Η τεχνολογία «παρακολουθεί» εδώ και δεκαετίες την επιστημονική φαντασία. Είναι ένα εν δυνάμει εργαλείο για τη διερεύνηση των κοινωνικών και ηθικών επιπτώσεων των μελλοντικών επιτευγμάτων και όσων είναι ήδη εδώ. Γιατί τα ρομπότ παρουσιάζονται στη μυθοπλασία των τελευταίων ετών πιο φιλικά; Και τί είναι το φαινόμενο της «παράξενης κοιλάδας»; 

Η εκδοχή της επικίνδυνης, απάνθρωπης τεχνητής νοημοσύνης που κυριαρχεί στον κόσμο είναι γνωστή από ιστορίες -που λειτουργούσαν σχεδόν ως προειδοποιήσεις- όπως οι ταινίες «Matrix» και «Terminator». Αλλά τι γίνεται με τις πιο συμπαθητικές περιπτώσεις; Η «καλοσύνη» του Σβαρτσενέγκερ - «Terminator» στις μεταγενέστερες ταινίες του franchise ήταν εξαίρεση, εάν συγκρίνει κανείς τον εν λόγω χαρακτήρα με παλιότερες κινηματογραφικές εκδοχές της τεχνητής νοημοσύνης.

Τα ρομπότ τείνουν να παρουσιάζονται πιο θετικά στις ταινίες που γυρίζονται σήμερα (Ex Machina, Chappie, Α.Ι. Τεχνητή Νοημοσύνη).

Το πιθανότερο είναι ότι η μετατόπιση αντιπροσωπεύει μια ευρύτερη στροφή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε πλέον την τεχνητή νοημοσύνη. Η ταινία «Blade Runner 2049», σίκουελ του θρυλικού «Blade Runner» (1982), αποτελεί μέρος αυτής ακριβώς της μετατόπισης, υποστηρίζει το theconversation.com.

Η ικανότητα της επιστημονικής φαντασίας να δίνει έμπνευση στην τεχνολογία είναι γνωστή. Αρκετοί συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας ήταν και είναι επιστήμονες (οι Arthur C. Clarke και Geoffrey Landis είναι δύο καλά παραδείγματα) και οι ιδέες της επιστημονικής φαντασίας έχουν κατά καιρούς πυροδοτήσει την επιστημονική έρευνα (οι οθόνες αφής και τα tablet αποτελούν τα πιο συνηθισμένα παραδείγματα).

Αλλά η επιστημονική φαντασία εξυπηρετεί και άλλους «σκοπούς», καθώς είναι ένα εν δυνάμει εργαλείο για τη διερεύνηση των κοινωνικών και ηθικών επιπτώσεων που επιφέρουν οι τεχνολογίες που αναπτύσσονται τώρα -ένα είδος φανταστικού εργαστηρίου για τη δοκιμή μελλοντικών προοπτικών. Επίσης, κατά έναν τρόπο μας προετοιμάζει, εξοικειώνοντας μας με τεχνολογίες που βρίσκουν ήδη τον δρόμο της εφαρμογής.

Ο φιλόσοφος Jacques Ellul (1912 - 1994) ήταν απαισιόδοξος στις αναλύσεις του για την επιστημονική φαντασία. Το 1980 υποστήριξε ότι η επιστημονική φαντασία μας δείχνει τις ακραίες και απαράδεκτες χρήσεις της τεχνολογίας προκειμένου να μας κρατήσει εφησυχασμένους σε σχέση με τις τρέχουσες εφαρμογές της.

Οι αρνητικές πτυχές της τεχνολογίας, όπως τη βιώνουμε σήμερα, είναι σίγουρα πιο ανεκτές από αυτές που καταγράφονται στο «1984» του Όργουελ, αν και ίσως όχι λιγότερο φρικτές. Φυσικά, οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν περισσότερο τη δυστοπική μυθοπλασία.

Αναγνωρίζοντας τον ρόλο που διαδραματίζει η επιστημονική φαντασία στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης όσον αφορά την τεχνολογία, ορισμένοι επιστήμονες ζητούν από τους συγγραφείς να πάψουν να γράφουν δυστοπικά έργα -είδος που τα τελευταία χρόνια γνώρισε μεγάλη άνθιση, ειδικά στο εφηβικό κοινό.

Blade Runner

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ εμπνεύστηκε την ταινία «Blade Runner» από το το βιβλίο «Ηλεκτρικό Πρόβατο» («Do Androids Dream of Electric Sheep?», 1968) του κορυφαίου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Κ. Ντικ. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Λος Άντζελες του 2019. Η Γη έχει ως επί το πλείστον εγκαταλειφθεί σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής στις μακρινές αποικίες. Πλέον η ανθρωπότητα παράγει ανδρoειδή κατ’ εικόνα και ομοίωση, γνωστά ως ρέπλικες. «Ποιο ανθρώπινα και από τον άνθρωπο», όπως διατείνεται ο δημιουργός τους.

Τα ανδροειδή όμως θεωρούνται παράνομα στη Γη και αν κάποιο από αυτά καταφέρει να επιστρέψει, καταδιώκεται και αποσύρεται. Ο Rick Deckard (Χάρισον Φορντ) είναι ένας «Blade Runner». Δηλαδή, ένας κυνηγός επικηρυγμένων με αποστολή τον εντοπισμό και την απόσυρση παραβατικών ανδροειδών. Όταν θα συναντήσει τη Rachel (Σον Γιάνγκ), ένα ανδροειδές που πιστεύει πως είναι άνθρωπος, τόσο τέλεια κατασκευασμένη ώστε το τεστ δυσκολεύεται να την ανακαλύψει, ο θεατής ταυτίζεται και αρχίζει να αισθάνεται ότι οι ρέπλικες ίσως δεν είναι τόσο διαφορετικές από εμάς.

Μέρος της «ίντριγκας» στην πρώτη εκείνη θρυλική ταινία, είναι κατά πόσο και ο ίδιος ο Deckard είναι ρέπλικα. Το βιβλίο και η ταινία καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα όσον αφορά την ανθρώπινη φύση του Deckard, ενώ το θέμα τροφοδοτήθηκε περαιτέρω μετά τις αντικρουόμενες μαρτυρίες του Χάρισον Φορντ και του σκηνοθέτη Ρίντλεϊ Σκοτ.

Αλλά, πόση σημασία έχει αν ο Deckard είναι ρέπλικα; Ως θεατές έχουμε ήδη συμπαθήσει τη Rachel και νιώθουμε ανακούφιση βλέποντας να φεύγουν μαζί στην πολύ ανθρώπινη εκδοχή του «happy end» που δίνει το ορίτζιναλ φινάλε. Είμαστε με το μέρος του ακόμη και σε σχέση με τους αδιαμφισβήτητα ανθρώπινους blade runners που τους καταδιώκουν.

«Blade Runner 2049»: 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, ένας νέος blade runner, ο αστυνομικός Κ (Ράιαν Γκόσλινγκ), ξεσκεπάζει ένα παλιό μυστικό που μπορεί να οδηγήσει ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνία στο απόλυτο χάος. Η ανακάλυψη αυτή τον οδηγεί στην αναζήτηση του Rick Deckard (Χάρισον Φόρντ ), του παλιού, γνωστού blade runner της αστυνομίας του Λος Άντζελες που έχει εξαφανιστεί τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Τα στοιχεία που ανακαλύπτει ο Κ είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον των ρέπλικα στη δυστοπική εκείνη κοινωνία και καθώς τον παρακολουθούμε να αγωνίζεται με τα πιο «ανθρώπινα» ένστικτά του κόντρα στον εξαναγκασμό και στην υπακοή, απλά ταυτιζόμαστε.

Όσο περισσότερο η μυθοπλασία απεικονίζει τα ρομπότ σαν κι εμάς, όσο πιο πολύ τα «εξανθρωπίζει» δίνοντας τους ανθρώπινα χαρακτηριστικά, άρα και «συναισθήματα» τόσο περισσότερο πιθανό είναι να αποδεχτούμε την ύπαρξη τέτοιων «όντων» στην πραγματική  ζωή.

Σύμφωνοι, ο Deckard και ο K που βλέπουμε στην οθόνη δεν είναι ανδροειδή που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά εντελώς… ανθρώπινοι ηθοποιοί.

Η συμπάθεια προς τον χαρακτήρα ίσως έχει περισσότερη σχέση με την ανθρώπινη υπόσταση του ηθοποιού. Ακόμα κι έτσι όμως, η θετική ανταπόκριση μας στην ανθρώπινη απεικόνισή του θα μπορούσε να μεταφερθεί σε μία artificial εκδοχή του, αρκεί η εκδοχή αυτή να μοιάζει εμφανισιακά εξίσου ανθρώπινη. Το αν τέτοιου τύπου «κατασκευές» μπορούν πραγματικά να φέρουν τόσο ανθρώπινα χαρακτηριστικά (με τόση λεπτομέρεια), είναι ένα άλλο ζήτημα.

Η παράξενη κοιλάδα

Πρόκειται για ένα ερώτημα που ίσως αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας όσον αφορά την αντίδραση μας, συνεπώς και την εξέλιξη της ρομποτικής.

Οι ερευνητές της ρομποτικής αναφέρονται σε ένα φαινόμενο που ονομάζουν «παράξενη κοιλάδα», σύμφωνα με το οποίο όσο περισσότερο «ανθρώπινη» είναι η εμφάνιση ενός ρομπότ τόσο πιο θετικές και οι αντιδράσεις μας.

Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο μέχρι ενός σημείου. Βλέποντας ένα ρομπότ που στην όψη μοιάζει σχεδόν (αλλά όχι αρκετά) «ανθρώπινο», η αντίδραση μας αλλάζει ταχύτατα και φτάνει στην αποστροφή. Μόνο όταν το ρομπότ «δεν ξεχωρίζει από άνθρωπο», η αντίδραση είναι περισσότερο θετική.

Εν γένει έχουμε μάθει να συνδεόμαστε με όντα τα οποία μοιάζουν σχεδόν σαν και εμάς, αλλά με κάποιον τρόπο φαίνονται «ελαττωματικά».

Από την άλλη, οι άνθρωποι είμαστε καλοί στην ταξινόμηση: Ταξινομούμε όσα υπάρχουν στο περιβάλλον μας σε κατηγορίες και όταν αυτές οι κατηγορίες έρχονται σε σύγκρουση βιώνουμε ένα αίσθημα καχυποψίας.

Ίσως η αντίδραση -μπροστά σε κάτι που μοιάζει με άνθρωπο, αλλά κινείται σαν ρομπότ- να είναι ένα είδος ψυχολογικής δυσφορίας.

Το φαινόμενο της «παράξενης κοιλάδας» αφορά μόνο την περίπτωση των ανθρωπόμορφων ρομπότ. Όταν πρόκειται για κακόβουλες μηχανές δεν τίθεται θέμα δυσαρέσκειας, τις  μισούμε επειδή επιχειρούν να μας ελέγξουν, ακόμη και να μας καταστρέψουν.

Το θέμα είναι τι γίνεται με τα καλοπροαίρετα «σχεδόν ανθρώπινα» ρομπότ και τις αντικρουόμενες αντιδράσεις που μας προκαλούν: Έχουμε συναισθήματα φιλίας και συντροφικότητας και την ίδια στιγμή τα βρίζουμε, αισθανόμενοι ότι δεν πρέπει να μας μοιάζουν τόσο πολύ.

Το «Blade Runner 2049» υπαινίσσεται ότι πιθανώς η συναισθηματική αντίδραση της «παράξενης κοιλάδας» μπορεί να ξεπεραστεί.

Βεβαίως, το παράδοξο είναι διαρκώς «παρών» στην ταινία: Οι ανοιχτές πληγές δεν κλείνουν με ένα ελαφρύ άγγιγμα και κανείς δεν πρέπει να είναι τόσο δύσκολο να σκοτωθεί. Αλλά οι προφανείς μη ανθρώπινες ιδιότητες του Κ δεν μας εμποδίζουν στο να δεχτούμε την εξίσου προφανή ανθρωπιά του ή να συμπονέσουμε τα δεινά των «αντιγράφων».

Εν κατακλείδι, αν οι ερευνητές της ρομποτικής πετύχουν μια επαρκή προσέγγιση, καταφέρουν δηλαδή τα προϊόντα τους να μοιάζουν στην όψη με τον άνθρωπο, τα ρομπότ θα τύχουν καλής υποδοχής.

Εάν τα ρομπότ μοιάζουν και ενεργούν αρκετά ανθρώπινα και επιπλέον, δείχνουν καλοπροαίρετα, ίσως μπορούμε να ανεχτούμε και κάποια από τα λιγότερο ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους.

Έτσι κι αλλιώς, τα έχουμε ήδη συναντήσει στα βιβλία και στο σινεμά εδώ και χρόνια.