Μετά το Ολοκαύτωμα δημιουργήθηκαν στον Χορτιάτη τρία μνημεία: το κεντρικό μνημείο του Ολοκαυτώματος και τα μνημεία στους δυο τόπους μαρτυρίου, στο φούρνο Γκουραμάνη και στην οικία Νταμπούδη. Και στα τρία υπάρχει σχετική επιγραφή που πληροφορεί τον επισκέπτη για το φρικτό έγκλημα των Γερμανών ναζί, το κάψιμο του χωριού και τη σφαγή 149 Χορτιατινών. Ως εδώ όλα καλά. Ωστόσο, υπάρχει κάτι που καμιά από τις τρεις επιγραφές δεν αναφέρει: Ότι η σφαγή δεν έγινε μόνο από Γερμανούς, αλλά και από Έλληνες συνεργάτες τους, τους διαβόητους ταγματασφαλίτες. 

Σε αρκετές δε περιπτώσεις - και όχι μόνο στον Χορτιάτη - ήταν εκείνη που διέπραξαν τα απεχθέστερα εγκλήματα, και μάλιστα απέναντι σε αδέρφια τους Έλληνες και με πρωτοφανή αγριότητα και σαδισμό. Αυτά όλα είναι πλέον γνωστά και αποδεκτά από όλους, ειπωμένα δεκάδες φορές από επιζώντες και καταγεγραμμένα σε σχετικά βιβλία και ντοκιμαντέρ. Γιατί λοιπόν δεν αναφέρεται και στις επιγραφές των μνημείων η συμμετοχή των ταγματασφαλιτών; Πρόκειται για μια ξεκάθαρη περίπτωση έκφρασης επιλεκτικής μνήμης. 

Όπως σημειώνει η εφημερίδα «Χορτιάτης», είναι τα τελευταία χρόνια και η συνειδητή επιλογή του δημάρχου Ιγνάτιου Καϊτεζίδη, σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους Προέδρους και Δημάρχους, να μην κάνει καμία αναφορά στην κεντρική ομιλία του στην επέτειο, στους Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών, ενώ πριν από μερικά χρόνια είχε υπάρξει και η περιβόητη επίσημη πρόσκλησή του προς την ναζιστική Χρυσή Αυγή που είχε ξεσηκώσει σφοδρές αντιδράσεις. 

Για τη μέρα κείνη που «σώπαιναν οι λύκοι γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι»

73 χρόνια πριν…«Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης, και ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή», γράφει στο ποίημά του «Θεσσαλονίκη ΙΙ» ο Νίκος Καββαδίας. «Κείνη τη μέρα σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι», γράφει ο Μενέλαος Λουντέμης. 

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 ο Χορτιάτης πλήρωσε βαρύ τίμημα για την αντιστασιακή του δράση. Πλήρωσε με 149 αθώες ζωές και τη σχεδόν εκ βάθρων καταστροφή του. 

Μαχητές και μαχήτρια του ΕΛΑΣ στο Χορτιάτη 

Ο θάνατος ενός Γερμανού στρατιώτη - χημικού σε μια τυχαία ένοπλη συμπλοκή στο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο (Καμάρα), μεταξύ ανταρτών του ΕΛΑΣ, που είχαν στήσει ενέδρα για άλλο λόγο και Γερμανών, που συνόδευαν προπορευόμενο (κατά μια ώρα περίπου…) όχημα της εταιρείας Ύδρευσης και μετέβαιναν στις πηγές της Αγίας Παρασκευής για να τις απολυμάνουν, επίσπευσε την προαποφασισμένη και καλά οργανωμένη απόφαση των Γερμανών και των Σουμπερταίων Ταγματασφαλητών να αφανίσουν το Χορτιάτη και τους κατοίκους του. 

Κι αυτό έκαναν. Λίγες ώρες αργότερα, οι γερμανικές δυνάμεις συνεπικουρούμενες από ορδές ταγματασφαλιτών του Σούμπερτ, θα φτάσουν στο Χορτιάτη με 32 οχήματα έτοιμες να εφαρμόσουν το προμελετημένο σχέδιο. Πνίγουν το χωριό στο αίμα και τη βία. Σκοτώνουν βρέφη, βιάζουν, εκτελούν εν ψυχρώ, λεηλατούν σπίτια, αλλα τα καίνε. Μετά από όλα αυτά καίνε και ανθρώπους ζωντανούς. 

Το σχολείο του Χορτιάτη πριν και μετά το Ολοκαύτωμα

Συγκεντρώνουν όσους δεν έχουν εγκαταλείψει το χωριό στο φούρνο του Γκουραμάνη και το σπίτι του Νταμπούδη και μετατρέπουν τους δυο χώρους σε κρεματόρια. Εκτελούν με πυρά και μετά βάζουν φωτιά να κάψουν όσους ανέπνεαν ακόμη. Ο απολογισμός τραγικός: 149 άτομα, τα 51 νέα μικρά παιδιά, κάτω των 18 ετών. Ανάμεσα τους ένα μωράκι μόλις 2 μηνών, ο Αλέξανδρος Σαρβάνης. 

Η Ανθούλα Τράϊκου, ο Θανάσης Αγγελινούδης μόλις ενός έτους. Η Χριστίνα Ευγενούδη, ο Γιώργος Κουπαράνης, ο Χριστόδουλος Λασκαρίδης και η Βαγγελίτσα Σκαράγκα, μόλις δυο ετών. Η Ειρήνη Γκουραμάνη και τα δίδυμα Ελισάβετ και Ζαχαρίας Μπουζούδης, μόλις τριών ετών. 

Το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη γράφεται με αίμα στις σελίδες της ιστορίας. Ένας μαρτυρικός τόπος που δεν υπέκυψε κι έγινε διαχρονικό σύμβολο αντίστασης και αγώνα για την Ελευθερία. 

Δείτε το ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου: «Νεοναζί - Το Ολοκαύτωμα της Μνήμης»

Συγκλονιστικές μαρτυρίες από το Χορτιάτη 

Πέτρος Τσάγκαλης (8χρονών τότε): «…Σκότωσαν τη μάνα μου, αφού πρώτα έκοψαν τα δάχτυλά της με σουγιά και πήραν τα δαχτυλίδια της. Κι αν σκεφτείς πως όλη η επίδειξη της ασύλληπτης βαρβαρότητας εκείνης της μέρας έγινε περισσότερο από τους έλληνες ταγματασφαλίτες, παρά από τους Γερμανούς, όσα χρόνια κι αν περάσουν εξακολουθείς να μένεις σαστισμένος… Εγώ έφυγα μέσα από το φούρνο του Γκουραμάνη πριν ακόμη πυροβολήσουν, πριν του βάλουν φωτιά. Έφυγα από το πίσω παράθυρο και κρύφτηκα πρώτα κάτω από ένα κάρο φορτωμένο αλεύρι απ΄το πλιάτσικο που ‘κάναν οι ταγματασφαλίτες. Ύστερα έπιασε μια φοβερή ανεμοθύελλα, σκοτείνιασε ο τόπος κι εκμεταλλεύτηκα εκείνη τη σκοτεινιά κι έφυγα προς τα χωράφια. Στο δρόμο συνάντησα την Ελένη Νανακούδη (11χρονών τότε…), λες και την βούτηξαν σ’ ένα καζάνι με αίμα και την έβγαλαν. Έσταζε αίματα! Προχωρήσαμε λίγο μαζί, κι ύστερα χωρίσαμε. Εκείνη τράβηξε προς το βουνό να βρει τον πατέρα της, κι εγώ στα χωράφια να βρω τον δικό μου. Η μάνα μου και τα δυο μου αδέλφια κάηκαν ζωντανά εκείνη την φοβερή ημέρα…»

Βασιλική Γκουραμάνη (12 χρονών τότε): «… Ήταν τόσο φρικιαστικά όσα έγιναν, που και σήμερα εξακολουθώ να τα βλέπω στον ύπνο μου ολοζώντανα… είχαμε τρελαθεί. Άρπαζαν τα μωρά και σπούσαν τα κεφαλάκια τους στους τοίχους του φούρνου (Γκουραμάνη) που μας κλείσαν και τα μυαλουδάκια τους χυμένα επάνω μας. Ήταν φρίκη… Ύστερα όπως καθόμασταν βουβοί μέσα στο φούρνο, ρίχνουν μια φορά με το πολυβόλο, γαζώνουν μερικούς και στη συνέχεια ρίχνουν επάνω μας ξερά χόρτα και βάζουν φωτιά, κλείνοντας κάθε διέξοδο διαφυγής. Μας έπνιξαν οι καπνοί. Και κείνοι έξω τραγουδούσαν και γελούσαν και ακόμα τα χαχανητά τους κουδουνίζουν στ΄ αυτιά μου. Κι ακόμα σκέφτομαι, τι άνθρωποι ήταν αυτοί, μάνες τους γέννησαν άραγε ή φίδια;…»

Η οικογένεια Αγγελινούδη: Κωνσταντίνος, ο πατέρας 67 χρόνων. Δολοφονήθηκε στην αυλή του σπιτιού του. Η Μαρία, η μητέρα 63 ετών. Η Αναστασία, η κόρη 35 ετών και οι εγγονές, κόρες της Αναστασίας, Κατερίνα 12 χρονών, Ελένη 10 χρονών και Φρόσω 4 ετών. Οι ναζί και οι Έλληνες ταγματασφαλίτες τις έκαψαν ζωντανές στην «Οικία Νταμπούδη». 

Μαρία Αγγελινούδη (40 χρονών τότε): «… Μας έριξαν σαν αρνιά μέσα στο φούρνο του Γκουραμάνη και έβαλαν με το πολυβόλο. Πολλοί σκοτώθηκαν και άλλοι τραυματίστηκαν. Εγώ τραυματίστηκα ελαφρά και ανέβηκα πάνω στο ζυμωτήριο. Εκεί ήταν και ο Πρόεδρος της Κοινότητας, τραυματισμένος με την οικογένειά του. Ένα παιδί του έπεσε μέσα στο καζάνι του ζυμωτηρίου και κάηκε πριν σκοτωθούν οι γονείς του. Εγώ κατέβηκα απ’ το παράθυρο που κατέβαζαν τις πινακωτές, κι επειδή πολλοί έφυγαν από κείνο το παράθυρο πριν από μένα, έστησαν απέναντι ένα πολυβόλο και θέριζαν όσους έβγαιναν … Δεν ξέρω πως σώθηκα. Ήμουν πίσω από μια γυναίκα μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, που δρασκελούσε το παράθυρο. Έπεσε νεκρή απ΄ τις σφαίρες που ρίχτηκαν, κι εγώ έπεσα δίπλα της. Η πλάτη μου ήταν γεμάτη μυαλά και απ’ τα χέρια μου έτρεχαν αίματα. Με πέρασαν για σκοτωμένη και δεν ξαναπυροβόλησαν. Κι εγώ έμεινα ακίνητη. Ύστερα πέσανε πάνω μου άλλοι νεκροί και με σκέπασαν, αλλά άκουγα όσα λέγανε… Λίγο πιο πέρα τραβούσαν τον Παπαδημήτρη απ’ τα γένια και τον ρωτούσαν: «εσύ τραγόπαπα από πού είσαι; Κομμουνιστής είσαι;» Άκουγα και κλάματα και ουρλιαχτά αλλά δεν ήξερα από πού έρχονταν αυτά. Όταν σταμάτησα να ακούω και τον παραμικρό θόρυβο σηκώθηκα απ’ το σωρό των νεκρών και έφυγα έξω απ΄ το χωριό…»

Τάσος Ρωμούδης (7 χρονών τότε): «…Την οικογένειά μου, τη μητέρα μου Ευαγγελία 40 χρονών και τα τέσσερα παιδιά της, ο Χρήστος 12 χρονών, εγώ ο Τάσος 7 χρονών και τις αδελφούλες μου Ειρήνη και Ελένη 4 χρονών μας οδήγησαν στο Φούρνο Γκουραμάνη, που ήταν απέναντι από το σπίτι μας. Η αγωνία και ο φόβος μας έζωσαν όλους… Μετά έριξαν επάνω μας ξερά χόρτα και μια σκόνη και άρχισαν τους πυροβολισμούς και έτσι μας έβαλαν φωτιά. Και μείς μέσα στο κτίριο καιγόμασταν ζωντανοί. Έτσι, ο σώζων εαυτό σωθείτω. Εγώ ξέφυγα από τη μάνα μου και επειδή ήμασταν στο ζυμωτήριο, στον επάνω όροφο, κατέβηκα από τις σκάλες στο ισόγειο και ακριβώς απέναντι υπήρχε ένα μικρό παράθυρο και μια σκαλίτσα απ΄ όπου έβαζαν τα άλευρα. Είδα λοιπόν ορισμένους να πηδάνε απ΄ το παράθυρο. Έκανα και εγώ το ίδιο: Άλλωστε ήταν η μοναδική επιλογή, αφού οι καπνοί και οι φλόγες μας έπνιγαν και μας έκαιγαν ζωντανούς… Στο δρόμο έλεγα, «που πάω μόνος μου, ο πατέρας μου δεν ξέρω που είναι, η μητέρα μου και τα αδέλφια μου έμειναν και καίγονται στο φούρνο, μόνος στον κόσμο είμαι πια, τι κάνω τώρα», και με τις σκέψεις αυτές πέρασα το νεκροταφείο και ανέβηκα προς το βουνό, όπου σ’ ένα πλάτωμα συνάντησα ένα γεροντάκι και του αφηγήθηκα το τι έζησα…». Σαν από θαύμα όπως και ο Τάσος σώθηκαν και οι δύο αδελφούλες του. Η Ειρήνη και η Ελένη – Φροσούλα.

Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη, συγγραφέα και αυτοδίδακτου ζωγράφου και χαράκτη, με τίτλο: «Μια επαίσχυντη συμφωνία και το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη», στο οποίο ανατρέπει την ιστορία των «αντιποίνων», βασισμένος σε επίσημα έγγραφα, πηγές ενώ καταθέτει και την προσωπική του εμπειρία. Από το ΑΠΕ - ΜΠΕ

Ελένη Νανακούδη (12 χρονών τότε): «…Μας οδήγησαν μέσα στο φούρνο… έρχεται μετά ένας ταγματασφαλίτης και στήνει ένα οπλοπολυβόλο στην πόρτα… Άρχισε να πυροβολεί επάνω μας και να μας βρίζει με χυδαία λόγια… Έριξε μετά μια εμπρηστική σκόνη και ξερά χόρτα για να καούμε καλύτερα… Γύρισα και είδα τη Μαρίκα του Θεοφάνη με τα μυαλά πεταγμένα από σφαίρα. Η μάνα μου σκοτωμένη, αλλά και η αδελφή μου, που η σφαίρα τη βρήκε στο κεφάλι, βγήκε και σφηνώθηκε στην αριστερή μου παλάμη. Δυο σφαίρες με είχανε βρει και δυο στα  μου γόνατα. Αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα ακόμη… τότε είδα ζωντανή τη Σοφία, του Παναγιώτη του Αγγελινούδη τη γυναίκα, με το μωρό στην αγκαλιά να κατεβαίνει τη σκάλα. Πήγα κοντά της, πιάστηκα από τη φούστα της και κατεβήκαμε μαζί. Ο φούρνος καιγότανε από παντού… Κάτω ήταν όλες σκοτωμένες και πατούσαμε στα πτώματα. Είχαμε βουτηχτεί στο αίμα! Ακόμα δεν είχα πάρει είδηση ότι είχα τραυματισθεί στα πόδια και στο χέρι. Ο τρόμος γύρω μου δεν με άφηνε να σκεφτώ τίποτα. Δεν προλάβαμε να κατεβούμε κάτω και εμφανίστηκε στην εξώπορτα ένας ταγματασφαλίτης και με μαχαίρι έκοψε το λαιμό της Σοφίας. Εγώ ήμουνα πίσω της και έτσι και έτσι χωρίς να με πάρει είδηση τρύπωσα κάτω από έναν πάγκο… Σε λίγο βγήκα έξω, η φωτιά έκαιγε τα πάντα. Εκεί είδα καμιά δεκαριά σκοτωμένους. Έπεσα επάνω τους. Εκεί ήταν και η Τερψιχόρη, η γυναίκα του Γρηγόρη του Λασκαρίδη σκοτωμένη και θήλαζε το παιδί της! Το αίμα της πεταγότανε σαν βρύση και με έλουζε ολόκληρη. Το μωρό βύζαινε και έκλαιγε μαζί. Όμως δεν τολμούσα να το ησυχάσω. Έπρεπε να κάνω κι εγώ τη σκοτωμένη. Σε λίγο πλησίασαν 3 – 4 ταγματασφαλίτες και γελάγανε με το μωρό που βύζαινε και έκλαιγε. Εγώ μπρούμυτα. Μου ρίχνουνε μια κλωτσιά στα πλευρά να δουν αν ζούσα. Εγώ τσιμουδιά… Μπορεί στη στοίβα να ήταν και άλλοι ζωντανοί και να κάνανε το ίδιο με μένα. Δεν ξέρω…»

Διαβάστε στο tvxs.gr: Ολόκληρη η μαρτυρία της Ελένης Νανακούδη για το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα

Στόχος η δημιουργία του Μουσείου Ολοκαυτώματος 

Οι πολίτες του Χορτιάτη δεν ξεχνούν και θέλουν να διατηρήσουν ζωντανή την ιστορική μνήμη. Στόχος τους η δημιουργία του Μουσείου Ολοκαυτώματος, την οποία θεωρούν υπόχρωση και καθήκον. «Να γίνει ο Χορτιάτης Κέντρο Μνήμης της Ναζιστικής - Δοσιλογικής Θηριωδίας», λένε και πιέζουν τη δημοτική αρχή. Από την πλευρά του, ο δήμαρχος του Χορτιάτη, δηλώνει ότι η δημιουργία του Μουσείου καθυστερεί για γραφειοκρατικούς λόγους. 

Τριήμερες εκδηλώσεις Μνήμης για τα 73 χρόνια από το Ολοκαύτωμα 

Για τα 73 χρόνια από τα τραγικά γεγονότα της 2ης Σεπτεμβρίου του 1944 ο Δήμος Πυλαίας – Χορτιάτη διοργάνωσε και φέτος τριήμερο αφιέρωμα Μνήμης για τα 149 θύματα του Ολοκαυτώματος. Οι εκδηλώσεις μνήμης ξεκίνησαν από την Πέμπτη 31 Αυγούστου και κορυφώνονται σήμερα Σάββατο 2 Σεπτέμβρη, ημέρα του Ολοκαυτώματος. 

Στις 7.30 το πρωί πραγματοποιήθηκε η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία και το Επιμνημόσυνο Αρχιερατικό Τρισάγιο στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Χορτιάτη, χοροστατούντος του Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβα.

Στη συνέχεια σχηματίστηκε πομπή με κατεύθυνση το Μνημείο Θυμάτων του Ολοκαυτώματος για το Επιμνημόσυνο Αρχιερατικό Τρισάγιο με κεντρική ομιλία για το χρονικό της ημέρας. Ακολουθούν προσκλητήριο νεκρών, καταθέσεις στεφάνων και τήρηση ενός λεπτού σιγής στη μνήμη των 149 τραγικών θυμάτων του Ολοκαυτώματος.

Όπως αναφέρει ο Δήμος Πυλαίας – Χορτιάτη: «Με μεσίστιες τις σημαίες από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου την ημέρα της «μαύρης επετείου» σε όλα τα δημόσια και δημοτικά κτίρια, σε όλες τις οικίες και τα καταστήματα ο δήμος Πυλαίας - Χορτιάτη μαζί με ολόκληρη την τοπική κοινωνία τιμούν τους ήρωες της ναζιστικής θηριωδίας».