Μία από τις κορυφαίες στιγμές, ηρωικές και τραγικές, ταυτόχρονα, του ελληνικού εργατικού κινήματος, αποτελεί, αναμφισβήτητα, ο ματωμένος Μάης του 1936 στην Θεσσαλονίκη. Ο οποίος έγινε και η αιτία για την δημιουργία του εμβληματικού αριστουργήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας και εκ των κορυφαίων ελληνικών λογοτεχνικών έργων του 20ού αιώνα, του «Επιτάφιου», του Γιάννη Ρίτσου.

Τα τραγικά γεγονότα του Μάη του ’36 είναι η κορύφωση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο, η οποία κλιμακώθηκε με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1929, μέσα σε ένα διεθνές κλίμα που χαρακτηριζόταν από το δημοκρατικό πείραμα της Ισπανίας και την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικά, το 1933 έγιναν 360 απεργίες σε όλη την χώρα και σε πλήθος κλάδων, με συμμετοχή 120.000 εργατών, ενώ το 1934 έγιναν 480 απεργίες με συμμετοχή 180.000 εργατών(1).

Η κλιμάκωση αυτή αποκτά χαρακτηριστικά κοινωνικής έκρηξης με την έλευση του 1936. Κατά τους πρώτους μήνες εκείνης της χρονιάς και μέχρι τον Μάρτιο απεργούν ήδη πάνω από 200.000 εργάτες. Απεργιακές κινητοποιήσεις οργανώνουν και οι επαγγελματίες, ενώ στην επαρχία οι αγρότες οργανώνουν μαζικά συλλαλητήρια. Αντίστοιχα, οι φοιτητές οργανώνουν πολύπλευρες κινητοποιήσεις διεκδικώντας πανεπιστημιακές και γενικότερες δημοκρατικές ελευθερίες(2).

Το κράτος απαντά με άγρια καταστολή σε όλη την χώρα. Τον Ιανουάριο του 1936 έγιναν 117 συλλήψεις, 18 φυλακίσεις, 37 εξορισμοί, 33 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 38 βασανισμοί, 13 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 1 αστυνομική έρευνα, 4 διαλύσεις σωματείων και 3 κατασχέσεις.

Φεβρουάριος: 129 συλλήψεις, 91 φυλακίσεις, 6 εξορισμοί, 23 τραυματισμοί, 2 δολοφονίες, 17 βασανισμοί, 3 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 14 αστυνομικές έρευνες και 3 κατασχέσεις.

Μάρτιος: 198 συλλήψεις, 225 φυλακίσεις, 12 εξορισμοί, 17 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 36 βασανισμοί, 5 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 2 αστυνομικές έρευνες και 1 κατάσχεση.

Απρίλιος: 198 συλλήψεις, 32 φυλακίσεις, 44 εξορισμοί, 35 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 34 βασανισμοί, 15 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 19 αστυνομικές έρευνες και 470 κατασχέσεις(3).

Αυτή η ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, με την δημιουργία νέων σωματείων, την χειραφέτηση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων της εργατικής τάξης από την μοιρολατρία και τις αυταπάτες - γεγονός που οδήγησε στην αύξηση του αριθμού των συνδικαλισμένων εργατών, αλλά και των εργατριών που είχαν να παλέψουν επιπλέον ενάντια στην ανισότητα και τα, ακόμη και σκοταδιστικά, στερεότυπα που επιβίωναν στην ελληνική κοινωνία - θα απαντηθεί, επίσης, από το αστικό πολιτικό σύστημα με συνεχιζόμενες απόπειρες πραξικοπημάτων κατά το πρώτο μισό της 10ετίας του ’30, καταλήγοντας στην επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά τον Αύγουστο του 1936.

Ελάχιστους μήνες νωρίτερα, ωστόσο, ο Ιωάννης Μεταξάς δεν είναι ακόμη δικτάτορας, αλλά πρωθυπουργός, διορισμένος απευθείας από τον βασιλιά τον Απρίλιο του 1936, με την ανοχή των βενιζελικών κομμάτων, σε μια προσπάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος να αποφύγει τον ρυθμιστικό ρόλο του «Παλλαϊκού Μετώπου», του εκλογικού συνασπισμού του ΚΚΕ και του Αγροτικού Κόμματος. Το «Παλλαϊκό Μέτωπο» κατάφερε να εκλέξει 15 βουλευτές στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936, παίζοντας αντικειμενικά ρυθμιστικό ρόλο, αφού κανένα κόμμα δεν απέσπασε την απαραίτητη πλειοψηφία για τον σχηματισμό κυβέρνησης. 

Μέσα σε αυτό το κλίμα, στις 29 Απριλίου του 1936, τουλάχιστον 12.000 καπνεργάτες και καπνεργάτριες (οι οποίες είναι και η πλειοψηφία) κατεβαίνουν σε απεργία στην Θεσσαλονίκη με απόφαση της Πανελλήνιας Καπνεργατικής Ομοσπονδίας (ΠΚΟ) και βασικό αίτημα την αύξηση του μεροκάματου.

Οι απεργοί είναι οργανωμένοι και πειθαρχημένοι. Εκλέγουν απεργιακή επιτροπή και επιδεικνύουν ολύμπια ηρεμία στις προκλήσεις των ισχυρότατων αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων που κάνουν έντονη την παρουσία τους στους χώρους των απεργιακών διαδικασιών. 

Σύντομα η απεργία απλώνεται σε όλη την χώρα. Τοπικά καπνεργατικά σωματεία προχωρούν σε απεργίες από την Καβάλα μέχρι τον Πειραιά. Εργάτες άλλων κλάδων εκδηλώνουν με διάφορους τρόπους την συμπαράσταση και την αλληλεγγύη τους.

Στις 6 Μάη στην Θεσσαλονίκη, παρακρατικές φασιστικές συμμορίες πυροβολούν και τραυματίζουν τον 20χρονο καπνεργάτη Κώστα Σαμιώτη.

Στις 7 Μάη επιστρέφοντας από το Βελιγράδι, σταματά στην Θεσσαλονίκη ο Μεταξάς, ο οποίος, σε ειδική σύσκεψη με τους αξιωματικούς και τους επιτελάρχες, διατάζει την καταστολή της απεργίας.

Στις 8 Μάη η αστυνομία προσπαθεί να διαλύσει συγκέντρωση 7.000 απεργών και όταν δεν τα καταφέρνει αρχίζει να πυροβολεί. Οι εργάτες απαντούν στήνοντας οδοφράγματα.

Το σχέδιο των μηχανισμών καταστολής όχι μόνο αποτυγχάνει, αλλά βγάζει στον δρόμο όλη την πόλη. Μετά από ώρες οδομαχιών οι απεργοί υποχωρούν, αλλά η αγανάκτηση και η οργή φουντώνουν. Το ίδιο βράδυ, το ένα μετά το άλλο σωματεία πολλών κλάδων προχωρούν σε απεργία.

Το ξημέρωμα της 9ης Μάη βρίσκει την Θεσσαλονίκη σε γενική απεργία.

Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, σε πλήρη σύγχυση και χωρίς κανένα άλλο σχέδιο αφού έχουν όλα αποτύχει, αποφασίζουν να ρίξουν στο ψαχνό. Ο πρώτος νεκρός απεργός είναι ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης κοντά στην Εγνατία. Ακολουθούν: Β. Σταύρου, Ιντο Σενόρ, Γ. Πανόπουλος, Αγλαμίδης, Σαλβατόρ Ματαράσο, Δημ. Λαϊλάνης, Σ. Διαμαντόπουλος, Γιάννης Πιτάρης, Ευθύμης Μάνος, Μανώλης Ζαχαρίου, Αναστασία Καρανικόλα.

Όλη η πόλη βρίσκεται στο πόδι. Οι στρατιώτες αρνούνται να πυροβολήσουν με αποτέλεσμα να συγκρουστούν με τους χωροφύλακες. Ουσιαστικά, το βράδυ της 9ης Μάης, η Θεσσαλονίκη βρίσκεται υπό εργατικό έλεγχο, έχοντας γράψει ακόμη μία ηρωική και ματωμένη σελίδα στην ιστορία της.

«Επιτάφιος»

Τον πρώτο νεκρό εκείνης της μέρας, τον Τάσο Τούση, οι σύντροφοί του τον μεταφέρουν πάνω σε μία πόρτα που έχουν ξηλώσει. Η μητέρα του, που έχει βγει στους δρόμους ψάχνοντας τον γιο της και τις εργάτριες κόρες, τον βλέπει μπροστά της. Σωριάζεται, πέφτει πάνω του και αρχίζει τον σπαρακτικό, αρχέγονο θρήνο της μάνας πάνω από το νεκρό παιδί της.

Ενας φωτογράφος αποτυπώνει την τραγική εικόνα.

Την επόμενη μέρα, 10 Μάη, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τη φωτογραφία στην πρώτη του σελίδα, κάτω από εκτενέστατο ρεπορτάζ με τίτλο «Η χτεσινή άγρια σφαγή του λαού της Θεσσαλονίκης» και σε μέσα σελίδα.

Ο Γιάννης Ρίτσος, ήδη μέλος του ΚΚΕ και από το 1934 συνεργάτης του «Ρ», συγκλονίζεται. Κλείνεται στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30, και μένοντας άυπνος σχεδόν δυο μερόνυχτα και κάνοντας συνεχώς αιμοπτύσεις από την φυματίωση, γράφει τον «Επιτάφιο», 14 ποιήματα. Στις 11 Μάη, στέλνει τρία από αυτά στον «Ριζοσπάστη» και δημοσιεύονται την επομένη.

Ολόκληρο το έργο εκδίδεται από τον «Ριζοσπάστη» σε 10.000 αντίτυπα, αριθμός ρεκόρ για τα εκδοτικά δεδομένα της εποχής. Το εξώφυλλο του, διαστάσεων 24x17 εκατοστά, εικονογραφήθηκε με σχέδιο του Γιώργου Λιδάκη, φιλοτεχνημένο με σινική μελάνη.

Το βιβλίο γίνεται ανάρπαστο, αλλά η δεύτερη έκδοση που ετοιμάζεται δεν θα γίνει αφού την προλαβαίνει η μεταξική δικτατορία, η οποία κατάσχεσε τα τελευταία 250 αντίτυπα και τα έκαψε δημόσια, έχοντας πρότυπό της τους ναζί. Μαζί καίνε βιβλία του Μαρξ, του Μαξίμ Γκόρκι, του Ανατόλ Φρανς.

(αποσπάσματα)

«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

...

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

Πηγή: «Ριζοσπάστης», «Το Περιοδικό»