Άραγε πόσους τίτλους έχουμε διαβάσει, που καταλήγουν να είναι απλώς ψεύτικες ειδήσεις; Είτε από απροσεξία, είτε σκόπιμα με στόχο τα κλικς ή την παραπληροφόρηση, το διαδίκτυο είναι γεμάτο από τα λεγόμενα fake news. 

H διασπορά ψευδών ειδήσεων δεν είναι καινούριο φαινόμενο, φυσικά. Από την εποχή του έντυπου Τύπου η διασπορά μιας συκοφαντίας για να χτυπηθούν οι πολιτικοί αντίπαλοι ή για να διαδοθεί μια καλοδουλεμένη ιστορία προκειμένου να αυξηθούν οι πωλήσεις, ήταν γνωστή πρακτική. Όμως στον κόσμο του διαδικτύου και των social media έχουν πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις, καθιστώντας το θέμα άξιο διεθνούς διαλόγου για την αντιμετώπισή του. 

Πολλοί επιρρίπτουν τις ευθύνες στα μέσα διάδοσης. Ήδη το Facebook αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα περιορίσει τη διασπορά ψευδών ειδήσεων στην πλατφόρμα του, ενώ και το Twitter οδεύει προς τον ίδιο δρόμο. Όμως, σύμφωνα με τους επιστήμονες, υπάρχει άλλος ένας παράγοντας: Τα όρια του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Συγκεκριμένα, όταν οι άνθρωποι βομβαρδίζονται από νέες πληροφορίες, τείνουν να επαφίενται σε λάθους μηχανισμούς μίμησης για να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό, με αποτέλεσμα να καταλήγουν να προκρίνουν το δημοφιλές από το ποιοτικό. H υπερσυσσώρευση πληροφορίας σε συνδυασμό με την ελάχιστη προσοχή που διαθέτουμε πλέον σε ο,τιδήποτε, δημιουργούν τον εκρηκτικό συνδυάσμο που διασπείρει τόσο αποτελεσματικά τις ψευδείς ειδήσεις. 

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η διάκριση μεταξύ σωστού και λάθους έχει τεράστια σημασία στο σημερινό διαδίκτυο, τη στιγμή που φαίνεται ότι τα social media έχουν μεγάλη επίδραση στην πολιτική και στην κοινωνική ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, οι like-ωθούμενες κοινότητες, όπως αυτές που συναντούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποσκάπτουν την συλλογική κρίση, με αποτέλεσμα να γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διακρίνει κανείς το αληθινό από το ψεύτικο. Ειδικότερα, όπως ακριβώς το διατυπώνει η έρευνα, "όταν προσφέρεται στους ανθρώπους υπερπληθώρα πληροφορίας, εκείνοι γίνονται πιο εύκολα χειραγωγήσιμοι". 

Οι μελετητές έφτιαξαν ένα μοντέλο για να προβλέψουν τον τρόπο με τον οποίο τα fake news διαχέονται στα social media. Το μοντέλο δεν περιλαμβάνει πραγματικούς χρήστες των κοινωνικών δικτύων, αλλά πραγματικά άρθρα ψευδών ειδήσεων. Ο σκοπός ήταν να συλλεχθούν στοιχεία και να γραφτεί ένας αλγόρυθμος για την αναλογία των άρθρων που επισημαίνονται από χρήστες σε Facebook και Twitter ως ψευδή σε σχέση με τα αληθινά.

Σε σχετικά χαμηλούς ρυθμούς ροής πληροφορίας, ένας θεωρητικός χρήστης των social media μπορεί να διακρίνει σωστά τα περισσότερα άρθρα και να κοινοποιήσει μόνο τα αυθεντικά γεγονότα. Όσο όμως ο αλγόρυθμος τροποποιούνταν για ολοένα και μεγαλύτερες ροές πληροφόρησης (αντίστοιχα στην ποσότητα της πληροφορίας που μπορεί να βρει κανείς στις αρχικές σελίδες του Facebook και του Twitter), o θεωρητικός χρήστης γινόταν διακρώς και πιο αδύναμος να διακρίνει το ψέμα από την αλήθεια.  

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η δημοφιλία μιας δημοσίευσης προκαλεί μεγαλύτερη επιθυμία κοινοποίησης από ότι μια ποιοτική δημοσίευση. Αυτή η επιθυμία γιγαντώνεται όταν η ροή της πληροφόρησης γίνεται πιο έντονη, και συνεπώς ο χρόνος αλληλεπίδρασης με την κάθε μια δημοσίευση μικρότερος. Το αποτέλεσμα είναι να κοινοποιούνται όλο και περισσότερο ψευδείς ειδήσεις. Σε αυτούς τους ρυθμούς πληροφόρησης, μάλιστα, ο παράγοντας της ποιότητας μιας δημοσίευσης δεν είχε κυριολεκτικά καμία επίδραση στους χρήστες. 

Σχολιάζοντας την έρευνα, τεχνικοί υπολογιστών συμφώνησαν και προσέθεσαν ότι είχε αποδειχθεί στο παρελθόν πως η προτροπή ενός εμπόρου επί ενός προωθούμενου προϊόντος είχε μεγαλύτερη απήχηση όταν ο πελάτης είχε να επιλέξει μεταξύ πολλών επιλογών. Με απλά λόγια, όταν ένας χρήστης του διαδικτύου είχε μπροστά του πληθώρα επιλογών, ήταν πολύ πιο εύκολο να χειραγωγηθεί από διαφημιστές ή - εν προκειμένω - από ανθρώπους που διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις. 

Οι ερευνητές πάντως θεωρούν ότι η λύση στα fake news θα δοθεί από τους αναγνώστες. Τους προτρέπουν, δε, να διαβάζουν πιο προσεκτικά τι διαδίδουν online, να αποφεύγουν να μπλοκάρουν χρήστες καθώς έτσι δημιουργούν μια γυάλα ενημέρωσης, και φυσικά να μην εμπιστεύονται ότι διαβάζουν επειδή εμπιστεύονται αυτόν που τα κοινοποιεί.