Πεθαίνει στις 14 Σεπτεμβρίου 1960, σε ηλικία μόλις 52 χρόνων, προδομένος από την καρδιά του, αφήνοντας ανολοκλήρωτο «Tο Δέκα», το μυθιστόρημα που έγραφε εκείνο τον καιρό. H τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει, η τελευταία φράση της ζωής του, ήταν «Aς γελάσω»….

O πληθωρικός, εκρηκτικός M. Kαραγάτσης (πραγματικό όνομα Δημήτρης Pοδόπουλος), ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της περίφημης «γενιάς του '30» γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1908 στο κέντρο της Aθήνας, σε ένα γωνιακό σπίτι στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους.

«Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιό. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια-σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους ‘αρμοδίους’, όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά».

Ο πατέρας του, Γεώργιος Ροδόπουλος, ήταν δικηγόρος και πολιτικός, με καταγωγή από την Πάτρα, αλλά εγκατεστημένος στη Λάρισα. Η μητέρα του, Ανθή Μουλούλη καταγόταν από τον Τύρναβο. Ο συγγραφέας ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας, με μεγάλη διαφορά ηλικίας από τα αδέλφια του Ροδόπη, Νίκο, Τάκη και Φωφώ.

Πέρασε την παιδική του ηλικία σε διάφορες πόλεις εξ αιτίας των μετακινήσεων της οικογένειάς. Ο πατέρας του ως διευθυντής τράπεζας δούλεψε στα Τρίκαλα, Πύργο, Αίγιο, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Κρήτη. Παρακολούθησε το Δημοτικό στο Αρσάκειο Λάρισας, ενώ τα γυμνασιακά του χρόνια -από το 1922 έως το 1924- τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη, όπου τον έστειλε ο πατέρας του ως τιμωρία, επειδή είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του σε σχολικό έλεγχο. Τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας τα περνάει στη Ραψάνη.

«… Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθήτριες μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδιοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην ‘γυναίκα των ονείρων μου’. Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά... Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ. Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών…»

Πηγαίνει στην Γκρενόμπλ για να σπουδάσει Νομικά τα οποία -για οικονομικούς λόγους- από τον επόμενο χρόνο, θα συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο Aθηνών.

«… Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ. Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τόριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί…»

Πρώτη εμφάνιση με την «Kυρία Nίτσα»

Το 1927 παίρνει μέρος στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Nέας Eστίας με το αυτοβιογραφικό διήγημα «Kυρία Nίτσα» (όπου αφηγείται τον έρωτα του για την εικοσάχρονη δασκάλα του), το οποίο θα αποσπάσει έπαινο και θα δημοσιευτεί το 1929 σε συλλογικό τόμο που περιελάμβανε τα βραβευμένα διηγήματα του διαγωνισμού («Oι θεότητες του Kοτύλου», εκδ. Bιβλιοπωλείον της Eστίας). Mε το διήγημα αυτό -που απέσπασε τις ευμενείς κρίσεις του Γρηγορίου Ξενόπουλου- ξεκινάει τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του και την μακρά συνεργασία του με τη «Nέα Eστία», δημοσιεύοντας σε αυτήν διηγήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες και μεταφράσεις.

Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν» (1933).

Μετά το πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών πιάνει δουλειά ως υπάλληλος στην ασφαλιστική εταιρεία του αδερφού του Νίκου, στον Πειραιά.

Το 1935 θα παντρευτεί τη ζωγράφο Νίκη Καρυστινάκη (μετέπειτα γνωστή ως Νίκη Καραγάτση, 1914-1986).

Το 1936 δημοσιεύεται το μυθιστόρημα του «Η χίμαιρα», ένα εξαιρετικό, λεπτομερές ψυχογράφημα και στη κόρη που γεννιέται τον Οκτώβριο του 1936 δίνει το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου, Μαρίνα.

Στο μυθιστόρημα αυτό, που κλείνει τη γνωστή τριλογία «Γιούγκερμαν - Λιάπκιν - Χίμαιρα», ο Καραγάτσης «μελετάει ενδελεχώς τη δυνατότητα προσαρμογής των ξένων στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και την αμφιθυμία των Ελλήνων απέναντι στη Δύση. Κρύβει καλά τον ακραίο και κατάμαυρο ρομαντισμό του κάτω από πέπλο κυνισμού ή και ωμότητας. Βαθιά απελπισμένος ο ίδιος, μετατρέπει τη Μαρίνα σε χίμαιρα, αρνούμενος την έννοια της αγάπης. Νομίζουμε ότι πετυχαίνουμε, ερωτευόμαστε, δημιουργούμε πνευματικά. Όλα εν τέλει καίγονται κάτω από το σκληρότατο ελληνικό φως. Σαν μύγες μαγευόμαστε από το άγνωστο, για να γίνουμε παρανάλωμα σε μια στιγμή. Αυτή τη μοιραία στιγμή περιγράφει ο Καραγάτσης….»

Την περίοδο της γερμανικής κατοχής το σπίτι του επί της οδού Σπάρτης στην πλατεία Αμερικής γίνεται σημείο κάθε Παρασκευή συνάντησης των λογοτεχνών - Εμπειρίκος (τους δύο άνδρες συνέδεε βαθιά φιλία), Ελύτης, Εγγονόπουλος, Βενέζης, Κατσίμπαλης, Λουντέμης, ήταν όλοι εκεί.

Παράλληλα δημοσιεύονται διηγήματά του και νουβέλες.

Από το 1946 αναλαμβάνει τη θεατρική στήλη της εφημερίδας Βραδυνή. Υπήρξε αυστηρός, ενίοτε και καυστικός θεατρικός κριτικός, που υποκλινόταν ωστόσο, μπροστά στο ταλέντο, όπως στην περίπτωση της Κυβέλης, του Χορν, της Λαμπέτη, της Μελίνας, της Παξινού, του Βασίλη Διαμαντόπουλου. Τον ίδιο χρόνο ανεβαίνει στο θέατρο, χωρίς επιτυχία, το έργο του «Μπαρ Ελδοράδο».

Ο Καραγάτσης εμφανίζεται και στον κινηματογράφο, υπογράφοντας το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας «Καταδρομή» (που γυρίστηκε στο σπίτι της οδού Σπάρτης).

Το 1946 πεθαίνει και η μητέρα του, στην οποία αφιερώνει το μυθιστόρημά του «Ο μεγάλος ύπνος» που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά. Το 1949 βρίσκεται ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας Βραδυνή στα βουνά του Γράμμου και του Βίτσι, ενώ ο εμφύλιος πήγαινε προς το τέλος του. Τον ίδιο χρόνο ταξιδεύει στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Τουρκία και την Αίγυπτο.

Το 1952 εργάζεται στη διαφημιστική εταιρεία ΑΔΕΛ, ενώ παράλληλα γράφει εκλαϊκευμένα την «Ιστορία των Ελλήνων» και το 1953 ταξιδεύει στην Ανατολική Αφρική.

Το 1956 και το 1958 ήταν υποψήφιος βουλευτής με το δεξιό κόμμα των Προοδευτικών του Σπ. Μαρκεζίνη. Δεν είχε κάνει καμία προεκλογική προετοιμασία και όπως ήταν φυσικό, απέτυχε και τις δύο φορές. Όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί είχε θέσει υποψηφιότητα, απάντησε ότι το έκανε για να πάρει ψήφους από τον αδερφό του Κωνσταντίνο Ροδόπουλο, υποψήφιο με την ΕΡΕ.

Το 1958 το μοιραίο έτος της ζωής του συνυπογράφει «Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων» μαζί με τους Άγγελο Τερζάκη, Ηλία Βενέζη και Στρατή Μυριβήλη, το οποίο πρωτοδημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολη.

Στις 8 Νοεμβρίου του ίδιου έτους παθαίνει καρδιακή προσβολή. Η ασθένεια τον οδήγησε στη σταδιακή αποξένωσή του από τους φιλικούς κύκλους, αλλά όχι και στη διακοπή της δουλειάς του.

Ξεκινάει να γράφει «Το Δέκα».

Σχεδίαζε άλλη μια ενότητα τεσσάρων έργων, από την οποία πρόλαβε να ξεκινήσει μόνο «Το Δέκα». Το έργο διαδραματίζεται σε μια λαϊκή πολυκατοικία του Πειραιά. Μάλιστα, ο συγγραφέας επισκεπτόταν κάθε πρωί το λιμάνι και παρατηρούσε την κίνηση και τη ζωή εκεί για να αντλήσει υλικό. Το ημιτελές μυθιστόρημά του εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Όλα αυτά, μέχρι τα χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου 1960, που αφήνει την τελευταία του πνοή.

Κηδεύεται την ίδια μέρα και στον τάφο του χαράζεται το επίγραμμα από το έργο του Το μεγάλο συναξάρι: «Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».

Tο αινιγματικό M.

Tο αινιγματικό αρχικό M. λέγεται πώς έρχεται από το όνομα Mίτια (ρωσική εκδοχή του «Δημήτρης»), έκφραση της αγάπης του για τον Nτοστογιέφσκι και ιδίως για τους Aδελφούς Kαραμαζώφ, ενώ το Kαραγάτσης οφείλεται στο δέντρο καραγάτσι (ή, πτελέα) κάτω από το οποίο καθόταν μικρός και διάβαζε, κοντά στην εκκλησία της Pαψάνης στη Θεσσαλία.

Το γεγονός ότι υπέγραφε τα έργα του ως «Μ. Καραγάτσης» προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς φιλολόγους, που συχνά ερμήνευαν το «Μ» ως Μιχάλης, λόγω των ηρώων του, Μιχάλη Καραμάνου (στον Γιούγκερμαν) και Μιχάλη Ρούση (στον Μεγάλο ύπνο), που θεωρούνται περσόνες του συγγραφέα.

Παρόλα αυτά σύμφωνα με πρόσφατη προφορική μαρτυρία της κόρης του Μαρίνας Καραγάτση, το αρχικό γράμμα «Μ.» πράγματι παραπέμπει στο όνομα Μιχάλης. Όμως το μυστήριο του γράμματος «Μ» δεν θα μπορέσει ποτέ να λυθεί, διότι ο Καραγάτσης ουδέποτε δήλωσε δημόσια τη σημασία του.

Ο άνθρωπος Καραγάτσης

«… Στην κουβέντα του, δεν ήταν καθόλου διαλεκτικός και υπομονετικός. Ήταν ή πλούσια αφηγηματικός ή εκρηκτικός και παράφορος. Παράξενα ηδονιστής, χαίρονταν πιο έντονα την ηδονή σαν προετοιμασία παρά σαν πραγμάτωση. Αυτή η χαρά που ανάβρυζε από όλη του την ύπαρξη, τον έκανε να ακτινοβολεί, να επηρεάζει και τους άλλους ολόγυρά του και να δείχνεται σαν ένα σκεύος συμπυκνωμένης ζωής. Κι όμως, δεν σπαταλιούνταν αλόγιστα μέσα στη ζωή, όπως άλλοι. Μια ανώτερη «συντηρητική λογική» κατηύθυνε τις πράξεις του. Συνδύαζε έναν διονυσιακό αυθορμητισμό μ’ έναν προγραμματισμό και με μια περίσκεψη. Προχωρούσε τολμηρά μέσα στη ζωή, μα προτιμούσε να σταματά κάμποσο μακρυά από το χείλος της αβύσσου. Μέσα του, πότε πάλευαν πότε συνεργάζονταν, πότε αποκοιμούνταν, ένας ποιητής κι ένας επιχειρηματίας. Είναι ο μόνος συγγραφέας μας που η ψυχοσύνθεσή του και οι εσώτερες ροπές του παρουσίαζαν κάποιες ομοιότητες με τον Μπαλζάκ.

Ο έμφυτος ρεαλισμός του, ενισχυμένος με ελιτιστική ψυχολογία, βιολογία και πλούσια γνώση της ιστορίας, τον τοποθετούν σα συγγραφέα πολύ πιο πέρα και πιο ψηλά από τα κάπως στενά υποκειμενικά επίπεδα στα οποία κινείται λίγο ή πολύ η πεζογραφία μας. Ο ίδιος ήταν έντονα και τυραννικά, για τον εαυτό του, υποκειμενικός -ήθελε τον υποκειμενισμό του νόμο για τους άλλους. Μα συχνά τον αποδεσμεύει απ’ αυτόν τον υποκειμενισμό η μεγάλη του φαντασία και ο παρατηρητικότατος ανοιχτομάτης νους του. Ο Καραγάτσης, και μέσα στις αυθαιρεσίες του και τους παραλογισμούς του, τις εκρήξεις του και τις ακαταλόγιστες, συχνά, αντιδράσεις του προς πρόσωπα και πράγματα, παρέμενε πάντα μια σπάνια ιδιοφυΐα. Βαρύτατη έπεφτε η σκιά του παντού, μια σκιά που μαγνήτιζε και όταν ακόμη τύχαινε να απωθεί….»

Αντρέας Καραντώνης, «Μνήμη του Καραγάτση». Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση, Τετράδια «Ευθύνης» αρ. 14, Αθήνα 1981, σσ. 135-135.

Η Νίκη Καραγάτση για τον Μ.

«… Είχε δύσκολο ύπνο, οι θόρυβοι τον ενοχλούσαν φοβερά… έβαζε ωτοασπίδες το βράδυ για να κοιμηθεί. Κάθε δύο χρόνια αλλάζαμε σπίτι. Πάντοτε στον τελευταίο όροφο, για να μην έχουμε άλλους από πάνω και κάνουν θόρυβο. Θυμάμαι στην Πλατεία Κυριακού (τώρα Πλατεία Βικτωρίας), μια παλιά μονοκατοικία. Τα σανίδια έτριζαν. Είχαμε μάθει όλοι στο σπίτι ποιο σανίδι τρίζει και ποιο όχι, αλλά δεν τα καταφέρναμε πάντοτε καλά. Έτσι οι καβγάδες δεν έλειπαν… οι φωνές του ακούγονταν στο δρόμο γιατί δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τις κρύψει.

«Όταν χάσω τον ύπνο μου, την άλλη μέρα είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος», έλεγε. Τον εμπόδιζε και το φως- σκούρες κουρτίνες κρεμούσε στο παράθυρο και τις τζαμόπορτες.

Δύσκολος άνθρωπος, εκρηκτικός, υπερευαίσθητος, πολλές φορές εγωιστής αλλά καλόκαρδος. Δεν ζήλεψε ποτέ τους καλούς, τους άξιους. Δίκαιος. Λογάριαζε τους ανθρώπους. Είχε χάρες, γοητεία, ζωντάνια, ανωτερότητα.
Δεν ήταν φτηνός, μικρός σε τίποτα…»

Απόσπασμα από συνέντευξη της Νίκης Καραγάτση. Παρατίθεται στο «Σχεδίασμα βιογραφίας της Νίκης Καραγάτση» από τη Μαρίνα Καραγάτση, Άγγελος Δεληβορριάς (επιμ.), Νίκη Καραγάτση, Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 34)