Έφυγε σαν σήμερα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2007, σε ηλικία 84 ετών.

Το παιδί που μαγεύτηκε από τον βωβό κινηματογράφο, γοητεύτηκε από τη λάμψη του Μπάστερ Κίτον, του Χάρολντ Λόιντ, του Χοντρού και του Λιγνού (των Λόρελ και Χάρντι), αλλά κάρφωσε το βλέμμα του στον Τσάρλι Τσάπλιν, υπήρξε ένας θρύλος.

Όταν ο πατέρας του τον πήγε να δει «Τα φώτα της πόλης» o 7χρονος Μαρσέλ άρχισε να μιμείται τον Σαρλό: Επιστρέφοντας από το σινεμά, πήρε το παντελόνι του πατέρα του και ένα καλαμένιο μπαστούνι και βγήκε έξω.

Τα καλοκαίρια, στο σπίτι της θείας του, αναπαριστούσε μέσω της μίμησης τις ιστορίες του Ροβινσώνα Κρούσου.

Όπως έκανε και με τα παιδιά της γειτονιάς του. Όπως έκανε με όλα τα πρόσωπα της γειτονιάς του-καθένας είχε για κείνον κάποιο ιδιαίτερο, ενδιαφέρον χαρακτηριστικό- κάτι που τον είχε μάλιστα, κάνει δημοφιλή.

Περιέργως πώς, αντίθετα με πολλά στέρια του Χόλιγουντ, που στην πορεία της ζωής του γνώρισε από κοντά, με τον Τσάπλιν συναντήθηκε μονάχα μία φορά και δη, τυχαία, στο αεροδρόμιο του Ορλί στο Παρίσι, το 1967, επιστρέφοντας από τα γυρίσματα μιας ταινίας στη Ρώμη.

Ο Μαρσέλ Μανζέλ, γνωστός ως Μαρσέλ Μαρσό (22 Μαρτίου 1923 – 22 Σεπτεμβρίου 2007), ήταν ο καλλιτέχνης που αναβίωσε την τέχνη του μιμικού θεάτρου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και παρέμεινε στη σκηνή επί έξι δεκαετίες.

Γεννήθηκε στο Στρασβούργο, αλλά μεγάλωσε στη Λιμόζ. Τα εφηβικά όνειρα του σταμάτησε με τον πιο σκληρό τρόπο ο πόλεμος.

Σε ηλικία 16 ετών, η οικογένειά του αναγκάστηκε λόγω της εβραϊκής καταγωγής της να εγκαταλείψει της εστία της.

Την ημέρα που η Γαλλία εισήλθε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν μόλις λίγες ώρες για να μαζέψουν όσα από τα υπάρχοντα τους μπορούσαν και να αναζητήσουν καταφύγιο στα νοτιοδυτικά της χώρας, αλλάζοντας μάλιστα το επώνυμο τους προκειμένου να κρύψουν την εβραϊκή καταγωγή.

Ο νεαρός Μαρσέλ μιλούσε άπταιστα αγγλικά και μαζί με τον αδελφό του Αλέν, μπήκε στην Αντίσταση. Έγινε μέλος των Ελεύθερων Γαλλικών Δυνάμεων του Ντε Γκολ και σύνδεσμος με τον αμερικανικό στρατό του Πάτον.

Όταν η Γκεστάπο άρχισε να αναζητά τον αδελφό του και τα πράγματα έγιναν πολύ επικίνδυνα, έφυγε για το Παρίσι.

Ο κρεοπώλης πατέρας του δεν γλίτωσε όμως, τη σύλληψη, παρά τις προφυλάξεις. Η Γκεστάπο τον οδήγησε στο Άουσβιτς, όπου και πέθανε.

Ο Μαρσό ασχολήθηκε με την υποκριτική αμέσως μετά το τέλος του πολέμου.

Άρχισε σπουδές το 1946 με δάσκαλο τον Ετιέν Ντεκρού και τον Ζαν Λουί Μπαρό.

Ο Μπαρό είχε ιδιαίτερη σημασία στην πορεία του Μαρσό, καθώς ήταν εκείνος που του έδωσε τον πρώτο του μεγάλο ρόλο. Έπαιξε στη θεατρική εκδοχή των «Παιδιών του παραδείσου», στο οποίο είχε πρωταγωνιστήσει ο Μπαρό στον κινηματογράφο και αυτός ήταν ο ρόλος που έκανε διάσημο τον Μαρσό.

Η βαθιά επιρροή του από τον Τσάπλιν τον οδήγησε το 1947 στη δημιουργία του Μπιπ, του κλόουν με το λευκό πρόσωπο, τα πεταχτά κοκκινωπά μαλλιά, το καπέλο από μετάξι και τις εκφράσεις που κινούνταν από τη μελαγχολία στην έκπληξη.

Στη σκηνή ο Μπιπ έκανε «πραγματικότητα» κάθε πιθανό σενάριο:

Ο Μπιπ παντρεύεται.
Ο Μπιπ ταξιδεύει με το τρένο.
Ο Μπιπ σε κοκτέιλ πάρτι.
Ο Μπιπ κυνηγάει πεταλούδες.

Όταν ο Μαρσό «απεικόνισε» μέσω της παντομίμας τις επτά περιόδους της ανθρώπινης ζωής, λέγεται ότι «κατάφερε σε τρία λεπτά αυτό που οι περισσότεροι συγγραφείς δεν κατάφεραν σε τόμους ολόκληρους».

Το κοινό γέμιζε τα θέατρα για να δει το παράξενο alter ego του Μαρσό, να απολαύσει τα αόρατα τείχη που έχτιζε και γκρέμιζε με τις κινήσεις του, τον χορό με τις αόρατες παρτενέρ, τις ιστορίες που έφερνε στη σκηνή με μοναδικό εργαλείο το σιωπηλό πρόσωπο και το λιπόσαρκο, νευρώδες σώμα.

«Δεν γελάμε ή κλαίμε στα αγγλικά ή στα γαλλικά» έλεγε. «Ο Μπιπ επιτρέπεται να πάει παντού και να ονειρευτεί όσα όνειρα θέλει»…

Ο Μαρσό παντρεύτηκε 3 φορές και απέκτησε 4 παιδιά.

Ίδρυσε τη δική του σχολή τη δεκαετία του 1970, τη «Διεθνή Σχολή Μιμοδράματος του Παρισιού, Μαρσέλ Μαρσό», έπαιξε σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες, όπως στην «Μπαρμπαρέλα», το 1968 και το 1976 στην κωμωδία Silent Movie. Έκανε επίσης πολλές τηλεοπτικές εμφανίσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι βραβεύτηκε με ΕΜΜΥ από την πρώτη του κιόλας τηλεοπτική εμφάνιση.

Από τη δεκαετία του '50 και μέχρι το 2006 οπότε έκανε περιοδεία στην Αυστραλία, ταξίδευε τον κόσμο, με σκοπό τη διάδοση της τέχνης του. 

Συνέγραψε τον πρόλογο του βιβλίου του Φιλίπ Πετί (1985) Πάνω σε Ψηλό Καλώδιο.

Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, ενώ στη Νέα Υόρκη η 18 Μαρτίου εορτάζεται από το 1999 ως «Ημέρα του Μαρσέλ Μαρσώ».

Έχει ταφεί στο κοιμητήριο Περ Λασέζ στο Παρίσι, δίπλα σε μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών.

Μεταξύ άλλων είχε πει:

H μουσική και η σιωπή ταιριάζουν, επειδή η μουσική γίνεται από τη σιωπή και η σιωπή είναι γεμάτη μουσική.

Η σιωπή και η κίνηση είναι η αντανάκλαση των ανθρώπων.

Είναι καλό να το βουλώνεις μερικές φορές...

Μα και οι πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μας, χωρίς λέξεις μας βρίσκουν.