Στις 20 Ιουλίου του 1903 (με το παλαιό ημερολόγιο) ξεκίνησε η Εξέγερση του Ίλιντεν (δηλαδή του Προφήτη Ηλία), η οποία σε συνδυασμό με το λεγόμενο πρόγραμμα του Μίρτζστεκ υπήρξε ο καταλύτης που οδήγησε στον Μακεδονικό Αγώνα. Της Κατρίν Αλαμάνου

Οι οπαδοί της βουλγαρικής εξαρχίας εμφανίστηκαν στην περιοχή της Καστοριάς από το 1868.[1]
 
Η εξαρχική εκκλησία  ιδρύθηκε στο πλαίσιο του οθωμανικού διατάγματος του 1870, θέτοντας σε χρήση ένα άρθρο του φιρμανιού που έκανε λόγο για προσάρτηση νέων εδαφών στη νέα εκκλησία εφόσον ψήφιζαν υπέρ αυτού τα 2/3 του πληθυσμού ή περισσότερο. Η Εξαρχία κατόρθωσε να περιλάβει στην δικαιοδοσία της ως το 1912 επτά επισκοπές της Μακεδονίας. Η διευρυνόμενη Εξαρχία παρείχε ένα εργαλείο για την άσκηση βουλγαρικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, ακριβώς όπως το Πατριαρχείο παλαιότερα. Μετά το 1878, το βουλγαρικό κράτος διοχέτευσε όλο του το δυναμισμό στη βάση της μακεδονικής πολιτικής. Η εξίσωση που προσπάθησε να επιτύχει ήταν εξαρχικός = Βούλγαρος.[2]

Συνεπώς, μετά το 1870 οι ορθόδοξες κοινότητες της Μακεδονίας μπορούσαν να διαλέξουν αν θα συνδέονταν με τον έλληνα πατριάρχη, με τον βούλγαρο έξαρχο ή με τη σερβική Ορθόδοξη εκκλησία.[3] Εξαιτίας της απουσίας εθνικής συνείδησης οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας αποτέλεσαν αντικείμενο διεκδίκησης από τους τρεις διαφορετικές πλευρές. Οι Σέρβοι αναφέρονταν σε ορισμένα στοιχεία της γραμματικής και στον εορτασμό της «Σλάβα», που αποτελούσε έθιμό τους, ως αποδείξεις της σερβικής καταγωγής των σλαβόφωνων. Οι Βούλγαροι υποστήριζαν ότι από άποψη φυσιολογίας, οι Μακεδόνες ήταν πιο κοντά στους ίδιους παρά στους Σέρβους και ότι η γλώσσα τους ήταν στην πραγματικότητα μια βουλγαρική διάλεκτος. Τέλος, οι Έλληνες τόνιζαν το γεγονός ότι οι Μακεδόνες ήταν χριστιανοί Ορθόδοξοι κι ότι πολλοί από αυτούς ανήκαν στην δικαιοδοσία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Υποστήριζαν επίσης ότι πολλοί σλαβόφωνοι Μακεδόνες θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες και, κατά συνέπεια, τους αποκαλούσαν σλαβόφωνους Έλληνες.[4] 
 
Μετά το 1885, οι προοπτικές εργασίας και σταδιοδρομίας που ανοίγονταν στο νέο κράτος της Βουλγαρίας λειτούργησαν ως πόλος έλξης πολυάριθμων κατοίκων της Μακεδονίας για μια περίπου γενιά. Οι κύκλοι αυτοί των μόνιμα εγκατεστημένων ή περιοδικών μεταναστών συντήρησαν και δυνάμωσαν τη βλέψη των βουλγαρικών κυβερνήσεων στη Μακεδονία, που ακόμη βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία.
 
Η αλληλεπίδραση με τη βουλγαρική αλυτρωτική ιδεολογία, σύμφωνα με το Βλ. Βλασίδη, είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση ποικίλων βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων και επιτροπών. Τα σημαντικότερα όργανα των σχηματισμών αυτών ήταν οι εφημερίδες.[5]
 
Το 1893, μερικοί νέοι που κατάγονταν από τη Μακεδονία (η Μακεδονία μπορεί να καθορισθεί ως η περιοχή γύρω από τη Θεσσαλονίκη που αποτελείτο σε γενικές γραμμές από τα τουρκικά βιλαέτια της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου [Βιτωλίων] και του Κοσόβου) και είχαν σπουδάσει είτε σε βουλγαρικά σχολεία της Μακεδονίας είτε στη Σόφια, ίδρυσαν  στη Θεσσαλονίκη μια μυστική οργάνωση, η οποία αργότερα ονομάστηκε και καθιερώθηκε ως Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση[6] (στο εξής ΕΜΕΟ).  
 
Η ΕΜΕΟ με ιδρυτές τους: Ντάμε Γκρουέφ, Χρήστο Τατάρτσεφ, Πέρε Ποπάρσωφ, Ιβάν Χατζηνικολώφ, Αντόν Δημητρώφ και Χρήστο Μπαντατζιέφ, έθετε ως στόχους την αυτονόμηση της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία και την προώθηση του Βουλγαρισμού στο χώρο αυτό έτσι ώστε, αν άλλαζαν αργότερα οι συνθήκες, να ήταν εφικτή η ένωση με τη Βουλγαρία.[7]
 
Το  1896 το συνέδριο της ΕΜΕΟ στη Θεσσαλονίκη  επιβεβαιώθηκε ο στόχος της αυτονόμησης της Μακεδονίας αλλά και της περιοχής του βιλαετιού της Αδριανούπολης, ενώ ταυτόχρονα ο βουλγαρικός χαρακτήρας της οργάνωσης καθοριζόταν με σαφήνεια, αφού μέλος της οργάνωσης μπορούσε να γίνει κάθε βούλγαρος που θα ήθελε να αγωνιστεί για την απελευθέρωση των Βουλγάρων στην Μακεδονία και τη Θράκη.[8]

Όμως το 1902 εγκαταλείπεται ο αρχικός βουλγαρικός χαρακτήρας της οργάνωσης. Η προσέγγιση της  Βουλγαρίας με τη Σερβία τον ίδιο χρόνο προκάλεσε την αντίδραση της ΕΜΕΟ και αύξησε τον αριθμό αυτών που πίστευαν ότι η Οργάνωση δεν είχε να περιμένει τίποτε από τη Βουλγαρία αλλά θα έπρεπε να στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις για την επίτευξη των στόχων της. Έτσι προχώρησαν σε αλλαγή του καταστατικού. Πλέον μέλος της ΕΜΕΟ μπορούσε να γίνει «κάθε Μακεδόνας και Ανδριανουπολίτης». Σκοπός της Οργάνωσης παρέμεινε η διεκδίκηση πλήρους πολιτικής αυτονομίας και για την επίτευξή της θα προετοιμαζόταν επανάσταση.[9]

Εν τω μεταξύ, δύο χρόνια μετά την ίδρυση της ΕΜΕΟ, το 1895, δημιουργήθηκε η Εξωτερική Οργάνωση (Βερχόβεν Κομιτέτ ή Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο).  Ιδρύθηκε από οργανώσεις και επιτροπές μεταναστών (μακεδονικές αδελφότητες), που στα μέλη τους συγκαταλέγονταν τα πλέον ικανά στελέχη του βουλγαρικού κράτους και μάλιστα του στρατού.
 
Ισχυρότερο μέλος της Εξωτερικής Οργάνωσης ήταν ο στρατηγός Τσόντεφ. Αν και αρχικά οι Βερχοβιστές επιθυμούσαν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, μεσοπρόθεσμα τάχθηκαν και αυτοί υπέρ της αυτονομίας της Μακεδονίας, προκειμένου να αποφύγουν την πυροδότηση διεθνών αντιδράσεων.[10]  

Ο Λ. Σταυριανός αναφέρει πως η Εξωτερική Οργάνωση «είχε σχηματιστεί υπό την αιγίδα του στέμματος της Βουλγαρίας και ήταν κατά κύριο λόγο ένα βουλγαρικό όργανο, σε αντίθεση με την ΕΜΕΟ, η οποία τουλάχιστον στα πρώτα της βήματα, ήταν ένα μακεδονικό κίνημα [...]. Το σύνθημα της ΕΜΕΟ ήταν “Η Μακεδονία στους Μακεδόνες”, αλλά η Εξωτερική Οργάνωση διεκδικούσε μια Μακεδονία για τη Βουλγαρία. Η ΕΜΕΟ απολάμβανε μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη μέσα στη Μακεδονία, ενώ η Εξωτερική Οργάνωση είχε, φυσικά, περισσότερους οπαδούς και με μεγαλύτερη υποστήριξη στη Σόφια».[11]

Οι σχέσεις της ΕΜΕΟ με την Εξωτερική Οργάνωση πέρασαν πολλές διακυμάνσεις. Οι Βερχοβιστές ήθελαν να αναλάβουν τη διεύθυνση του βουλγαρικού απελευθερωτικού κινήματος στη Μακεδονία και δεν έτρεφαν καμία εκτίμηση για την ΕΜΕΟ. Ήταν όμως υποχρεωμένοι να έχουν επαφές με τα ηγετικά στελέχη της ΕΜΕΟ, γιατί οι ίδιοι δεν είχαν αξιόλογη επιρροή στη Μακεδονία. Αλλά και από την άλλη πλευρά, οι οικονομικές δυσχέρειες και ίσως ο ασαφής ιδεολογικός προσανατολισμός της βάσης της οδηγούσαν την ΕΜΕΟ σε αναγκαστική συμβίωση με τους εύπορους πελάτες της βουλγαρικής κυβέρνησης, τους Βερχοβιστές.[12]

Τον Οκτώβριο του 1902 ξέσπασε εξέγερση εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας, η οποία οργανώθηκε από τους Βερχοβιστές στην Άνω Τζουμάγια, αλλά γρήγορα καταπνίγηκε από τους Οθωμανούς. Μετά από αλλεπάλληλες συνεδριάσεις η ΕΜΕΟ πραγματοποίησε τη δική της εξέγερση το καλοκαίρι του 1903 με την παράλληλη συμμετοχή και των βερχοβιστικών ομάδων.[13]
 
Αποκορύφωμα της Εξέγερσης του Ίλιντεν ήταν η ίδρυση της Δημοκρατίας του Κρούσεβο, στη πόλη Κρούσεβο της κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, η Δημοκρατία του Κρούσεβο ήταν βραχύβια. Δέκα μέρες μετά την απελευθέρωση του, το Κρούσεβο έπεσε ξανά στα χέρια των Οθωμανών.[14] Οι τελευταίοι έφεραν ενισχύσεις και βασάνισαν κατοίκους με εμπρησμούς και σφαγές. Αναφέρεται ότι κάηκαν περίπου 200 χωριά και 12.000 σπίτια και ότι έμειναν άστεγοι περίπου 70.000 άνθρωποι.[15]

Τον Οκτώβριο του 1903, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ και ο τσάρος Νικόλαος Β΄συναντήθηκαν στον πύργο του Μίρτζστεκ, κοντά στο Σέμμεριγκ, όπου εκπονήθηκε ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, το λεγόμενο πρόγραμμα του Μίρτζστεκ, το οποίο δέχτηκε ο σουλτάνος. Αποφασίστηκε να έχει ο Οθωμανός γενικός Επιθεωρητής βοηθούς του, δύο πολιτικούς παράγοντες, έναν Αυστριακό και ένα Ρώσο. Η επικράτεια παρέμενε διαιρεμένη σε πέντε αστυνομικούς τομείς, που τους είχε υπό την εποπτεία της μια διεθνής χωροφυλακή προερχόμενη από πέντε Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία, Ρωσία). Επιπλέον, το πρόγραμμα προέβλεπε ότι στη συνέχεια η Μακεδονία θα χωριζόταν σε «εθνικές» ζώνες, βουλγαρική, ελληνική και σερβική: αυτή ήταν η αιτία που ο καθένας από τους πρωταγωνιστές είχε συμφέρον να εξαλείψει τον άλλον από τη ζώνη του. [16]

Η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, αντιπροσώπευε, κατά την Αν. Καρακασίδου, την πρώτη ένοπλη εξέγερση, που δεν είχε ελληνικό εθνικό προσανατολισμό στη Μακεδονία εναντίον της οθωμανικής εξουσίας.[17] Επίσης, αντιπροσώπευε μια στιγμή επαναστατικής συνειδητοποίησης για αρκετούς σλαβόφωνους της Μακεδονίας.[18]

Η εξέγερση του Ίλιντεν σε συνδυασμό με το πρόγραμμα του Μίρτζστεκ, υπήρξε ο καταλύτης που οδήγησε στον Μακεδονικό Αγώνα. Το Μάιο του 1904, δημιουργήθηκε στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο με την πλήρη υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης. Την κρίσιμη περίοδο από το 1904 μέχρι το 1906 το Μακεδονικό Κομιτάτο ήταν υπεύθυνο για την οργάνωση και την εποπτεία των ελληνικών ανταρτικών ομάδων στην περιοχή των Βιτωλίων.[19] Οι ανερχόμενες εντάσεις και οι αυξανόμενες συγκρούσεις παρακίνησαν του Έλληνες και τους Βούλγαρους αγωνιστές να οργανώσουν, να εκπαιδεύσουν, να εξοπλίσουν και να στείλουν ομάδες ένοπλων ανταρτών στη Μακεδονία για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των αντίστοιχων «ομοεθνών» τους.[20]

Το 1908, ο Μακεδονικός Αγώνας, που είχε αφήσει πίσω του μεγάλο αριθμό θυμάτων στον άμαχο πληθυσμό, υποχωρούσε προς μια αναποφάσιστη ανακωχή ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Ήταν η χρονιά της εξέγερσης των Νεότουρκων και του νέου οθωμανικού συντάγματος, που υποσχόταν μεταρρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους μη μουσουλμάνους.  [21]


[1] Καστελλάν, Ζωρζ, Η ιστορία των Βαλκανίων (14ος - 20ος αι.), μτφρ. Β. Αλιφέρη, εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα, 1991, σ. 490.
[2] Αυτόθι.
[3] Danforth, Loring M., Η Μακεδονική Διαμάχη: Ο εθνικισμός σε έναν υπερεθνικό κόσμο εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1999, σ. 66.
[4] Σταυριανός, Λευτέρης, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, επιμ. Βασίλης Γούναρης, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 967.
[5] Βλασίδης, Βλάσης, «Η αυτονόμηση της Μακεδονίας», στο Ταυτότητες στη Μακεδονία, επιμ. Β. Γούναρης - Ι. Μιχαηλίδης - Γ. Αγγελόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1997, σ. 65.
[6] Αυτόθι, σ. 65.
[7] Αυτόθι. σ. 65- 66.
[8] Αυτόθι. σ. 66-67.
[9] Αυτόθι, σ. 68.
[10] Αυτόθι, σ. 67.
[11] Σταυριανός, Λευτέρης, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, επιμ. Β. Γούναρης, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 971.
[12] Βλασίδης, Βλάσης, «Η αυτονόμηση της Μακεδονίας», στο Ταυτότητες στη Μακεδονία, επιμ. Β. Γούναρης - Ι. Μιχαηλίδης - Γ. Αγγελόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1997, σ. 68.
[13] Αυτόθι, σ. 68-69.
[14] Danforth, Loring M., Η Μακεδονική Διαμάχη : Ο εθνικισμός σε έναν υπερεθνικό κόσμο εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1999, σ. 59.
[15] Σταυριανός, Λευτέρης, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, επιμ. Βασίλης Γούναρης, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 976.
[16] Καστελλάν, Ζωρζ, Η ιστορία των Βαλκανίων (14ος - 20ος αι.), μτφρ. Β. Αλιφέρη, εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα, 1991, σ. 496-497.
[17] Καρακασίδου, Αναστασία, Μακεδονικές ιστορίες και πάθη: 1870-1990, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2000, σ. 192.
[18] Αυτόθι, σ. 193.
[19] Αυτόθι, σ. 195.
[20] Αυτόθι, σ. 196.
[21] Αυτόθι, σ. 197.