Αυστραλοί επιστήμονες πιστεύουν ότι ανακάλυψαν νέες βάσιμες γεωλογικές ενδείξεις για την κατακλυσμική πρόσκρουση στη Γη, κατά πάσα πιθανότητα στη νοτιοανατολική Ασία, ενός μεγάλου αστεροειδούς διαμέτρου ενός χιλιομέτρου πριν από περίπου 800.000 χρόνια.

Εκτιμάται ότι έπεσε με τόση δύναμη, που τα υλικά της πρόσκρουσης κάλυψαν σχεδόν το ένα δέκατο της επιφάνειας του πλανήτη μας. Όμως, ο ίδιος ο κρατήρας που δημιουργήθηκε από την πτώση, δεν έχει βρεθεί ακόμη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αστροβιολόγο και γεωχημικό 'Ααρον Καβόζι του Πανεπιστημίου Κέρτιν του Περθ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γεωλογίας Geology, σύμφωνα με το Science, ανακάλυψαν στην Ταϊλάνδη απομεινάρια που μαρτυρούν το καταστροφικό συμβάν.

«Η πρόσκρουση είναι η πιο πρόσφατη τέτοιου μεγέθους και με πιθανές παγκόσμιες επιπτώσεις στη διάρκεια της εξέλιξης του ανθρώπου» δήλωσε ο γεωχημικός Μάριο Τρίλοφ του γερμανικού Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης.

Τόσο μεγάλες προσκρούσεις ουράνιων σωμάτων -αστεροειδών ή κομητών- μπορούν να διαταράξουν σοβαρά το κλίμα της Γης, καθώς καλύπτουν την ατμόσφαιρα με ένα πυκνό στρώμα σκόνης και άλλων αερίων, μπλοκάροντας έτσι το φως του Ήλιου για μήνες ή και για χρόνια.

Στο παρελθόν, οι επιστήμονες είχαν βρει στην Ασία, στην Αυστραλία και στην Ανταρκτική διάσπαρτες και άλλες ενδείξεις ότι υπήρξε μια τέτοια πρόσκρουση. Πρόκειται για τηκτίτες, υαλώδη σώματα βάρους άνω των 20 κιλών, που εκτιμάται ότι δημιουργήθηκαν κατά την πτώση του αστεροειδούς και εκτοξεύθηκαν σε μεγάλες αποστάσεις.

Ο Καβόζι μελέτησε τη χημική σύνθεση τέτοιων τηκτιτών από την Ταϊλάνδη και ιδίως των μικροσκοπικών κρυστάλλων ζιρκονίου που υπάρχουν μέσα στους τηκτίτες και έχουν ο καθένας πλάτος όσο μισή ανθρώπινη τρίχα. Οι ερευνητές συμπέραναν ότι οι κρύσταλλοι αυτοί είχαν δημιουργηθεί σε συνθήκες τρομερά υψηλών πιέσεων και θερμοκρασιών, οι οποίες παραπέμπουν σε μια πρόσκρουση αστεροειδούς.