-Τι ήταν η πρώτη «Μάντρα»;

-«Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά κα αρκετή πρωτοπορία. Ένα ξύλινο παράπηγμα-σκηνή, ύψους 6-7 μέτρων και δίπλα η αυλόπορτα είσοδος. Στο δρόμο η πρόσοψη παριστάνει ένα φτωχικό διώροφο σπιτάκι με ζωγραφισμένα πορτοπαράθυρα. 'Ενα αληθινό παράθυρο στο ισόγειο που στην πραγματικότητα ήταν το ταμείο και μια αληθινή μπαλκονόπορτα με μπαλκόνι στο δεύτερο πάτωμα. Στην είσοδο γλάστρες με φυτεμένα…μακαρόνια. Στην πόρτα ψηλά ένα κλουβί με μια σαρδέλα αντί πουλιού, μαρτυρούσε την εκ μητρός καταγωγή μου και μην ξεχνάτε ότι οι Τσιριγώτες έβαλαν την σαρδέλα στο κλουβί να τραγουδήσει.

Στο μπαλκόνι ακουμπισμένος με το αριστερό χέρι στα κάγκελα, σκυφτός προς τα έξω ένας Αττίκ με αγγελικό χαμόγελο να κάνει με το δεξί χέρι μια χειρονομία υποδοχής. Αυτός ο Αττίκ ήταν αντρείκελο σε φυσικό μέγεθος, έργο γνωστού γλύπτου, μοναδικού σε τέτοιες δύσκολες εργασίες. Του φορούσαμε απαράλλαχτα τα δικά μου ρούχα, που είχα τότε καθιερώσει, άσπρο πουκάμισο, άσπρα παπούτσια και κάλτσες και τα λοιπά, ήταν όλα τόσο επιτυχημένα - που πολλοί γελιόντουσαν και μου φώναζαν από κάτω - πηγαίνοντας στο ταμείο: Αττίκ πές να μας δώσουν καλές θέσεις! Τέτοιος καλλιτέχνης ήταν ο γλύπτης Φώσκολος.

Εννοείται ότι κάθε βράδυ το ανδρείκελό μου έμπαινε μέσα, αλλιώς η μαρίδα της γειτονιάς θα το ετάραζε στις πετριές και θα μου έσπαζε το κεφάλι, που επλήρωσα τότε στο Φώσκολο πέντε χιλιάδες δραχμές. Θα σκεφθείτε ίσως: Τι να κοστίζει άραγε το αληθινό; Απαντώ - Πολύ λιγότερα».

Έτσι περιέγραψε την θρυλική «Μάντρα» του ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου), που γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 19 Μαρτίου 1885, ένας πρωτοπόρος καλλιτέχνης του 20ου αιώνα που άφησε έργο, διδάσκοντας ταυτόχρονα με τα άψογα ελληνικά των στίχων του ήθος και ευπρέπεια.

Κάποτε ρώτησαν τον Μάρκο Βαμβακάρη ποίου τα τραγούδια του άρεσε να ακούει.: «Του Αττίκ» απάντησε απερίφραστα.

Κάποιοι ξαφνιάστηκαν, όταν όμως άκουσαν κατάλαβαν.

«Από τους 'άλλους', ο Αττίκ και ο Γούναρης ήταν 'δικοί μας', είπε ο Γιάννης Παπαϊωάννου.

Και τούτοι και εκείνοι, ξεχασμένοι, λησμονημένοι, όμως κάποιοι επιμένουν να θυμούνται και να τιμούν, τους πραγματικά πρωτοπόρους, αυτούς που άφησαν έργο, τα οποίο δεν μπορεί να μπεί στη «μόδα της εβδομάδας», γιατί την άλλη εβδομάδα η νταλίκα της μαζικής κατανάλωσης και «κουλτούρας» θα ξεφορτώσει καινούργιο «εμπόρευμα».

Η σημασία της προσφοράς του

Για να κατανοήσει κανείς την σημασία του έργου του Αττίκ θα πρέπει να ανατρέξει πολλά χρόνια πίσω και πιο συγκεκριμένα στις απαρχές της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, όταν η αστική τάξη -με την κοινωνική της έννοια εν προκειμένω και με όλους τους ιστορικούς συμβιβασμούς της-στράφηκε προς αναζήτηση και πολιτιστικών προτύπων προς την Ευρώπη.

Μέχρι τότε στην Ελλάδα υπήρχε το δημοτικό τραγούδι και η βυζαντινή υμνωδία. Η πρώτη επαφή των Ελλήνων με την δυτική μουσική ήταν με όσα παιάνιζαν οι στρατιωτικές μπάντες με την πρώτη από αυτές να δημιουργείται στο Ναύπλιο το 1825 και της οποίας αρχιμουσικός ήταν ο Μιχαήλ Μάγγελ.

Η πρώτη όπερα θα ανεβεί στην Αθήνα - σε μια άθλια εκτέλεση - το 1837. Το 1871 ιδρύθηκε το Ωδείο Αθηνών και άρχισε η πιο συστηματική διάδοση της δυτικής μουσικής.

Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε υπαίθριο θέατρο στο Φάληρο, ενώ το 1838 δημιουργήθηκαν θεατράκια στον Ιλισσό και διάφορα επαγγελματικά συγκροτήματα άρχισαν να εμφανίζονται, ενώ στην "ευρωπαϊκή" μουσική - εδώ χρειάζονται τα εισαγωγικά - τα πλήθη τα προσελκύουν οι κοπέλλες του καφέ-σαντάν. Φυσικά η ευρωπαϊκή μουσική ταυτίζεται με τραγουδάκια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε ότι η στροφή προς την δυτική μουσική δεν είχε στέρεες βάσεις, πρώτον διότι τα κυρίαρχα στρώματα αποποιήθηκαν την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού λαού, περιφρονώντας την, με αποτέλεσμα, δεύτερον, η στροφή στην δυτική μουσική να μην έχει στέρεες ρίζες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μια Γαλλίδα, η Καλλιρόη Παρέν θα ιδρύσει το Λύκειο Ελληνίδων, το 1911, και ένας Γάλλος, ο Φωριέλ, θα συγκεντρώσει τα πρώτα δημοτικά τραγούδια -καταγραφές από προφορική παράδοση στα 1824-1825.

Ταυτόχρονα, ούτε κι ο θαυμασμός που εκδηλωνόταν για την ευρωπαϊκή μουσική είχε στέρεες βάσεις, διότι απέκοπτε τη μουσική από το ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο είχε δημιουργηθεί. Μόνο αν φωτιστεί η ιστορική εποχή, ο κοινωνικός, πολιτικός, ακόμα και φυσικός περίγυρος αποκτά το κάθε συγκεκριμένο έργο νόημα.

Από αυτήν την σκοπιά, και με δεδομένο το ότι ο «θαυμασμός» δεν είχε ως βάση του την ωριμότητα, η μουσική ήθελε κάτι να τη «στηρίζει» και αυτό ήταν το τραγούδι.

Ταυτόχρονα η «επίσημη» τάση περιφρονούσε τα δημοτικά μας τραγούδια και έτσι βρέθηκε η «μέση» λύση!!! Αντί όπερα, οπερέτα, και τραγουδάκια.

Ο Αττίκ είναι εκείνος που θα ξαναδώσει την αξιοπρέπεια και την θέση που αρμόζει στο τραγούδι, όντας ο πρώτος μεγάλος συνθέτης στον χώρο του νεοελληνικού τραγουδιού και ταυτόχρονα ο «πατέρας» της νεοελληνικής μπαλάντας, «παραλογή» είναι η ελληνική ονομασία του ποιητικού αυτού είδους που συνίσταται στο να διηγείσαι μια ιστορία με το τραγούδι.

Αυτά τα οποία έγραφε ο Αττίκ εμπεριείχαν μέσα τους τη μουσική. Αυτό στην ποιητική γλώσσα λέγεται συμβολισμός. Πέρα όλων τούτων, ο Αττίκ, σύμφωνα πάντα με τις μαρτυρίες, ήταν ασυμβίβαστος εχθρός κάθε αντικαλλιτεχνικής «ευκολίας», ακόμα και το αποκριάτικο γλέντι δεν αποτελούσε για εκείνον δικαιολογία και ελαφρυντικό για φάλτσα.

Επιπλέον, εκτός από συνθέτης και στιχουργός, ήταν και μια προικισμένη προσωπικότητα που έζησε πολύ έντονα, ανάμεσα σε έρωτες, μουσική, δάκρυα, γέλια και μια σαρκαστική διάθεση για τα πάντα. Όλα όσα έζησε έγιναν τραγούδια.

Υπάρχουν, όμως κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία από την καλλιτεχνική του πορεία, με πρώτο από αυτά την «Μάντρα» του -για την ακρίβεια υπήρξαν δύο- έναν χώρο ο οποίος στήριξε τα τραγούδια του και έκτοτε τέτοιος χώρος δεν επανεμφανίστηκε στην Ελλάδα.

Ο Αττίκ δημιούργησε και αγαπήθηκε κατ' αρχήν εκτός δισκογραφίας, η οποία ενδιαφέρθηκε για αυτόν λόγω της επιτυχίας της «Μάντρας» και της πολύ μεγάλης προσέλκυσης του κοινού που δημιουργούσε το πρόγραμμα εκεί.

Η «Μάντρα» του Αττίκ υπήρξε ένα ολόκληρο σχολείο από όπου ξεκίνησαν πολλοί καλλιτέχνες, άξιοι του ονομάτός τους: Αντώνης Βώττης, Μίμης Ευαγγελίδης, Παντελής Χορν, Ορέστης Λάσκος, Λουϊζα Ποζέλι, Πάολα Νικολέσκου, Καίτη Ντιριντάουα, Νινή Ζαχά, Καλή Καλό, Μίμης Τραϊφόρος, Κάκια Μένδρη, Βάσος Σεϊτανίδης και άλλοι πολλοί.

Η ζωή του και η πορεία του

Ο Κλέων Τριανταφύλλου, δεύτερο παιδί της εξαμελούς οικογένειας του γεννήθηκε στην Αίγυπτο στις 19 Μαρτίου 1885 και ήταν παιδί πλούσιας οικογένειας με πολύ υψηλό επίπεδο μόρφωσης.

Η μητέρα του Εριθέλγη καταγόταν από τα Κύθηρα και ο πατέρας του Δημήτρης από τον Βόλο. Στις αρχές του 20ου αιώνα, το 1902, η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα, όμως ο Δημήτρης Τριανταφύλλου δεν θα ζήσει για πολύ ακόμα. Όταν πέθανε, ο Κλέων ήταν 8 περίπου ετών.

Η πολύ μεγάλη περιουσία που τους άφησε ο πατέρας τους επέτρεψε να ζούν πάρα πολύ καλά, παράλληλα με το συνεχές ανέβασμα του επιπέδου μόρφωσης των παιδιών. Η μητέρα τους η οποία μιλούσε Ελληνικά, Γαλλικά, Αγγλικά, Αραβικά και Ιταλικά μετέδωσε στα παιδιά της την προσήλωση στα Γράμματα και τις Τέχνες, θεωρούσε δε την μουσική ως την μεγαλύτερη παρηγοριά στον άνθρωπο.

Αυτού του είδους η αγωγή επέτρεψε στον Κλέωνα Τριανταφύλλου να αποκτήσει ένα πλούτο πολύ διαφορετικό από τον πλούτο που μετριέται με χρήματα - εξάλλου δεν ήταν μακριά η μέρα που η οικογένεια θα κατέρρεε οικονομικά. Απέκτησε συναισθηματικό πλούτο, ένα πλούσιο ψυχικό κόσμο που τον μετουσίωσε σε τραγούδια.

Αυτός ο κόσμος δεν είχε φοβίες και ενοχές, δεν είχε καμιά πτυχή μικροαστικής υποκρισίας, όποιος προσέξει τους στίχους των τραγουδιών του και μάθει τον λόγο για τον οποίο γράφτηκαν θα το αντιληφθεί. Ο Κλεων Τριανταφύλλου δεν κρυβόταν από τον εαυτό του.

Όπως σημείωσε η Δανάη, όταν ήταν πλούσιος ήταν ωραία, όταν ήταν θεόφτωχος και πάλι ήταν ωραία. Μετουσιώνοντας τα συναισθήματά του σε τραγούδια, ήταν και πάλι ωραία.

Το 1906 ο Κλέων Τριανταφύλλου πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1907 μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Κίμωνα ετοιμάστηκαν για το Παρίσι όπου επρόκειτο να σπουδάσουν Πολιτικές Επιστήμες.

Μόλις έφθασαν εκεί έστειλαν ένα γράμμα στην μητέρα του λέγοντας ότι θα σπουδάσουν μουσική στο Ωδείο. Ο Κλέων θα σπουδάσει Αρμονία και ανώτατα θεωρητικά, ενώ αρχίζει να συνθέτει. Αγαπούσε πολύ την μουσική του Τζιάκομο Πουτσίνι, ενώ ο όγκος της δουλειάς του στην Γαλλία ανέρχεται περίπου στις 300 συνθέσεις. Γίνεται περιζήτητος. Καθιερώνει το ψευδώνυμο "Αττίκ". Εκεί θα παντρευτεί την πρώτη του γυναίκα Marie-Helene, όμως τον περίμενε πολύ σκληρό χτύπημα της μοίρας, καθώς πεθαίνει η γυναίκα του και το μωρό τους. Το ημερολόγιο έδειχνε 1910.

Το 1911 η οικογένεια κατέρρευσε οικονομικά, είναι η εποχή που ζουν όλοι στο Παρίσι, καθώς είναι βαριά άρρωστη η αδελφή του Νόρα.. Ο Αττίκ συνειδητοποιεί ότι πρέπει πλέον να ζεί από τη μουσική - αυτό είχε διαλέξει να κάνει - και στρώνεται στην δουλειά. Το 1914 η Νόρα επιστρέφει στην Ελλάδα. Τον Αττίκ τον περιμένει μια δεύτερη τραγωδία. Πεθαίνει η αδελφή του και τον εγκαταλείπει η δεύτερη γυναίκα του, ηθοποιός Μαρίκα Φιλιππίδου, για τον ίλαρχο Σπύρο Μερκούρη. Πρόκειται για την μητέρα της Μελίνας Μερκούρη.

Η Μαρίκα Φιλιππίδου υπήρξε ο μεγάλος έρωτας στην ζωή του Αττίκ, Γι' αυτήν έγραψε το τραγούδι «Είδα μάτια», από τα ωραιότερα που έχει γράψει.

Το «Είδα μάτια», όμως, συνδέεται και με άλλο ένα εξαιρετικό τραγούδι που το έγραψε στο άψε-σβήσε ως εξής: Κάποιο βράδυ, η Μαρίκα με τον δεύτερο σύζυγό της, πήγε στην «Μάντρα». Οι θαμώνες για να πειράξουν τον Αττίκ ζητούσαν επίμονα να τους τραγουδήσει το «Είδα μάτια». Ο Αττίκ έκανε διάλειμμα, πήγε στο καμαρίνι του και λιγο αργότερα, φανερά συγκινημένος βγήκε και τραγούδησε το «Ζητάτε να σας πω».

Το 1917 ο Αττίκ βρίσκεται σε τουρνέ στην Κωνσταντινούπολη, από εκεί περνάει στο Βουκουρέστι για να ακολουθήσει η Ρωσία. Θα ζήσει εκεί την Οκτωβριανή Επανάσταση, εκεί θα γνωρίσει και την τρίτη γυναίκα του Σούρα, με την οποία θα ζήσει 27 ολόκληρα χρόνια. Σε αυτά τα 27 χρόνια θα υπάρξει μια παρένθεση χωρισμού, καθώς η Σούρα θα έχει ένα σύντομο ειδύλλιο.

Το 1930, ο Αττίκ δημιούργησε την πρώτη «Μάντρα» του στην οδό Μηθύμνης 20, στην Πλατεία Αμερικής. Η δεύτερη «Μάντρα» από το 1935 και μετά ήταν στον Κινηματογράφο «Δελφοί» στην οδό Αχαρνών. Εκεί, ένα βράδυ θα δεχθεί και επίθεση βασιλοφρόνων τραμπούκων με την ανοχή της αστυνομίας, καθώς ο Αττίκ ήταν βενιζελικός, μια επίθεση που τον τραυμάτισε άσχημα.

Πριν το τέλος

Στην Κατοχή έζησε όπως όλος ο κόσμος, όμως κάποια στιγμή άρχισε να πουλάει ένα-ένα πολλά από τα τιμαλφή του. Πρώτα πήγαινε στα περίχωρα και τα πουλούσε με το ποδήλατό του, ώσπου οι αετονύχηδες πήραν μυρουδιά τι θησαυρούς είχε στο σπίτι του και άρχισαν να συρρέουν εκεί.

Ήταν εθελοντής αιμοδότης, και κάποια στιγμή του είπαν ότι δεν μπορεί να δώσει αίμα ήταν εξαντλημένος. «Πάρτε το αίμα μου, δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω», θα πει.

Την Κατοχή δεν την άντεχε, τον εξευτέλιζε. Στις 29 Αυγούστου του 1944, σκόνταψε πάνω σε έναν γερμανό στρατιώτη. Το φασιστικό κτήνος τον γρονθοκόπησε μέχρι παραμορφώσεως. Ηταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι…

Κάθε βράδυ, ο Αττίκ έπαιρνε λίγο ηρεμιστικό βερονάλ για να κοιμηθεί. Εκείνο το βράδυ πήρε παραπάνω, για να μην ξυπνήσει ποτέ πια…

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Κώστας Μυλωνάς: Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού, Εκδόσεις Κέδρος

«Αττίκ»: Δανάη Στρατηγοπούλου, Εκδόσεις Εστία

Πόπη Μαγουλά-Γαϊτάνου, «Δανάη το αηδόνι του έρωτα», Εκδόσεις Αγκυρα.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ- ΜΠΕ, Γιώργος Μηλιώνης