμαστε γενετικά μεταξύ μας, αλλά και με είδη και οργανισμούς που προϋπήρχαν χρονικά στον πλανήτη.

Όπως αναφέρει το National Geographic, η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη της παλαιογενετικής ήρθε το 2009, όταν για πρώτη φορά εξετάστηκε το DNA του Νεάντερνταλ, δίνοντάς μας την πληροφορία ότι περιέχει δείγματα του δικού μας DNA, δηλαδή του Homo Sapiens. Αντίστοιχα, το DNA του Homo Sapiens περιέχει ένα μικρό δείγμα από αυτό του Νεάντερνταλ, με  αυτό των Ευρωπαίων να αγγίζει μέχρι και το 2%. Το πέρασμα αυτό από το ένα είδος στο άλλο αποδεικνύεται επιστημονικά πως συνέβη μέσω σεξουαλικής επαφής.

Αντίστοιχα ευρήματα αποδεικνύουν και τη σχέση του Homo Sapiens με ένα άλλο είδος, τους Denisovans, όνομα που προήλθε από τον τόπο όπου βρέθηκαν τα δείγματα DNA ενός έφηβου κοριτσιού που εξετάστηκαν αντίστοιχα, δείχνοντάς μας την αλληλεπίδραση των τριών ειδών μεταξύ τους.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι το ότι μέσω της παλαιογενετικής μπορούν να εξηγηθούν σύγχρονες συνήθειες του ανθρώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ευρεία κατανάλωση γάλακτος αλλά και γαλακτοκομικών προϊόντων γενικότερα από τον Ευρωπαϊκό πληθυσμό, παρά το γεγονός ότι σε άλλες ηπείρους η πλειοψηφία των ανθρώπων έχει δυσανεξία στη λακτόζη. Αυτό οφείλεται στο ότι παλαιότερα είδη που κατοικούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο κατανάλωναν αντίστοιχα προϊόντα και μετέδωσαν στον Homo Sapiens την ανθεκτικότητά τους στη λακτόζη. Μάλιστα η ανθεκτικότητα αυτή προήλθε αφού το ανθρώπινο είδος ήδη ασχολείτο με την κτηνοτροφία και όχι πριν να συμβεί αυτό.

Γιατί έχει όμως έχει τόσο μεγάλη σημασία να εξετάζουμε το DNA και την καταγωγή του ανθρώπου; Δυστυχώς, τα ζητήματα φυλής και καταγωγής απασχολούν ακόμα μεγάλο μέρος του κόσμου, γεννούν τον ρατσισμό και γίνονται αιτία συγκρούσεων. Τι απαντάει ο γενετιστής Άνταμ Ράδερφορντ; 

Τα χαρακτηριστικά με τα οποία διαχωρίζουμε τη φυλή και καθορίζουμε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες είναι κυρίως στοιχεία όπως το χρώμα του δέρματος, τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, το είδος και το χρώμα των μαλλιών. Όλα αυτά είναι βιολογικά κωδικοποιημένα. Όμως στην πραγματικότητα αν εξετάσουμε το πλήρες γονιδίωμα των ανθρώπων όλου του κόσμου, αυτές οι διαφορές αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό κλάσμα των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων.

Αυτό που φανερώνει λοιπόν η επιστήμη της γενετικής, σχεδόν «κοροϊδεύοντας» την ίδια την έννοια της φυλής, είναι, όπως σημειώνει ο Ράδερφορντ, το γεγονός ότι υπάρχει μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία στην Αφρικανική ήπειρο παρά σε ολόκληρο τον κόσμο. Για παράδειγμα αν πάρεις κάποιον από το Σουδάν και κάποιον από την Αιθιοπία είναι πιο πιθανό είναι έχουν περισσότερες γενετικές διφορές από ότι αν η συγκριση του καθένα γινόταν με οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο στον πλανήτη. 

Στην ουσία τα γονίδια έχουν τη δυνατότητα να πουν πολλά για ολόκληρους πληθυσμούς και την ανθρώπινη ιστορία σαν είδος, αλλά ελάχιστα πράγματα για μεμονωμένα άτομα. «Αυτός είναι και ο λόγος που έγραψα το βιβλίο. Να γίνει κατανοητό πως πρέπει να απομακρυνθούμε από την ριζωμένη αντίληψη πως η γενετική αποτελεί ένα είδος πεπρωμένου», σημειώνει ο Άνταμ Ράδερφορντ.

Μέσω της γενετικής, το γνωστό ρητό «φύση εναντίον ανατροφής» μετατρέπεται σε «φύση μέσω της ανατροφής». Σαν παράδειγμα μάλιστα παρουσιάζονται αναλύσεις στο DNA ανθρώπων που έχουν διαπράξει εγκλήματα όπως κατά συρροήν δολοφονίες. Όπως υπογραμμίζει ο Βρετανός γενετιστής, aυτό που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχει σε κάποιο βαθμό γενετήσια βάση στην ανθρώπινη συμπεριφορά, όμως ο παράγοντας του περιβάλλοντος διαβίωσης και ανάπτυξης του ανθρώπου είναι ο πραγματικά καθοριστικός της συμπεριφοράς που αυτός υιοθετεί.

Στο ερώτημα αν το ανθρώπινο γένος συνεχίζει να εξελίσσεται, η απάντηση είναι ότι αν συνεχίσει να τεκνοποιεί τότε αυτό είναι βέβαιο, από τη στιγμή που κάθε γονιδίωμα είναι μοναδικό, άρα και διαφορετικό από το προηγούμενο.  Το ζήτημα, αναφέρει ο Ράδερφορντ, είναι να δούμε αν η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα φυσικής επιλογής ή περιβαλλοντικών συνθηκών, κάτι που όμως θα αργήσει να απαντηθεί εξαιτίας της αργής προσαρμοστικότητας του ανθρώπου σε νέες συνθήκες.