Ήταν πάλι μία απ’ αυτές τις ημέρες που στρώναμε βρεγμένες κουρελούδες κάτω απ’ τις πόρτες, για να μην εισχωρούν τα δακρυγόνα της αστυνομίας μέσα στο σπίτι, και τυλίγαμε τα πρόσωπά μας με βρεγμένες πετσέτες, για να μην κλαίνε τα μάτια μας. Ήμουν παιδί τότε, 8 ετών.

Από εκείνη την ημέρα του Μάη του ’65, άλλαξε ο τρόπος που αντιλαμβανόμουν τον κόσμο και τη ζωή, άλλαξε ο τρόπος που νοούσα το σύμπαν, τη μοίρα ή την τύχη, άλλαξε ο τρόπος που ονειρευόμουν, οι ασχολίες μου, τ’ αγαπημένα μου βιβλία, οι περιπλανήσεις του μυαλού μου.
 

Μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 που υπογράφηκε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, –τότε που έπαθα ένα μικρό εγκεφαλικό και ξέρασα από μέσα μου ό,τι είχε κολλήσει στο λαιμό μου τόσα χρόνια-, δεν είχα μιλήσει ποτέ για εκείνη την ημέρα. Μίλησα μόνον μία και μοναδική φορά, την ημέρα που σκότωσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, και μετά, αγκαλιά με τον μπαμπά μου, κλάψαμε μαζί για τους σκλάβους όλου του κόσμου.
 

Σήμερα, μέσα στη σύγχυση μιας κρίσης που δεν έχει ένα ξεκάθαρο πρόσωπο αλλά έχει πολλά προσωπεία-μάσκες, άρχισα ασταμάτητα να ξερνάω κάθε τι που τόσα χρόνια φώλιαζε βαθιά μέσα μου, επειδή μπήκαμε σε μια νέα εποχή, αποκαλύψεων, καθάρσεων, καθαρμών και (νεο)καθαρμάτων, όπου διάφορα θεραπευτικά πρωτόκολλα απαιτούν να πετάξουμε τις στολές που φοράει η ψυχή μας και να λευτερωθούμε απ’ τις χειροπέδες που σφίγγουν τη σκέψη μας.
 

***

Εκείνη την ημέρα Μαγιού του ’65 λοιπόν, για να ξεφύγουμε απ’ τα τοξικά δακρυγόνα της Εγνατίας, ο πατέρας μου μας φυγάδευσε στο πατρικό του σπίτι στο Κιλκίς. Εκεί, ένας μονόλογος της άλλης μου γιαγιάς έγινε αφορμή να μου αποκαλυφθεί (μετά από ερωτήσεις που μόνον τα παιδιά ξέρουν επίμονα να θέτουν για ν’ αποσπούν απαντήσεις)  μια κρυμμένη πτυχή του παρελθόντος της οικογένειας. Πτυχή που ήταν άγνωστη μέχρι τότε σ’ εμένα, αλλά έγινε εξίσου τοξική με τα δακρυγόνα για το μέλλον μου.

 

***

 «Αχ πουλί μ’! Φευγατισμένοι (φευγάτοι) είν’ ούλοι (όλοι)!  Μοναχή μου στέκω αδαμέσου (εδώ μέσα). Δεν μιλώ ολάκερη ‘μέραν, Μόνο που προσεύκουμαι (προσεύχομαι) Αμήν!  …Αχ! Έγινα ωσάν την αγαλήνιστη κι άγλωσση μάμμη μου Ελέησον Κύριε! …Είκοσιν λέξεις δεν είπε από τότε  που την απαρπάξαν (αρπάξαν βίαια) οι τουρκιοί απ’ την αποθαμένη μάμα της. Αχ! το γιαβρί μ’! Αιματόλουστη την εσουρτάρισαν (έσυραν), ωσάν τον Χριστόν Κύριε ελέησον, να την επωλήσουν ες τον Λίβανον… Πώς να μιλήσει από τότες; Πού να εύρει συντελέα (δύναμη) να σούρει λαλίαν (να βγάλει φωνή);»

 

Δεν καταλάβαινα παρά ελάχιστα Ποντιακά. Όμως εκείνη την ώρα, θυμάμαι καλά πως τα κατάλαβα όλα, σαν να τα γνώριζα από παλιά.

 

***

Εκείνη την ημέρα έμαθα πως η γιαγιά της γιαγιάς μου, που την ελέγαν Αθηνά, ήταν μωρό δύο χρονών όταν έγινε η Μεγάλη Σφαγή της Χίου. Ένα κορίτσι, η δωδεκάχρονη τότε Μαρία, τράβηξε την Αθηνά απ’ τα ματωμένα ρούχα της αποκεφαλισμένης μάνας της και την πήρε αγκαλιά.

Έτσι αγκαλιασμένες τις μάζεψαν οι Τούρκοι και τις στοίβαξαν στα καράβια, μαζί με πολλά γυναικόπαιδα απ’ το νησί, κι αγκαλιασμένες έμειναν σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους, κι αυτές, κι οι κόρες τους, κι οι εγγονές τους. Δυό βδομάδες μετά τη Μεγάλη Σφαγή,  έφτασαν στο Λίβανο και μεταφέρθηκαν σ’ ένα υπαίθριο «στρατιωτικόν πεδίον αιχμαλώτων».

Μερικές μέρες αργότερα,  τις αγόρασε ένας δουλέμπορος και, με συνοδεία στρατιωτών, τις έκλεισε σ’ ένα μεγάλο κτίριο όπου έμεναν προσωρινά τα «Ανήλικα Κοριτζόπουλα προς Πώλησιν». Εκεί, τις εντόπισε, τις παζάρεψε, και τελικά τις αγόρασε μία επιτροπή μέριμνας που ταξίδεψε από την πόλη της Τραπεζούντας στον Λίβανο, με ειδικό σκοπό να λευτερώσει απ’ το σκλαβοπάζαρο και τους μουσουλμάνους, κάποια παιδιά που προέρχονταν απ’ το μαρτυρικό νησί.

Περίπου 300 παιδιά της Χίου αγοράστηκαν τότε και, στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν με καραβάνια στην Τραπεζούντα, όπου υιοθετήθηκαν από διάφορες οικογένειες της περιοχής και πολιτογραφήθηκαν Πόντιοι… Δυό απ’ αυτά τα παιδιά ήταν η Μαρία, και η μικρή Αθηνά, η γιαγιά της δικής μου γιαγιάς, που έμεινε σχεδόν άλαλη σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της.

 

***

Από εκείνη την ημέρα που άκουσα όλ’ αυτά, η ιστορία της Αθηνάς έγινε ο δικός μου προσωπικός μύθος και παράμυθος. Ήμουν εγώ, η εγγόνα της, που θα μπορούσε να μεγαλώνει σαν σκλάβα, οπουδήποτε…

 

Όταν ήμουν ξύπνια και διάβαζα για το σχολείο, στη «γεωγραφία», φανταζόμουν τις εικόνες του τόπου όπου θα μπορούσα να ζω. Όταν διάβαζα «ιστορία», αναπαρίστανα στη σκέψη μου τα ιστορικά γεγονότα όπου θα μπορούσα να παρευρίσκομαι. Όταν διάβαζα «θρησκευτικά», λογάριαζα αν θα μπορούσα να φοράω φερετζέ.

Κι όταν διάβαζα λογοτεχνικά βιβλία, ταυτιζόμουν με τον ήρωα γιατί ήμουν σίγουρη πως θα μπορούσα να βρίσκομαι στη θέση του. Όλος ο κόσμος γινόταν δικός μου, γιατί θα μπορούσε πράγματι να είναι ο δικός μου Κόσμος αν, εκείνη η γιαγιά Αθηνά, πουλιόταν δούλα σ’ οποιονδήποτε αφέντη και σ’ οποιονδήποτε τόπο. Όλη η ιστορία των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής, της Ευρώπης και της Ασίας, ήταν και δική μου Ιστορία. Κι εγώ, ήμουν Ελεύθερη … να φαντάζομαι και να ζυγιάζω τις περιστάσεις…

 

Όμως, όταν κοιμόμουν τις νύχτες,  ονειρευόμουν κι έβλεπα εφιάλτες, την Αθηνά που στεκόταν άλαλη, ματωμένη κι αλυσοδεμένη, εμένα που είχα στο μέτωπό μου μια βαθιά ουλή, το τυπωμένο σημάδι του οικόσημου ενός αφέντη, που μέσα στον ύπνο μου μπερδευόταν με τα σήματα  των εμπορευμάτων που πωλούνται στην αγορά. Κι ένιωθα δούλα… υποταγμένη στη βούληση άλλων και σε καταστάσεις που μου  επιβάλλονταν με τη βία...

Ντρεπόμουν τον εαυτό μου γι’ αυτούς τους εφιάλτες μου, κι ένιωθα τύψεις που ήμουν ελεύθερη να περιπλανιέμαι, και νόμιζα πως αυτή τη σκλαβιά -που λευτερώνεται από τύχη ή από την μοίρα, δεν πρέπει να τη μάθει κανείς, πρέπει να μείνει μυστική, για να μην φανερωθεί το κρυφό σημάδι που είχα αποκτήσει στο μέτωπό μου, κι η πραγματική ουλή που είχε σημαδέψει την ψυχή μου. 

 

Ευτυχώς, την πρώτη εκείνη ημέρα της αποκάλυψης, η γιαγιά μου κι ο παππούς μου -που κατακεραυνώθηκαν απ’ τις ερωτήσεις μου-,  με διαβεβαίωσαν πως «Τώρα πια δεν πουλάνε ανθρώπους σαν σκλάβους, Απαγορεύεται!  Ούτε υπάρχουν σημαδεμένοι δούλοι. Βλέπεις κανέναν να έχει σταμπαρισμένα σχέδια επάνω του;».

Και με έπεισαν, και με καθησύχασαν, γιατί τότε, μόλις 20-25 χρόνια μετά τις θηριωδίες των ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα τατουάζ που σημαδεύουν για πάντα την σάρκα δεν ήταν της μόδας όπως είναι τώρα, και γιατί δεν μπορούσα να δω τα καλά κρυμμένα νούμερα που ήταν σταμπαρισμένα στα χέρια των ελάχιστων επιζώντων εβραίων της πόλης μου.

Κι αν καμιά φορά έβλεπα σταυρό χαραγμένο στα μέτωπα ηλικιωμένων γυναικών –όπως γινόταν παλιά σε μερικά χωριά της Μακεδονίας, νόμιζα πως αυτές οι γυναίκες γεννήθηκαν σκλάβες, που αργότερα, με την απαγόρευση, απελευθερώθηκαν. Και τις κοίταζα κοκαλωμένη, χωρίς να τολμήσω να μιλήσω ή να ρωτήσω για αυτούς τους σταυρούς, για να μην φανερωθούν και τα δικά μου κρυφά σημάδια.

 

Το βιβλίο «Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά» που μου αγόρασε ο μπαμπάς εκείνο τον καιρό, για να με «διαφωτίσει» στο θέμα της δουλείας και της ελευθερίας, το διάβασα πολλές φορές απανωτά. Όμως έδωσα ολόκληρες μάχες με τον εαυτό μου για να πειστώ πως οι ήρωές του δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά άνθρωποι από πολύ παλιές ιστορίες που θα μπορούσαν να ήταν και δικές μου, μόνον αν γινόμουν η προ-προ-γιαγιά μου. Κι ευτυχώς, αυτό δεν μπορούσε να γίνει στον ξύπνιο μου, κι εγώ έμεινα ελεύθερη να φαντάζομαι τα δεινά των παλιών χρόνων, κι έναν υπέροχο κόσμο για το παρόν…

 

***

Την ημέρα που σκότωσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, τον Απρίλη του ’68, δεν έπεφταν πια τοξικά δακρυγόνα στη γειτονιά μου -είχαμε δικτατορία. Ωστόσο εγώ κι ο μπαμπάς μου κλάψαμε και πάλι μαζί, αγκαλιασμένοι σφιχτά, γιατί εκείνη την ημέρα μου έμαθε πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ζούνε σαν δούλοι και σκλάβοι, και γιατί εκείνη την ημέρα του έμαθα πως στον ύπνο μου γινόμουν κι εγώ σκλάβα, σαν την προ-προ-γιαγιά μου την Αθηνά.

 

***

Όταν υπογράφηκε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, τον Οκτώβρη του ’12, έκλαψα όπως και τότε –χωρίς τον μπαμπά μου που ευτυχώς πέθανε νωρίτερα, γιατί ένιωσα ξανά στο πετσί μου πως, όπως και τώρα, όπως και τότε, όπως και πάντοτε, οι αφέντες κι οι εξουσίες πουλάνε τους υπηκόους τους σαν πραμάτεια μαγαζιού, με σκοπό να γεμίσουν τα ταμεία τους, να ξεπληρώσουν τα χρέη τους απ’ το κόστος των επιδρομών τους, να χρηματοδοτήσουν νέες επιδρομές, για νέες λεηλασίες γης,  φυσικών αγαθών κι ανθρώπινων ψυχών.

 

Από εκείνη την ημέρα του Μεσοπρόθεσμου, αηδιασμένη απ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, και για να μην ξαναπάθω εγκεφαλικό,  αποφάσισα να γράψω για όλα αυτά που σημάδεψαν τη ζωή μου, να βγάλω από μέσα μου όλα αυτά που έφραξαν το λαιμό μου, να προσπαθήσω να διακρίνω τα αληθινά πρόσωπα του ολοκληρωτισμού που κρύβονται πίσω από ποικίλα, σκληρά, βίαια  ή, κάποιες φορές, παράδοξα, παρδαλά, ανόητα, αστεία ή χαζά προσωπεία και μάσκες.
 

Γιατί οι ολοκληρωτισμοί που μπορούν να κυριεύσουν το σώμα μας, το μυαλό μας, τις αισθήσεις μας και τις θύμησές μας, πληγιάζουν, ματώνουν, κι αφήνουν βαθιές ουλές και στη νόηση και στην κατανόηση…, και γιατί, τα διάφορα θεραπευτικά πρωτόκολλα απαιτούν να πετάξουμε τις στολές που φοράει η ψυχή μας, να λευτερωθούμε απ’ τις χειροπέδες που σφίγγουν τη σκέψη μας και να ξεράσουμε τους κόμπους που πνίγουν τον λαιμό μας, βγάζοντας τις λαιμαριές μας.

 
* Η Στέλλα Ασλανίδου είναι Ιστορικός Τέχνης