Ένα μουσικό φαινόμενο που άλλαξε ριζικά το λυρικό θέατρο και το ρεπερτόριό του, που διεύρυνε τα όρια της ερμηνευτικής τέχνης, που πρόσθεσε μυθικές διαστάσεις στην τέχνη γενικότερα αλλά κι ένας ψυχισμός που επιβεβαίωσε ακράδαντα πως το τραγικό συνάδει με αυτήν. Μαρία Κάλλας.

«Α,ένα τρομερό δέος. Η ευφορία εκρήγνυται πάνω σε εκείνα τα τζάμια στο σκοτάδι. Αλλά μια τέτοια ευφορία που σε κάνει να τραγουδάς με τη φωνή σου είναι μια επιστροφή από το θάνατο. Για μένα υπάρχει ένα κενό στο σύμπαν, ένα άνοιγμα στο σύμπαν, και συ τραγουδάς από εκεί», έγραφε ο Π.Π. Παζολίνι. Πέρα από την ασυνήθιστη γκάμα της, που εξέπληξε ακόμη και τους πιο δύσκολους ειδήμονες της όπερας, «η Κάλλας ήταν η πρώτη -και τελευταία μέχρι στιγμής- σοπράνο που ξεπέρασε τα όρια της τέχνης της, και καθιερώθηκε ως η πριμαντόνα σταρ που έφερε την όπερα κοντά στην αντίληψη των μαζών», κατά τον Φράκο Τζεφιρέλι.

Η κορυφαία Ελληνοαμερικανίδα υψίφωνος και η πλέον γνωστή παγκοσμίως ντίβα της όπερας, η Μαρία Αννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Ν. Υόρκη, την ίδια χρονιά που οι γονείς της μετανάστευσαν στις Η.Π.Α.

Μάθετε επιπλέον:

Ζωή σαν μύθος

Από νωρίς εκδήλωσε το μεγάλο ταλέντο της στη μουσική και το 1931 ξεκίνησε μαθήματα πιάνου και σολφέζ. Την πρώτη της επαφή με τη μουσική την αποδεικνύει μια μαγνητοταινία από το 1935, στην οποία η Κάλλας με το ψευδώνυμο Νίνα Φορέστι μιλάει και κατόπιν τραγουδάει την άρια «un bel di vedremo» από τη Μαντάμ Μπάτερφλάϊ.

Το 1937 η Μαρία Κάλλας επιστρέφει με τη μητέρα της στην Ελλάδα και έχοντας ήδη εκδηλώσει τα φωνητικά της χαρίσματα γίνεται δεκτή δωρεάν από το Εθνικό Ωδείο. Το 1939 ερμηνεύει τη «Santuzza» στην «Cavalleria Rusticana» σε μαθητική παράσταση του Ωδείου Αθηνών. Το 1940 εμφανίζεται με το Ωδείο ως Αμέλια στο «Un Ballo in Maschera» και ως Aida στην ομώνυμη όπερα του Verdi. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποιεί την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση με τη Λυρική Σκηνή όπου γίνεται η Βεατρίκη στο «Boccaccio» του Suppe. Για τα επόμενα πέντε χρόνια (1940 - 1945) συνεργάζεται με τη Λυρική Σκηνή. Τραγουδά Tosca, Cavalleria, τη Σμαράγδα στον «Πρωτομάστορα» του Μ.Καλομοίρη, τη Μάρθα στο «Tiefland» του d' Albert και τη Leonora στο «Fidelio». Στις 3 Αυγούστου 1947 κάνει την πρώτη εντυπωσιακή της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με την «La Gioconda» του Ponchielli. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη στη Βενετία. Το 1948 θριαμβεύει με το Turandot. Ο ένας θρίαμβος διαδέχεται τον άλλο. Το 1949 εμφανίζεται στο Buenos Aires με τη Norma στο Theatro Collon. Το 1950 στο Μεξικό γίνεται Leonora στο «Il Trovatore», Fiorila στο «Il Turco in Italia» στη Ρώμη, Traviata στο Communale της Φλωρεντίας. Τον ίδιο χρόνο πάλι στο Communale της Φλωρεντίας ερμηνεύει την Ελένη στο «I Vespri Siciliani» και την Ευρυδίκη στο «Ορφέας και Ευρυδίκη». Το 1952 πρωτοεμφανίζεται στη Σκάλα του Μιλάνου ως Κοστάντζα στο «Die Entfuhrung aus dem Serail» του Mozart. Τραγουδάει Armida στη Φλωρεντία, Lucia και Jilda στο «Rigoletto» στο Μεξικό, και Lady Macbeth στο «Macbeth» στη Σκάλα. Το 1953 στο Μουσικό Μάιο της Φλωρεντίας ερμηνεύει εκπληκτικά τη Μήδεια στην ομώνυμη όπερα του Cherubini. Οι τίτλοι, φυσικά, δεν σταματούν εδώ. Η εκπληκτική της πορεία συνεχίζεται.

Για έξι χρόνια (1954-1960) κυριαρχεί στη Σκάλα του Μιλάνου. Η καριέρα της απογειώνεται. Γίνεται Αλκηστη, Ελισάβετ στο «Don Carlos», Julia στο «La Vestale», Madalena στο «Andrea Chenier», Rozina στο «Il Barbiere di Siviglia», Fedora, Anna Bolena, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Amelia στο «Un Ballo in Maschera», Ιμογένη στο «Il Pirata» και Paulina στο «Poliuto». Η παράσταση της «Traviata» το 1955 σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι υπήρξε θριαμβευτική. Το 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Φεστιβάλ Αθηνών. Το 1960-61 τραγουδάει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου Νόρμα και Μήδεια σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Το 1964 σημειώνει νέο καλλιτεχνικό θρίαμβο στην Όπερα του Παρισιού με τη Νόρμα. Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας. Είναι στο Covent Garden του Λονδίνου με την «Tosca» σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Το 1970 γυρίζει σε ταινία τη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Πιερ Πάολο Παζολίνι. Το 1973 κλείνει την καριέρα της με το «I Vespri Siciliani» του Verdi.

Η 8η Δεκεμβρίου 1973 θεωρείται η τελευταία της δημόσια εμφάνιση όπου η Μαρία Κάλλας τραγούδησε άριες στην όπερα του Παρισίου. Εκείνη την ημέρα το κοινό την κάλεσε στη σκηνή 10 φορές. Η κραυγή «Viva Maria» συγκλόνιζε την αίθουσα όσο οι ανθοδέσμες έπεφταν στη σκηνή. Υπήρξε όμως και μοναδική προσωπικότητα.

Γι αυτήν ο Antonio Gringielli, 24 χρόνια διευθυντής της Σκάλας του Μιλάνου, αυτός που γνώρισε και συμβούλευσε καλλιτεχνικά τη μεγάλη λυρική τραγωδό είπε πως «Η Μαρία Κάλλας δεν έχει δύσκολο χαρακτήρα, απλώς έχει χαρακτήρα με προσωπικότητα». Η προσωπική ζωή της Μαρίας Κάλλας έθρεψε ακόμη περισσότερο το μύθο της. Η εμμονή της με τη δίαιτα και κυρίως ο έρωτας της για τον Αριστοτέλη Ωνάση και η 9ετής σχέση τους, υπήρξαν συνεχής σχεδόν τροφή των κοσμικογράφων της εποχής - οι οποίοι ναι μεν συνέβαλαν στη δημιουργία του μύθου της αλλά παρακολουθούσαν με ασφυκτικό μερικές φορές τρόπο, την προσωπική της ζωή. Ο γάμος της με τον κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της βιομήχανο Giovanni Battista Meneghini το 1949 αλλά και η θέση άλλων ανδρών στη ζωή της όπως ο Pier Paolo Pasolini και ο τενόρος Giuseppe di Stefano απασχόλησαν επίσης την κοινή γνώμη.

Ο θάνατος από καρδιακή προσβολή στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο διαμέρισμά της στο Παρίσι μοιάζει με γεγονός που δεν συνέβη ποτέ. Το σώμα της αποτεφρώθηκε και η τέφρα της ρίχτηκε στη θάλασσα του Αιγαίου. Τα καταγάλανα νερά έγιναν ο μόνιμος και αιώνιος τόπος κατοικίας της.

Η ζωή της Μαρίας Κάλλας υπήρξε ασύγκριτη, μοναδική και ανεπανάληπτη σαν κι αυτή την ίδια. Η εικόνα της Μαρίας Κάλλας ενσαρκώνει την «απόλυτη ντίβα» και η μορφή της θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στις καλύτερες σελίδες της παγκόσμιας μουσικής ιστορίας.

Οι δέκα κορυφαίες ηχογραφήσεις

Βιντσέντζο Μπελίνι: Νόρμα (ΕΜΙ, 1954)

Ζωρζ Μπιζέ: Κάρμεν (ΕΜΙ, 1964)

Λουίτζι Κερουμπίνι: Μήδεια (Melodram, 1958)

Γκαετάνο Ντονιτσέττι: Άννα Μπολένα (ΕΜΙ, 1957)

Γκαετάνο Ντονιτσέττι: Λουτσία ντι Λάμερμουρ (ΕΜΙ, 1955)

Τζάκομο Πουτσίνι: Τόσκα (ΕΜΙ, 1953)

Τζοακίνο Ροσσίνι: Ο Τούρκος Στην Ιταλία (ΕΜΙ, 1954)

Τζουζέπε Βέρντι: Μάκβεθ (ΕΜΙ, 1952)

Τζουζέπε Βέρντι: Τραβιάτα (Virtuoso, 1958)

Τζουζέπε Βέρντι: Τροβατόρε (ΕΜΙ, 1956)

Η Μαρία Κάλλας εκμυστηρεύεται...

Οι συνεντεύξεις της Μαρίας Κάλλας που δόθηκαν στον ξένο τύπο από το 1956 έως το 1977, λίγο πριν το θάνατό της.

«Παχιά ήμουν, αλλά πολλά παιδιά είναι σε αυτή την ηλικία. Δεν ξέρω πώς γεννήθηκε η ιστορία ότι η μητέρα μου με έκανε να τρώω 250 γραμ. τυρί κάθε μέρα στο πρωινό για να διατηρώ τις φωνητικές μου χορδές σε καλή κατάσταση. Έτρωγα πράγματι πολλά γλυκά (…) Πιστεύω, όμως, ότι ψυχολογικά αυτό είναι μια κατανοητή συνήθεια των παιδιών που νιώθουν ότι στερούνται ιδιαίτερα τη μητρική αγάπη και ψάχνουν ικανοποίηση αλλού». Συνέντευξη στο Amsterdam, Magriet, 1959

«Η αδερφή μου ήταν ένα όμορφο κορίτσι, ενώ εγώ ήμουν πολύ παχιά και γεμάτη μπιμπίκια. Ήμουν πάντα υπερβολικά ώριμη για την ηλικία μου και όχι πολύ ευτυχισμένη. Δεν είχα νέους φίλους, αλλά είχα αυτή την αδερφή που ήταν τόσο όμορφη, ώστε εγώ ήμουν σίγουρα το ασχημόπαπο». Συνέντευξη στην Mary Jane Marz, Opera News, 1956

«Πήγα στο σχολείο στην Αμερική ως 13 ετών. Ας το πούμε, λοιπόν, ότι μόρφωση δεν απέκτησα! Έτσι δυστυχώς είναι!».
Συνέντευξη στην Micheline Banzet, Παρίσι Φεβρουάριος, 1965

«Γιατί τραγουδήσατε; Γιατί με έκαναν να τραγουδήσω! Όταν κανείς είναι 13 ετών, υπάρχουν ο πατέρας και η μητέρα που αποφασίζουν. Και να, αυτό αποφάσισαν… Όχι,  δεν επέλεξα την μοίρα του τραγουδιού, ποτέ δεν είχα πραγματικά εμπιστοσύνη στο τραγούδι μου, δεν πίστευα ότι είχα φωνή. Αφού όμως η μητέρα μου επέμενε τόσο και αφού στη διάρκεια του πολέμου δεν είχα χρήματα για να πληρώσω καθηγήτρια του Ωδείου, κέρδιζα πάντα υποτροφίες και αυτό μου πρόσφερε τη σιγουριά πως είχα ταλέντο. Δεν ήξερα να κάνω και τίποτα άλλο και αφού μου άρεσε η μουσική, η τέχνη και βρέθηκα σε αυτό το επάγγελμα, έπρεπε λοιπόν να κερδίσω το ψωμί μου».
Συνέντευξη στην Micheline Banzet, Παρίσι Φεβρουάριος, 1965

«Η μητέρα μου και η αδερφή μου με έφεραν ταξίδι (στην Αθήνα) και με πήγαν στο Ωδείο, όπου χρειάστηκε να πλαστογραφήσουν την ηλικία μου, βέβαια, γιατί ήμουν τότε 13 ετών και κανένα Ωδείο δεν θα με δεχόταν. Επειδή, όμως, ήμουν πολύ ψηλή και δυνατή περνούσα εύκολα για 17 ετών. Είχα εκ φύσεως πολύ βαριά φωνή, μία σκούρα φωνή».
Συνέντευξη στον Harry Fleetwood, Νέα Υόρκη, Μάρτιος 1958

«H μητέρα μου ήταν εκείνη που σκεφτόταν να διαλέξει τα ρούχα μου και δεν μου επέτρεπε να στέκω μπροστά στον καθρέφτη ούτε πέντε λεπτά. Έπρεπε να μελετώ δεν μπορούσα «να χάνω την ώρα μου σε κουταμάρες» και στην αυστηρότητά της ασφαλώς οφείλω ότι τώρα -μόλις 33 ετών-  έχω μια τεράστια και πλατιά καλλιτεχνική πείρα. Αλλά από την άλλη μεριά στερήθηκα εντελώς τις χαρές της εφηβείας και τις αθώες απολαύσεις της, αυτές που είναι φρέσκες αφελείς και αναντικατάστατες. Και ξέχασα να πω ότι σε αντιστάθμισμα (για τη μουσική μου πείρα) πάχυνα. Με την πρόφαση ότι για να τραγουδήσει κάποιος καλά πρέπει να είναι σωματώδης και υγιής, καταβρόχθιζα μέρα νύχτα μακαρόνια, σοκολάτες, ψωμί με βούτυρο και παγωτά. Ήμουν πολύ στρουμπουλή και είχα ωραίο χρώμα, αλλά και άπειρα σπυράκια που κόντευαν να με τρελάνουν».
Συνέντευξη στην Annita Pensotti, Μιλάνο, Ιαν.-Φεβρ. 1957

«Εκείνη την εποχή… έγινε το ντεμπούτο μου στη σκηνή. Για πρώτη φορά σε ηλικία μικρότερη από 15 χρονών, αντιμετώπισα τα φώτα της ράμπας με το κύρος της πριμαντόνας… Όλα πήγαν καλά αλλά ήμουν απελπισμένη,  γιατί το πρόσωπό μου ήταν πρησμένο και παραμορφωμένο από τρομερό πονόδοντο. Πάντα έτσι ήταν, σε κάθε σημαντικό γεγονός της σταδιοδρομίας μου… Πάντα, χωρίς εξαίρεση, έπρεπε να πληρώσω προσωπικά για όλους μου τους θριάμβους, με μία θλίψη ή με φυσικό πόνο».
Συνέντευξη στην Annita Pensotti, Μιλάνο, Ιαν.-Φεβρ. 1957

«Αφιέρωσα (στο Ωδείο) περισσότερες ώρες απ’ όσο επιβαλλόταν γιατί μου άρεσε να παρακολουθώ τους άλλους μαθητές. Eίχα πάντα μια αρχή, ότι ακόμα και η πτωχότερη φωνή κάτι μπορεί να σε διδάξει… Kάτι υπάρχει, που ο μικρός καλλιτέχνης μπορεί να κάνει καλύτερα απ’ ό,τι μια μεγάλη φωνή ή ένας μεγάλος καλλιτέχνης».
Συνέντευξη στον David Frost, Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1970

«Θα ήθελα να συμβουλεύσω αυτούς τους νέους τραγουδιστές να μην προσπαθούν να κάνουν την καριέρα τους πολύ νωρίς. Όσο περισσότερα μαθαίνεις, τόσο μακρύτερη και καλύτερη θα είναι καριέρα σου... Είμαι ακόμα υπέρ του αργού τρόπου, ειδικά τώρα που η ζωή έχει επιταχυνθεί. Οι τραγουδιστές υποφέρουν από πολύ μεγάλη πίεση πριν την ώρα τους».
Συνέντευξη στην Naomi Bari, International Herald Tribune, Ιούνιος 1971

«Και φτάνουμε στην οδυνηρότερη περίοδο της ζωής μου, τα πολύ θλιβερά χρόνια του πολέμου,  για τα οποία δε μου αρέσει να μιλάω, ούτε με τους πιο κοντινούς μου, για να μην ξύνω αγιάτρευτες ακόμα πληγές».
Συνέντευξη στην Annita Pensotti, Oggi, Ιαν.-Φεβρ. 1957

«Κανένας που δεν έζησε τις δυστυχίες της Κατοχής και της πείνας δε μπορεί να ξέρει τι σημαίνει ελευθερία και μια ήσυχη και άνετη υπόσταση. Σε όλη μου την υπόλοιπη ζωή δε θα μπορέσω ποτέ να ξοδέψω χρήματα χωρίς λόγο, και θα υποφέρω –είναι ανώτερο από εμένα- με τη σπατάλη τροφής, ακόμα και αν πρόκειται για ένα κομμάτι ψωμί, ένα φρούτο ή λίγη σοκολάτα».
Συνέντευξη στην Annita Pensotti, Oggi, Ιαν.-Φεβρ. 1957

«Αφού κανείς τραγουδήσει, μετά πρέπει να ερμηνεύσει. Να τραγουδάς (μονάχα), αυτό το μαθαίνεις στο Ωδείο. Αλλά από το σημείο εκείνο πρέπει να κάνεις ένα άλμα και να γίνεις καλλιτέχνης. Εκεί, όμως, είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες».
Συνέντευξη στον Philippe Caloni, RadioFrance Musique, Παρίσι 1976

«Αυτό ήταν το πρόβλημα στη σταδιοδρομία μου, ότι έπρεπε πάντα να παλεύω. Αλλά δε μου αρέσει… Ως σήμερα βγήκα γενικά νικήτρια, αλλά ποτέ με αίσθημα ανάτασης. Ήταν άχαροι θρίαμβοι, απλώς και μόνο γιατί έπρεπε ν’ αγωνιστώ. Όταν τσακώνομαι, είναι σχεδόν πάντα γιατί διακυβεύονται οι θεμελιώδεις μου πεποιθήσεις – το καλλιτεχνικό μου πιστεύω».
Συνέντευξη στον Derek Prouse, The Sunday Telegraph, Λονδίνο, Μάρτιος 1961

«Η συστολή και η ανασφάλεια που με χαρακτηρίζουν με κάνουν υπεροπτική. Είναι ένας τρόπος αυτοπροστασίας των ντροπαλών ανθρώπων… Θέλω να με επαινούν και να με ενθαρρύνουν συνέχεια, γιατί είμαι εκ φύσεως απαισιόδοξη και να μην ξεχνάς ότι μόνο το ευτυχισμένο πουλί κελαηδάει, ενώ το δυστυχισμένο χώνεται στη φωλιά του και πεθαίνει».
Συνέντευξη στον Peter Dragadze, για το Life, Παρίσι, Οκτώβριος 1964

«Είμαι τρομερά ντροπαλή, ιδίως στις δοκιμές. Δεν μπορώ να υποφέρω να με κοιτάνε. Νιώθω αποκλεισμένη… Υποθέτω -ας το ομολογήσω- ότι δεν έχω αυτοπεποίθηση, κι αυτή είναι η βάση του χαρακτήρα μου».
Συνέντευξη στον Derek Prouse, The Sunday Telegraph, Λονδίνο, Μάρτιος 1961

«Δεν έχασα ποτέ τη φωνή μου, αλλά έχασα τη δύναμη του διαφράγματος… Ήταν το αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης εγχείρησης σκωληκοειδίτιδας που με κατέβαλε τόσο πολύ, ώστε προκάλεσε το αδυνάτισμα των μυών του υπογαστρίου και του διαφράγματος… Εξαιτίας αυτών των οργανικής φύσεως παθήσεων, έχασα το θάρρος και την τόλμη μου. Οι φωνητικές μου χορδές ήταν και παραμένουν πάντα σε άριστη κατάσταση, αλλά τα «ηχεία» μου δε λειτουργούσαν καλά, παρότι πήγα σε όλους τους γιατρούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βιάσω τη φωνή μου, πράγμα που την έκανε να μπαλάρει».
Συνέντευξη στον Peter Dragadze, Gente, λίγο πριν πεθάνει, 1977

«Μου αρέσει να σκέπτομαι πως (Κάλλας και  Μαρία) πάνε μαζί και οι δύο. Διότι η Κάλλας υπήρξε η Μαρία και στο τραγούδι και στη δουλειά μου βρισκόταν κάθε στιγμή ο εαυτός μου. Τίποτα που έκανα δεν ήταν ψεύτικο, δούλεψα με όλη μου την ειλικρίνεια. Έτσι και η Μαρία… Αν κανείς προσπαθήσει πραγματικά να με ακούσει σοβαρά, θα βρει όλο μου τον εαυτό εκεί μέσα. Πιθανόν, δηλαδή, δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίζει (την Κάλλας από τη Μαρία). Με τη μόνη διαφορά πως η Κάλλας είναι ένα είδος διασημότητας».
Συνέντευξη στον David Frost, Νέα Υόρκη Δεκέμβριος 1970

«Όταν είμαι καλά στη σκηνή, αισθάνομαι μια εξύψωση, μια πρωτόγνωρη ελευθερία που δεν μπορώ να εξηγήσω. Είναι ένας ηλεκτρισμός που μεταδίδεται ανάμεσα σε μένα, τους συνεργάτες μου και το κοινό. Δεν ξέρω πώς να ονομάσω αυτό το συναίσθημα. Τι θα πρέπει να περιμένει το κοινό από εμένα; Ένα θαύμα. Αυτό που χρειάζεται είναι το κοινό και εγώ να συμβαδίζουμε και εάν όλα πάνε καλά και είμαι σε φόρμα, τότε θα επέλθει και στους δύο η εξύψωση, ο ενθουσιασμός, η τέχνη. Αν δεν είμαι στα καλύτερά μου, τότε και για τους δυο μας θα είναι απαίσια εμπειρία. Αν το κοινό με βοηθά, τότε θα είμαι καλύτερη. Εάν με χτυπούν, θα πέσω».
Συνέντευξη στον Μπερνάρ Γκαβοτί, Ιούνιος 1964

Και στην τελευταία της συνέντευξη εκμυστηρεύεται: «είναι πολύ παράξενο συναίσθημα να είμαι ζωντανός μύθος, ενώ βρίσκομαι ακόμη στη γη. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θαυμάζουν τη φωνή μου, αποφάσιζαν να με θεωρούν αθάνατη μετά το θάνατό μου. Αν γινόταν αυτό θα καθόμουν πάνω σε κάποιο σύννεφο, θα κοίταζα κάτω και θα απολάμβανα το θέαμα αντί να κάθομαι και να ανησυχώ αν θα καταφέρω να βγάλω τις ψηλές μου νότες».

Ταινίες και ενδεικτικά ντοκιμαντέρ για την Κάλλας

«E la nave va» (Και το πλοίο φεύγει), 1983 σε σκηνοθεσία του Φεντερίκο Φελίνι

«Callas Forever» (Κάλλας για πάντα), 2002 σε σκηνοθεσία του Φράνκο Τζεφιρέλι και στο ρόλο της Κάλλας η Φανί Αρντάν

Στο κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ «Απόλυτη Κάλλας» του Γάλλου σκηνοθέτη Φιλίπ Κολί, βασισμένο σε ιστορικά αρχεία, αποκαλύπτεται μια μυστική πτυχή της ζωής της μεγάλης «ντίβας». Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται ότι η Μαρία Κάλλας στις 30 Μαρτίου του 1960 γέννησε ένα άρρεν βρέφος πλην όμως νεκρό που φέρεται ως καρπός του έρωτά της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Ο Κολί ισχυρίζεται ότι επαλήθευσε το ατυχές αυτό γεγονός με πιστοποιητικό γέννησης, στο οποίο αναφέρεται με το όνομα Όμηρος, αλλά με επίθετο «μη αναγνώσιμο». Επίσης ισχυρίζεται ότι κατέχει φωτογραφίες από το νεκροταφείο Μπρέσο του Μιλάνου όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, θάφτηκε το νεογέννητο υπό «άκρα μυστικότητα».

«Η Ελληνίδα Μαρία Κάλλας» (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)