Τα τελευταία χρόνια, σημαντικές εξελίξεις στο χώρο της τεχνολογίας και οι χρήσεις τους στην καθημερινότητά μας έχουν οδηγήσει ευρύτατα κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού να αμφισβητούν το κατά πόσο η βιομηχανία της Silicon Valley εκμεταλλεύεται αυτές για να καλυτερεύσει τη ζωή μας ή για να εκμεταλλευτεί τελικά εμάς τους ίδιους ώστε να πολλαπλασιάσει τα κέρδη της.

Πολλοί θα αντιπαρατεθούν πως σκοπός της βιομηχανίας ήταν εξαρχής η διόγκωση της κεφαλαιακής της αξίας και πως είναι αφελές να σκέφτεται κανείς το παραπάνω, ωστόσο τα πρόσφατα παραδείγματα με τα οποία έχει έρθει αντιμέτωπη η ανθρωπότητα ξεπερνούν τη φαντασία ακόμη και των εξαρχής καχύποπτων.

Από τις πρόσφατες αποδείξεις ότι οι Ρωσικές δυνάμεις έπαιξαν τεράστιο ρόλο αναφορικά με τα αποτελέσματα των Αμερικανικών εκλογών μέσω των κοινωνικών δικτύων, μέχρι την πλημμύρα του διαδικτύου από διαφημίσεις ακόμα και σε σελίδες που δεν θα περίμενε κανείς, η τεχνολογία φαίνεται πως επηρεάζει τις ζωές μας αρνητικά σε βαθμό που δεν περιμέναμε ποτέ.

Με όπλο τους την πεποίθηση ότι "αν διαφωνείς με τη Silicon Valley εμποδίζεις την ίδια την πρόοδο", τεχνολογικές εταιρίες είναι πλέον ικανές να μανιπουλάρουν πολίτες ώστε να υποστηρίζουν online μονοπώλεια (η Amazon εξαγόρασε πρόσφατα την Whole Foods), να "καταναλώνουν" πολιτική προπαγάνδα και να χρησιμοποιούν υπηρεσίες όπως τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγούς της Uber, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Για βαθύτερη κατανόηση του ζητήματος όμως, ας εξετάσουμε τον τρόπο λειτουργίας μιας σειράς από εταιρίες κολοσσούς της Silicon Valley από την ίδρυσή τους μέχρι και σήμερα.

Όταν ιδρύθηκε, η Google ήταν ένα από τα πιο αξιόπιστα search engines του διαδικτύου, αφού, σύμφωνα με εκπροσώπους της εταιρίας, αυτό στο οποίο δινόταν έμφαση ήταν ''η εμπειρία της αναζήτησης ενός λήμματος και όχι τα πιθανά κέρδη''. Σήμερα, οι χρήστες της μηχανής αναζήτησης θα έρθουν αντιμέτωποι με πληθώρα διαφημίσεων και πληρωμένου περιεχομένου με προτεραιότητα εμφάνισης στην πλατφόρμα, πρωτού ανακαλύψουν αυτό το οποίο πραγματικά αναζητούν με την είσοδό τους στο σάιτ.

Το πιο ανησυχητικό σε σχέση με τα παραπάνω είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη της τεχνολογικής βιομηχανίας, οι χρήστες δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τους διοχετεύεται διαφημιστικό περιεχόμενο ή αν το καταλαβαίνουν, το ξεχνούν άμεσα ή δεν το λάμβανουν υπόψη τους, τουλάχιστον άμεσα.

Αντίστοιχα, όταν ξεκίνησε το Facebook, ο ιδρυτής του, Μαρκ Ζάκερμπεργκ, έκανε λόγο για ένα μέσο η δύναμη του οποίου ήταν οι χρήστες του. Σήμερα η πραγματική δύναμη του μέσου είναι η πληθώρα διαφημίσεων και περιεχομένου που φτάνουν στους εκατομμύρια χρήστες του.

Η διάδραση μεταξύ υπολογιστών και ανθρώπων ήταν εξαρχής ένα περίπλοκο ζήτημα και οι προγραμματιστές της Silicon Valley δεν θα αργούσαν να την εκμεταλλευτούν περαιτέρω. Όσα συμβαίνουν μεταξύ του κοινού και αυτής είναι τόσο εκτός της αντίληψής μας, που οι αλγόριθμοι που υφαρπάζουν την υπεραξία της διαδικτυακής αλλά και πραγματικής μας ταυτότητας δύνανται να τη χρησιμοποιήσουν με τρόπους που δεν θα φανταζόμασταν ποτέ.

Οι tech leaders ανά τον κόσμο αντιλαμβάνονται την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους υπολογιστές τους και την εκμεταλλεύονται χρησιμοποιώντας push notifications, surge pricing, συμβουλεύοντάς τους να αποκτήσουν συγκεκριμένους φίλους και να δουν συγκεκριμένες ταινίες και ενημερώνοντάς τους για τις αγορές που έχουν κάνει χρήστες παρόμοιων ενδιαφερόντων. Σύμφωνα με τον Ζάκερμπεργκ μάλιστα, ο μέσος χρήστης χρειαζόταν να αποκτήσει 10 μόλις φίλους στο Facebook για να επιστρέψει στην υπηρεσία μοιράζοντας με αυτή τα δεδομένα του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία στο ότι είναι επιτακτική η εύρεση ενός μέσου περιορισμού της ανεξέλεγκτης λειτουργίας της Silicon Valley, ακόμη κι αν αυτό προϋποθέτει την ίδρυση μιας νέας υπηρεσίας. Άλλωστε αν οι ίδιοι οι πολίτες δεν είναι σε θέση να ελέγχουν τον τρόπο που επικοινωνούν, ψωνίζουν και μαθαίνουν τις ειδήσεις, τότε ποιος έχει τον έλεγχο της ίδιας της κοινωνίας;