Η Άγκαθα έμαθε ανάγνωση μόνη της -παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας της- για να βυθίζεται στα παραμύθια. Παρότι η επίσημη εκπαίδευση που έλαβε ήταν ελάχιστη  (μέχρι τα 16 της χρόνια, οπότε η μητέρας της την έστειλε στο Παρίσι για να σπουδάσει φωνητική και πιάνο, η Άγκαθα δεν είχε ιδέα τί σημαίνει σχολείο) η φαντασία της υπήρξε εκπληκτική.

Περνούσε τον χρόνο της συνομιλώντας με τους φανταστικούς της φίλους, παίζοντας με τα σκυλάκια της που λάτρευε και κάνοντας μαθήματα χορού. 

Συνήθιζε να λέει ότι ουδεμία φιλοδοξία είχε να γίνει συγγραφέας, όμως έκανε το συγγραφικό της ντεμπούτο σε ηλικία 11 ετών, με τη δημοσίευση ενός ποιήματος της σε μια μικρή εφημερίδα του Λονδίνου.

Τη χρονιά εκείνη ο πατέρας της πεθαίνει από καρδιά και η μητέρα της δίνει αγώνα για να ξεπεράσει τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας. Όταν μια γρίπη ρίχνει την Άγκαθα στο κρεβάτι, η μητέρα της την παροτρύνει να γράψει τις ιστορίες που τόσο της άρεσε να αφηγείται.

Μέχρι το τέλος της εφηβείας της τα ποιήματα της δημοσιεύονται στο The Poetry Review. Η Άγκαθα έχει εντωμεταξύ δοκιμάσει τις δυνάμεις της και στο διήγημα, αλλά ήταν η πρόκληση της αδερφής της που την παρακίνησε να γράψει μια ιστορία μυστηρίου, το γεγονός που πυροδότησε την περίφημη συγγραφική της πορεία.

Η αδιαμφισβήτητη Βασίλισσα του Εγκλήματος και επιπλέον, απόλυτη μπεστσελερίστα, έγραψε 80 μυθιστορήματα, 30 συλλογές διηγημάτων και 15 θεατρικά έργα, καθώς και 6 αισθηματικά ρομάντζα με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστμακοτ.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της, τα βιβλία της έχουν πουλήσει 1 δισ. αντίτυπα στα αγγλικά, και ακόμη ένα δισεκατομμύριο σε 103 άλλες γλώσσες.

Κι όμως: Το πρώτο της βιβλίο απορρίφθηκε από έξι εκδότες και η Άγκαθα χρειάστηκε να περιμένει πέντε ολόκληρα χρόνια μέχρι να εκδοθεί. 

Πώς την περιέγραφε ο εγγονός της, Mathew Prichard; «Η Άγκαθα άκουγε περισσότερα από όσα έλεγε και έβλεπε περισσότερα από όσα είχε δει».

Η Βρετανή Άγκαθα Μαίρη Κλαρίσσα Μίλερ, Λαίδη Μάλλοουαν γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1890 στο Ντέβον και μεγάλωσε στο Άσφιλντ.

Σε ηλικία 24 ετών παντρεύεται τον συνταγματάρχη Άρτσιμπαλντ Κρίστι, ο οποίος είχε πολεμήσει στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποκτούν μία κόρη. Όταν ο σύζυγός της αποστρατεύεται, η Αγκαθα, που ήταν εθελόντρια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, εργάζεται ως βοηθός φαρμακοποιού στην αεροπορία και μαθαίνει για τα δηλητήρια. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που σε πολλά μυθιστορήματά της, τα δηλητήρια είχαν εξέχουσα θέση.

Το 1919 δημοσιεύει το μυθιστόρημα «Η μυστηριώδης υπόθεση Στάιλς», όπου κάνει την παρθενική του εμφάνιση ο ευφυής ντετέκτιβ, Ηρακλής Πουαρό, ο ήρωας που  θα πρωταγωνιστούσε σε περισσότερες από 35 αστυνομικές ιστορίες.

Η Κρίστι εμπνεύστηκε τον χαρακτήρα του Βέλγου ερευνητή κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς στον Πρώτο Παγκόσμιο, πολλοί Βέλγοι πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο στην Αγγλία.

Τα πρώτα μυθιστορήματα της γνωρίζουν επιτυχία και η Άγκαθα με τον σύζυγο της ξεκινούν ένα ταξίδι για την προώθηση τους. Όμως, μετά το ταξίδι, η μητέρα της πεθαίνει και επιπλέον, ο Άρτσι της ζητά διαζύγιο, καθώς δηλώνει ερωτευμένος με μία οικογενειακή φίλη.

Η εξαφάνιση

Και τότε, στις 3 Δεκεμβρίου 1926, η Άγκαθα εξαφανίζεται. Αφήνει την κόρη της στην νταντά και φεύγει χωρίς να πει λέξη.

Το αυτοκίνητο της βρίσκεται την επομένη εγκαταλελειμμένο, με αναμμένα τα φώτα, μία τσάντα με ρούχα και το δίπλωμα οδήγησης που είχε λήξει, στην άκρη ενός δρόμου κοντά στο Γκίλφορντ.

Αμέσως ξεκινά έρευνα για τον εντοπισμό της. Η Άγκαθα βρίσκεται μετά από 11 ολόκληρες μέρες σε ένα ξενοδοχείο με ιαματικά λουτρά. Παρότι είχε κάνει κράτηση με άλλο όνομα, το προσωπικό του ξενοδοχείου την αναγνωρίζει και καλεί την οικογένεια της.

Η είδηση βρίσκεται στο πρωτοσέλιδο των New York Times και 15.000 εθελοντές προσπαθούν να τη βρουν. Οι έρευνες φτάνουν μέχρι σε λίμνες και ποτάμια.

Το υπουργείο Εσωτερικών πιέζει την αστυνομία να λύσει το μυστήριο. Στην υπόθεση εμπλέκονται έως και συγγραφείς μυστηρίου. Ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, για παράδειγμα, έδωσε ένα γάντι της σε μέντιουμ, το οποίο «είδε» ότι η Άγκαθα ζούσε και ότι θα επέστρεφε την επόμενη εβδομάδα. Όλο αυτό το διάστημα, οι εφημερίδες καταδίκαζαν τον σύζυγό της, ή δημοσίευαν φωτογραφίες κάνοντας υποθέσεις για το πόσο μπορεί να έχει μεταμφιεστεί, να έχει αλλάξει την εμφάνισή της.

Όταν επιτέλους βρίσκεται, η 35χρονη Άγκαθα λέει ότι δεν θυμάται το παραμικρό. Ούτε τον σύζυγό της, ούτε πώς βρέθηκε εκεί. Δεν αναφέρεται ποτέ ξανά στο γεγονός....

Ο δεύτερος γάμος 

Το 1928 εκδίδεται το διαζύγιο. Η Άγκαθα φεύγει με την κόρη της στα Κανάρια νησιά.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν γεμάτα ταξίδια, ενδιαφέρουσες εμπειρίες και γνωριμίες. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια και συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη, γνωρίζει τον δεύτερο σύζυγό της, τον Μαξ Μαλόουαν. Παντρεύονται το 1930. Ο Μαξ ήταν αρχαιολόγος και η Άγκαθα τον ακολουθεί στα ταξίδια του στη Μέση Ανατολή.

Η «αρχαιολόγος» Άγκαθα 

Είναι χαρακτηριστικό ότι η συλλογή αρχαίων αγαλματιδίων από ελεφαντόδοντο της Άγκαθα και του συζύγου της -η μεγαλύτερη που αποκαλύφθηκε ποτέ στη Μέση Ανατολή- αγοράσθηκε από το Βρετανικό Μουσείο αντί 1,2 εκατ. λιρών.

Τα ευρήματα ήρθαν στο φως από τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή το διάστημα 1949-1963, κατά τη διάρκεια ανασκαφής με επικεφαλής τον Σερ Μαξ Μαλόουαν.

Οι ανασκαφές γίνονταν σε τοποθεσία του Νιμρούντ, στο βόρειο Ιράκ, ανατολικά της Μοσούλης.

Η συλλογή περιελάμβανε περί τα 1.000 αντικείμενα. Τα σκαλισμένα ελεφαντόδοντα, που χρονολογούνται από τον 9ο μέχρι τον 7ο π.Χ. αιώνα δημιουργήθηκαν κατά κύριο λόγο στη Συρία και τις φοινικικές πόλεις κοντά στην ακτή της Μεσογείου και μεταφέρθηκαν στην Ασσυρία ως λεία πολέμου.

Πώς έγραφε

Η Αγκάθα ήταν απαιτητική και απόλυτη. Είχε θέσει στον εαυτό της κανόνα να ολοκληρώνει δύο με τρία βιβλία τον χρόνο.

Πέρα από την τακτική του παρατηρητή που ήταν σαν δεύτερη φύση, η Άγκαθα κρατούσε σημειώσεις.

Κατέγραφε τις πρώτες, ασχημάτιστες ιδέες για τους χαρακτήρες και την πλοκή σε δεκάδες σημειωματάρια.

«Έχω μισή ντουζίνα (σημειωματάρια) και κρατώ σημειώσεις τόσο με τις ιδέες που μου έρχονται, όσο και για άλλα θέματα, κάποιο δηλητήριο ή ναρκωτικό, ακόμη και ένα έξυπνο εκβιασμό που έτυχε να διαβάσω στην εφημερίδα» έλεγε.

Τα 73 σημειωματάρια της που έχουν διασωθεί είναι ένας πραγματικός θησαυρός, καθώς αποκαλύπτουν τον τρόπο που έγραφε, αλλά και τη διαδρομή που ακολουθούσε μέχρι τη λύση των μυστηρίων. 

Ωστόσο, όπως είχε πει κάποτε ο γαμπρός της Anthony Hicks «Ποτέ δεν την έβλεπες να γράφει. Δεν κλεινόταν μόνη όπως κάνουν άλλοι συγγραφείς». 

Ο Πουαρό και η Μις Μαρπλ ήταν οι μεγάλοι σταρ, αλλά όχι οι μοναδικοί ντετέκτιβ που επινόησε.

Άλλοι ντετέκτιβ, όπως ο Πάρκερ Πάιν και ο κύριος Χάρλεϊ Κουττίν, εμφανίστηκαν σε σύντομες ιστορίες, ενώ κάποιοι άλλοι, όπως ο αρχιεπιθεωρητής Τζαπ και η Αριάδνη Όλιβερ, συνόδευαν τους Πουαρό και Μαρπλ στα μυθιστορήματά τους.

Το 1975 σκότωσε τους δύο αγαπημένους της ήρωες, τον Ηρακλή Πουαρό στο μυθιστόρημα «Αυλαία» και τη Μις Μαρπλ στο «Sleeping Murder».

Το τελευταίο της μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές το ζεύγος Μπέρεσφορντ είχε τον τίτλο «Postern of Fate» και το έγραψε στα τέλη του 1973.

Το 2007, ο Άγγλος συγγραφέας Μπράιαν Άλντις είπε ότι η Αγκάθα Κρίστι του είχε εκμυστηρευθεί ότι έγραφε τα βιβλία της μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο και μετά αποφάσιζε ποιος χαρακτήρας ήταν λιγότερο πιθανό να εκληφθεί ως ύποπτος. Στη συνέχεια, έκανε τις απαραίτητες αλλαγές στο κείμενο για να τον «ενοχοποιήσει»

Στα βαγόνια στο Οριάν Εξπρές

Η τελευταία δημόσια εμφάνισή της ήταν το 1974, στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές. Αν και η ταινία άρεσε στην Αγκάθα, το παράπονο της ήταν ότι το μουστάκι του Ηρακλή Πουαρό δεν ήταν τόσο «πλούσιο», όσο το φανταζόταν.

Πέθανε πλήρης ημερών από φυσικά αίτια στις 12 Ιανουαρίου του 1976.

Την ημέρα του θανάτου της τα θέατρα του West End έσβησαν τα φώτα τους για μία ώρα. 

Βρείτε τα βιβλία της εδώ.