Στις 20 Οκτωβρίου του 1854 γεννήθηκε ο Αρθούρος Ρεμπώ, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές και  ανανεωτές της γαλλικής και ευρωπαϊκής ποίησης. Ωστόσο, αν και το δικαιούται όσο λίγοι, δεν κατέστη θρυλικός γι’ αυτό, αλλά περισσότερο για την αντισυμβατική και τολμηρή - για τα ήθη της εποχής - ζωή του.

Περιβλημένο με την αχλή του ωκεανού των αναλύσεων και των ύμνων που γράφτηκαν για το αποκαλούμενο και «αετό των Αρδεννών» - λόγω της καταγωγής του από την Σαρλβίλ, στην βορειοανατολική Γαλλία - αυτό το «τρομερό παιδί» των ευρωπαϊκών γραμμάτων, φτάνει στις μέρες μας ως το «αρχέτυπο» της αέναης εφηβικής αμφισβήτησης, ως η «επιτομή» της νεανικής εξέγερσης και του δημιουργικού θράσους της γνήσιας αυθεντίας και ως η απόλυτη «ενσάρκωση» του πνεύματος των «καταραμένων ποιητών».

Αυτό που επιμελώς αποφεύγεται από την λογοτεχνική κριτική, ακριβώς διότι δεν μπορεί να το εξηγήσει - όπως ευφυώς αναδεικνύει ο ποιητής, Νίκος Σπάνιας, μεταφράζοντας και επιμελούμενος το «Μια εποχή στην κόλαση» (εκδ. «Γνώση») - είναι το γεγονός, ότι ο Ρεμπώ συνέλαβε και εκτέλεσε το τέλειο λογοτεχνικό «έγκλημα»: «Σφράγισε» την ιστορία της λογοτεχνίας μέχρι τα 19 του και μετά την εγκατέλειψε ψυχρά, κυνικά, πλήρως συνειδητοποιημένα, για να εξαφανιστεί στην Αφρική και να το ρίξει στις επιχειρήσεις, τις γεωγραφικές εξερευνήσεις και το εμπόριο όπλων.

Διαβάστε τις ποιητικές του συλλογές:

Η φρίκη του λογοτεχνικού κόσμου είναι εύλογη: Χαλάει εντελώς την «σούπα» της ρομαντικής «εξόδου», όπως ένας ξαφνικός θάνατος, για παράδειγμα, από δυστύχημα ή, ακόμη καλύτερα, αυτοκτονία. Αλλά ο Ρεμπώ ήταν ρηξικέλευθος στην ολότητά του και όχι μόνο στην ποίηση.   

Ο ποιητής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην γαλλική επαρχία, σε ένα κυριολεκτικά βουκολικό περιβάλλον, το οποίο σε τίποτα δεν προϊδέαζε για την πορεία του αυτού του γόνου του στρατιωτικού, Φρεντερίκ Ρεμπώ και της Μαρί Κατρίν Βιταλί Κυίφ, κόρης εύπορου αγρότη από Roche, κοντά στη Σαρλβίλ.

Εκεί, στο αγρόκτημα της οικογένειας της μητέρας πέρασε ένα μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του και τις μικρότερες αδελφές.

Ο Αρθούρος θα γνωρίσει μια δραματική και καταλυτική αλλαγή στην ζωή του, στα έξι του χρόνια, όταν ο πατέρας εγκατέλειψε την οικογένεια για πάντα. Αυτή η εγκατάλειψη οδήγησε την μητέρα και τα παιδιά σε συνθήκες φτώχειας, αν και η Μαρί, παρά τον σκληρό και καταπιεστικό χαρακτήρα της, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια να τους προσφέρει μόρφωση.

Τον 1861, ο Αρθούρος και ο αδελφό τους γράφονται στο Ινστιτούτο Ροσσά, όπου φοίτησε για περίπου τρία χρόνια. Το δυνατό του μυαλό, η έφεσή του στο διάβασμα και η φιλομάθειά του οδηγούν σε διακρίσεις, βραβεύσεις και επαίνους σε όλη σχεδόν την γκάμα των μαθημάτων, από τα λατινικά, μέχρι τα μαθηματικά.

Το 1865 συνεχίζει τις σπουδές του στο κολέγιο της Σαρλβίλ, όπου διακρίνεται εκ νέου, φτάνοντας στο σημείο οι καθηγητές του να βάζουν σε μεγαλύτερες τάξεις από την ηλικία του. Το 1866 δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα στην εφημερίδα «La Revue pour Tous».

Εκείνη την εποχή θα γνωρίσει και θα δεθεί με δυνατή φιλία, με τον καθηγητή, Georges Izambard, ο οποίος θα γίνει ο μέντορας του νεαρού ποιητή, ο άνθρωπος που θα του πλατύνει τους ορίζοντες της γνώσης και της λογοτεχνίας, ασκώντας μία καταλυτική πνευματική επίδραση και καθοδήγηση.

Αυτή η συναρπαστική σχέση δασκάλου - μαθητή θα τελειώσει με βίαιο τρόπο το 1870, με την κήρυξη του Γαλλοπρωσικού Πολέμου. Το κολέγιο κλείνει και ο  Izambard φεύγει, αν και δεν θα χαθεί η επαφή μεταξύ τους. Στις 31 Αυγούστου του ίδιου χρόνου φεύγει και ο Αρθούρος για το Παρίσι. Εκεί συλλαμβάνεται και φυλακίζεται διότι δεν είχε βγάλει εισιτήριο για όλη την διαδρομή. Ο δάσκαλός του τον βγάζει από την φυλακή, τον φιλοξενεί στο  σπίτι του και τον προσλαμβάνει στην εφημερίδα που εξέδιδε.

Ταυτόχρονα γράφει ασταμάτητα ποίηση. Αναγκάζεται να επιστρέψει στην Σαρλβίλ και μια μητέρα εξαγριωμένη και σε υστερία από την αγωνία και την φυγή του γιου της, για την οποία κατηγορεί τον δάσκαλο. Ο Αρθούρος αντέχει για μια βδομάδα παραμονής και το σκάει εκ νέου για μια ακόμη μεγαλύτερη περιπλάνηση.

Τα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας την Άνοιξη του 1871, της πρώτης προλεταριακής επανάστασης, σύμφωνα με τον Μαρξ, βρίσκουν τον ποιητή στο επίκεντρό τους. Για τον Αρθούρο δεν τίθεται δίλημμα: Παίρνει το μέρος Κομμουνάρων. Η μαρτυρία του ποιητή Πολ Βερλέν, μια αναφορά της αστυνομίας του 1873 ότι ήταν «μέλος των ατάκτων της Κομμούνας», αλλά, περισσότερο, τουλάχιστον τρία ποιήματα, τεκμηριώνουν την επιλογή αυτή του Ρεμπώ.

Κινούμενος στους κοχλάζοντες λογοτεχνικούς κύκλους της γαλλικής πρωτεύουσας, γράφοντας στίχους, μεθώντας με αλκοόλ και αψέντι, βγάζοντας την λογοτεχνική - και την κανονική - γλώσσα του στο πνευματικό κατεστημένο του Παρισιού, ως γνήσιος μποέμ, ο Ρεμπώ θα γνωρίσει τον Βερλέν, τον οποίο θαύμαζε ο Ρεμπώ και του είχε ταχυδρομήσει και μερικά ποιήματά του.

Ο Βερλέν γοητεύεται τόσο με την ποίηση του Ρεμπώ, όσο και με τον ίδιο. Η σχέση τους σκανδαλίζει τους λογοτεχνικούς κύκλους και την κοινωνική ελίτ της πρωτεύουσας και κάνει έξω φρενών την σύζυγο του Βερλέν. Ο Ρεμπώ φροντίζει να χειροτερεύσει τα πράγματα συνεχίζοντας την ελευθεριακή ζωή του, προβοκάροντας και απομυθοποιώντας έργα, ανθρώπους και σχέσεις, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την φιλία μαζί του.

Αν και ο Βερλέν έκανε κάποιες όχι και τόσο ενθουσιώδεις κινήσεις να σώσει τον γάμο του, τελικά εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια, όπως και την σύζυγο και τον γιο του και φεύγει μαζί με τον Ρεμπώ στο Βέλγιο, αρχικά και μετά στο Λονδίνο, συνεχίζοντας την μποέμικη ζωή και την ερωτική τους σχέση. Στο Λονδίνο ο Ρεμπώ γράφει τα ποιήματα των «Εκλάμψεων».

Το 1873 επιστρέφει στην Σαρλβίλ και αρχίζει να γράφει το εμβληματικότερο έργο του, το «Μια εποχή στην κόλαση».

Η σχέση του με τον Βερλέν χειροτέρευε. Ο Ρεμπώ θέλει να την τελειώσει. Ο Βερλέν, ο οποίος θυσίασε σαφώς περισσότερα και σημαντικότερα πράγματα γι’ αυτήν, όπως την οικογένειά του και το όνομα που είχε δημιουργήσει στο λογοτεχνικό στερέωμα, δεν ήθελε ούτε να ακούσει για τέλος. Οι καβγάδες είναι συχνοί και ομηρικοί. Στις Βρυξέλλες, σε κατάσταση μέθης και μετά από έναν ακόμη μεγάλο τσακωμό, ο Βερλέν πυροβολεί τρεις φορές εναντίον του Ρεμπώ. Δύο σφαίρες αστοχούν, η τρίτη τον πετυχαίνει στο χέρι. Ο μεγάλος ποιητής καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 200 φράγκων.

Το 1873 εκδίδεται το «Μια εποχή στην κόλαση».

Ακολουθεί νέα διαμονή στο Λονδίνο και συγκατοίκηση με τον ποιητή Ζερμέν Νουβό. Ζει παραδίδοντας μαθήματα. Το 1874 επιστρέφει στην Σαρλβίλ.

Το αν τα ποιήματα των «Εκλάμψεων» ή το «Μια εποχή στην Κόλαση» ήταν τα τελευταία ή όχι της σχέσης του με την ποίηση έχει σημασία μόνο για την ιστορία της λογοτεχνίας. Σημασία πραγματική έχει το γεγονός, ότι πριν κλείσει τα 20 χρόνια του, ο Ρεμπώ έβαλε τελεί και παύλα στην συγκλονιστική του σχέση με την ποίηση και, κατά τεκμήριο, δεν έγραψε ούτε στίχο έκτοτε και μέχρι το τέλος της ζωής του.

Αυτό που έκανε ήταν να ξεκινήσει μια αέναη περιπλάνηση σε Ευρώπη και Αφρική, βγάζοντας το ψωμί του είτε σαν λιμενεργάτης, είτε κάνοντας μικρές απάτες, όπως τα χρήματα που εισέπραξε για να ενταχθεί ως μισθοφόρος στον ισπανικό στρατό αλλά τα ξόδεψε για να συνεχίσει τα ταξίδια του. Τελικά όντως στρατεύθηκε στον μισθοφορικό στρατό του ολλανδικού αποικιακού στρατού, φτάνει με αυτόν στην Μπατάβια, λιποτακτεί, επιστρέφει στην Γαλλία.

Η μποέμικη ψυχή και το τυχοδιωκτικό του πνεύμα τον ταξιδεύουν στην Αφρική, όπου αναλαμβάνει την χαρτογράφηση άγνωστων περιοχών για την Γαλλική Γεωγραφική Εταιρεία. Μάλιστα έφτασε μέχρι τα βάθη της Αιθιοπίας, όντας ο πρώτος Ευρωπαίος που πατούσε το πόδι του σε εκείνην την ανεξερεύνητη γη.

Στο Αντεν συνεργάζεται με έναν Γάλλο έμπορο όπλων και πολύ γρήγορα θα επεκτείνει την εμπορική του δραστηριότητα σε κάθε είδους εμπόρευμα.

Το 1891 τα προβλήματα υγείας που είχαν ξεκινήσει από τις κακουχίες στα ταξίδια του χειροτερεύουν, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στον ακρωτηριασμό του δεξιού ποδιού του.

Πέθανε στις 10 Νοεμβρίου του 1891 μόλις στα 37 χρόνια του.

Το εύρος και το βάθος της επίδρασης του έργου του σε όλες τις μορφές τέχνης και σε πλήθος καλλιτεχνών είναι αδύνατον να καταγραφεί. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι αυτός ο αιώνιος έφηβος με το ατίθασο, μονίμως αχτένιστο τσουλούφι, τα βρωμικά ρούχα και την προκλητική γλώσσα θα εμπνέει στο διηνεκές την τέχνη και θα φλογίζει την διαρκή εξέγερση και αμφισβήτηση της νεότητας.