Σαν σήμερα, στις 12 Μαρτίου 1955, έφυγε από τη ζωή ο Τσάρλι Πάρκερ (Charlie Parker), ο πιο διάσημος σαξοφωνίστας της τζαζ. Ο Πάρκερ πέθανε σε ηλικία μόλις 34 ετών, έχοντας συνδυάσει στη ζωή του μια απαράμιλλη δημιουργικότητα με αυτοκαταστρεπτικές υπερβάσεις. Αυτός ο συνδυασμός έκανε τον Πάρκερ μια θρυλική προσωπικότητα της τζαζ.

Ο Πάρκερ γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1920, στο Κάνσας, την πατρίδα του μπλουζ. Κανείς δεν νοιαζόταν για το νεαρό Πάρκερ, που μεγάλωσε χωρίς καμία στοργή και θαλπωρή από την οικογένειά του. Άρχισε να παίζει σαξόφωνο σε ηλικία 13 ετών: πρώτα βαρύτονο και μετά άλτο. Από 15 ετών έπαιζε επαγγελματικά για να συντηρήσει τον εαυτό του, συνήθως από τις 9 το βράδυ μέχρι τις 5 το πρωί. Έπαιζε διαφορετικά από κάθε άλλο σαξοφωνίστα, και η παράδοση που τον ενέπνευσε ήταν το μπλουζ. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε πολλά κομμάτια του, σαν το  Now’s The Time:

Ένας απαράμιλλος σαξοφωνίστας

Ο Πάρκερ επηρέασε την εξέλιξη της τζαζ ίσως περισσότερο από κάθε άλλο μουσικό, με την εντυπωσιακή τεχνική του και το φρενήρη ρυθμό του. Δύο χαρακτηριστικά έκαναν το παίξιμο του Πάρκερ διαφορετικό από όλους τους σαξοφωνίστες που προηγήθηκαν: έπαιζε σε διπλό, - και μερικές φορές σε τριπλό - τέμπο, και τόνιζε τις πιο απρόσμενες νότες σε κάθε κομμάτι.

Ένα τυπικό δείγμα της εκπληκτικής ταχύτητας του Πάρκερ στο σαξόφωνο προσφέρει το Leap Frog, που ηχογράφησε με τους Ντίζι Γκιλέσπι και Τελόνιους Μονκ:

Ο Πάρκερ μαζί με τον Ντίζι Γκιλέσπι ήταν οι δύο μουσικοί που είχαν το μεγαλύτερο ρόλο στην ανάδειξη της μπίμποπ τζαζ: σύμφωνα με τον ιστορικό της τζαζ Joachim Berendt αποτελούν τους «Διόσκουρους της μπίμποπ». Πλάι στους «Διόσκουρους» ανάπτυξαν το ταλέντο τους πολλοί μουσικοί της τζαζ που έγιναν μετέπειτα διάσημοι, όπως ο Μάιλς Ντέιβις, που ηχογράφησε με τον Πάρκερ εξαιρετικά κομμάτια τζαζ, σαν το Night In Tunisia:

Ο δημιουργικότατος διανοούμενος “Bird”

Ο Τελόνιους Μονκ έλεγε ότι όλοι αισθάνονταν τη δημιουργική και παραγωγική ιδιοφυΐα του Πάρκερ. Όμως ο θαυμασμός των άλλων μουσικών για τον Πάρκερ δεν περιοριζόταν στις μουσικές του ικανότητες. Ο τραγουδιστής της τζαζ Jon Hendricks, σχολίασε για τον Πάρκερ ότι «ήταν μία μεγαλοφυΐα: μπορούσε να συζητήσει για κάθε θέμα: πυρηνική φυσική, κβαντομηχανική ... ήταν ένας βέρος διανοούμενος. ... Ο αγαπημένος του συνθέτης ήταν ο Στραβίνσκι και το αγαπημένο του κομμάτι «Η Ιεροτελεστία της Άνοιξης» ... ».   Και πάνω από όλα αγαπούσε την ποίηση του Πέρση Ομάρ Καγιάμ. Η ωριμότητα του Πάρκερ  ήταν πάντα πολύ δυσανάλογη με την ηλικία του.

Είναι ενδεικτικό της εκτίμησης του κόσμου της τζαζ για τον Πάρκερ ότι το κλαμπ Birdland, που άνοιξε στη Νέα Υόρκη το Δεκέμβριο του 1949, αφιερώθηκε στην μπίμποπ τζαζ και ονομάστηκε προς τιμή του Πάρκερ, από το παρατσούκλι του, «Bird». Ο Πάρκερ χρησιμοποιούσε συχνά το παρατσούκλι του σε τίτλους άλμπουμ, όπως το Ornithology, και κομματιών σαν το Bird Of Paradise:

Ένα πολυδιάστατο μουσικό έργο

Ο Τσάρλι Πάρκερ συνεργάστηκε με πολλούς μουσικούς και ασχολήθηκε με διάφορα στυλ μουσικής. Ηχογράφησε το δίσκο Charlie Parker with Strings με μια μικρή ορχήστρα κλασσικής μουσικής, μια πρωτοβουλία που αργότερα μιμήθηκαν πολλοί μουσικοί της τζαζ. Ηχογράφησε επίσης τζαζ με λατινική μουσική για το δίσκο The Latin Bird με την ορχήστρα Machito. 

Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη συμβολή του Πάρκερ στην τζαζ ήταν η ανάδειξη του στυλ της μπίμποπ, με το οποίο έδωσε νέο χρώμα σε πολλά κλασικά και καινούργια κομμάτια, όπως το Blues for Alice:

Υπερβάσεις και το καίριο πλήγμα

Ο Τσάρλι Πάρκερ έπεσε θύμα της επιδημίας των ναρκωτικών που εκείνη την εποχή μάστιζε τις γειτονιές των μαύρων στις ΗΠΑ.  Άρχισε  να παίρνει ηρωίνη όταν ήταν 15 χρονών, και ήταν εξαρτημένος για την υπόλοιπη ζωή του, με διαλείμματα απεξάρτησης που δεν διήρκεσαν πολύ.  Ο Πάρκερ ήταν ένας βασανισμένος και μοναχικός άνθρωπος και οι υπερβάσεις του είχαν στόχο «να αποφύγει τον τρόμο της νηφάλιας πραγματικότητας», σύμφωνα με τον πιανίστα Leonard Feather.

Προς το τέλος της ζωής του, ο Πάρκερ συνδύαζε τρεις διαφορετικούς ρόλους: ενός μουσικού της τζαζ, ενός φιλικότατου και πολυαγαπημένου μεσοαστού συζύγου και πατέρα, και ενός πρεζονιού. Όμως δεν έπαψε ποτέ να είναι δημιουργικότατος με τη μουσική του.

Ο Πάρκερ έπαιζε στο Oasis Club στο Χόλιγουντ το Μάρτιο του 1954, όταν έμαθε από τηλεγράφημα της γυναίκας του ότι πέθανε η μικρή του κόρη, που έπασχε από κυστική ίνωση. Ο θάνατος της μικρής κυριολεκτικά «τσάκισε» τον Πάρκερ. Προσπάθησε να αυτοκτονήσει πίνοντας ιώδιο. Έπεσε σε κατάθλιψη,  χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «το πιο φημισμένο πρεζόνι στον κόσμο». Ζητούσε από φίλους, σαν τον Ντίζι Γκιλέσπι, να τον «σώσουν». Όταν πέθανε στις 12 Μαρτίου, ο ιατροδικαστής που τον εξέτασε υπολόγισε την ηλικία του στα 55-60 (λόγω των καταχρήσεων), αν και ήταν μόλις 34 ετών.

Οι υπερβάσεις και καταχρήσεις του Πάρκερ μπορεί να έχουν σοκάρει μερικούς, αλλά όπως έλεγε ο κλαρινετίστας Artie Shaw, σχολιάζοντας την κατάσταση στις ΗΠΑ των φυλετικών διακρίσεων, «η τζαζ γεννήθηκε από μια μπουκάλα ουίσκι, ανατράφηκε με μαριχουάνα και πεθαίνει με ηρωίνη».

Ένα τεράστιο κληροδότημα

Ο DJ της τζαζ Al «Jazzbo» Collins  περιέγραψε εύστοχα πως ο κόσμος έβλεπε τον Πάρκερ: «Δεν πιστεύω ότι σε ολόκληρη την ιστορία της τζαζ υπήρξε μουσικός που να έτυχε μεγαλύτερης αναγνώρισης και λιγότερης κατανόησης από τον Πάρκερ».

Ο Πάρκερ άφησε ένα τεράστιο κληροδότημα από ηχογραφήσεις. Καθώς πολλές γίνονταν κρυφά σε κλαμπ από θαυμαστές του ενόσω αυτός έπαιζε, καινούργιες, άγνωστες, ηχογραφήσεις εμφανίζονται συνέχεια.

«Bird Lives» ήταν το σλόγκαν που ακούστηκε πολλές φορές μετά το θάνατό του. Ένα σλόγκαν που δεν αποτελεί υπερβολή, γιατί πολλοί διάσημοι άλτο-σαξοφωνίστες διαμόρφωσαν το παίξιμό τους βασισμένοι στο στυλ του Πάρκερ, όπως οι Ορνέτ Κόλμαν, Λι Κόνιτζ, Σόνι Στιτ, Τζάκι Μακλίν, Κάνονμπολ Άντερλι, και δεκάδες άλλοι.