Ο πρώτος άνθρωπος που αυτοχαρακτηρίστηκε ως αναρχικός γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου του 1809. Ο Πιερ Ζοζέφ Προυντόν, πολιτικός οικονομολόγος, αναγνωρισμένος από τον ίδιο τον Μπακούνιν ως ο ιδρυτής του αναρχισμού, υπήρξε οραματιστής μίας κοινωνίας ανεξάρτητων και αυτοαπασχολούμενων τεχνιτών.

Προερχόμενος από φτωχή οικογένεια, ο Προυντόν ασχολήθηκε με την τυπογραφία και κατά τη διάρκεια του 1840 ήταν γνωστός σε όλη την Ευρώπη. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και η θεωρία του. Ο Προυντόν χρησιμοποίησε για τον εαυτό του τη λέξη αναρχικός - που μέχρι τότε είχε αρνητική σημασία - δίνοντας της την μετέπειτα σημασία της. Η θεωρία του, όπως ο ίδιος την αποκαλούσε, ήταν ο «αμοιβαίος σοσιαλισμός».

Το πιο γνωστό βιβλίου του είναι το «Τι είναι ιδιοκτησία;» που κυκλοφόρησε το 1840. Την ερώτηση δεν την άφησε αναπάντητη. «Η ιδιοκτησία είναι κλοπή» ήταν η δική του απάντηση. Τα «Κατά τον εορτασμό της Κυριακής» (1839), «Από τη δημιουργία της τάξης στην ανθρωπότητα»(1843), «Οικονομικά συστήματα ή η φιλοσοφία της μιζέριας» (1846) είναι ορισμένα από τα σημαντικά έργα του κι όλα αποτυπώνουν το γεγονός ότι υπήρξε μεγάλος επικριτής της γαλλικής μοναρχίας.

Διαβάστε σχετικά: Ιδιοκτησία και επανάσταση

Η παρισινή επανάσταση που ξέσπασε το Φεβρουάριο του 1848 δεν ήταν έκπληξη. Ο Προυντόν στην αλληλογραφία του, εξιστόρησε τη δική του συμμετοχή στην εξέγερση και ανέλυσε τη σύνθεση αυτού που ο ίδιος ονόμασε «πρώτη ρεπουμπλικανική διακήρυξη» της νέας δημοκρατίας. Η ίδια επιστολή αναφέρει, ωστόσο, ότι ο Προυντόν είχε τους ενδοιασμούς του σχετικά με τη νέα κυβέρνηση διότι προωθούσε μία πολιτική μεταρρύθμιση σε βάρος των κοινωνικοοικονομικών μεταρρυθμίσεων που ο ίδιος θεωρούσε εξαιρετικής σημασίας.

Αποφασισμένος ότι το νέο δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να πάρει τη σωστή πορεία, ο Prοudhon, δημοσίευσε τη δική του άποψη για τη μεταρρύθμιση. Στην «Επίλυση του κοινωνικού προβλήματος» περιέγραψε ένα πρόγραμμα αμοιβαίας οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των εργαζομένων που πίστευε ότι θα μεταφέρει τον έλεγχο των οικονομικών σχέσεων από τα χέρια των καπιταλιστών στα χέρια των εργαζομένων. Υποστήριξε επίσης την ανάγκη ίδρυσης μιας τράπεζας που θα εξασφάλιζε την παροχή πιστώσεων με πολύ χαμηλό επιτόκιο και θα εξέδιδε «σημειώματα ανταλλαγής», βάσει του χρυσού, που θα κυκλοφορούσαν αντί των χρημάτων.

Ο Προυντόν είχε μεγάλο αντίκτυπο κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Δημοκρατίας, διαθέτοντας ως μέσο τη δημοσιογραφία και τέσσερις διαφορετικές εφημερίδες. Η επιθετική γραφή του, σε συνδυασμό με την αντίληψη που είχε για τον εαυτό του, ότι αποτελεί δηλαδή έναν αουτσάιντερ της πολιτικής, έκανε μία δημοσιογραφία κυνική και μαχητική που ενόχλησε αρκετούς αλλά επηρέασε πολλούς Γάλλους εργαζόμενος. Σε πολλά άρθρα του επέκρινε την πολιτική της κυβέρνησης και συνέχισε να προτείνει τη μεταρρύθμιση των πιστώσεων και ανταλλαγής. Προς την κατεύθυνση της υλοποίησης της θεωρίας του, προσπάθησε να ιδρύσει μία Λαϊκή Τράπεζα, στις αρχές του 1849, αλλά παρά το γεγονός ότι υπήρξαν 13.000 συνδρομητές, τα έσοδα ήταν πολύ λίγα και η τράπεζα δεν κατάφερε να επιβιώσει.

Τον Απρίλιο του 1848, ο Προυντόν απέτυχε να εκλεγεί στη Συντακτική Συνέλευση, παρά το γεγονός ότι το όνομά του εμφανίστηκε στις ψηφοφορίες του Παρισιού, της Λυών και της Λιλ. Τα κατάφερε, ωστόσο, στις συμπληρωματικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 4 Ιουνίου και ως εκ τούτου ήταν αναπληρωτής κατά τη διάρκεια των συζητήσεων των Εθνικών Εργαστηρίων. Ο Προυντόν ποτέ δεν είχε υποστηρίξει τα εν λόγω εργαστήρια, καθώς τα αντιλαμβανόταν ως κατ' ουσίαν φιλανθρωπικά ιδρύματα που δεν απειλούν το οικονομικό σύστημα. Δεν ήθελε, πάντως την κατάργησή τους εκτός αν δίνονταν στους εργαζομένους οικονομικές εγγυήσεις για την επιβίωσή τους.

Η βία της εξέγερσης του Ιουνίου, τον συγκλόνισε. Επισκέφθηκε τα οδοφράγματα προσωπικά, προκειμένου να βρίσκεται στην πηγή των γεγονότων, ενώ ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει την παρουσία του στη Βαστίλη, εκείνη την εποχή, ως «μία από τις πιο αξιότιμες πράξεις της ζωής μου». Κατά τη διάρκεια πάντως των γεγονότων του 1848, ο Προυντόν ήταν υπέρ ενός ειρηνικού συμβιβασμού - μία στάση που ήταν σύμφωνη με τη στάση του καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του, καθώς ήταν κατά της χρήσης βίας. Ποτέ δεν ενέκρινε πλήρως τις εξεγέρσεις του Φεβρουαρίου, του Μαΐου και του Ιουνίου του 1848, αν και έδειξε ότι αντιλαμβανόταν και κατανοούσε πλήρως τις κοινωνικές και ψυχολογικές αδικίες που οδήγησαν στα γεγονότα αυτά.

Μετά τον Ιούνιο του 1948, ο Προυντόν, δέχτηκε, στο πλαίσιο της Εθνικής Συνέλευσης, σκληρή κριτική από τους συντηρητικούς, κυρίως όσον αφορά τις οικονομικές προτάσεις που προωθούσε. Τελικώς, οι προτάσεις του καταψηφίστηκαν. Η απάντησή του ήταν μία 3ωρη ομιλία, στην οποία υποστήριξε ότι η κατάργηση της ιδιοκτησίας ήταν το ουσιαστικό οικονομικό αίτημα της επανάστασης του 1848, ενώ επέμεινε ότι υπήρχε ανάγκη «να προχωρήσει η χώρα με την κοινωνική εκκαθάριση». Την ομιλία του ακολούθησε μία πρόταση μομφής που υποστηρίχτηκε ακόμη και οι Louis Blanc και Pierre Leroux.

Ο Προυντόν επιπλέον ήρθε σε σύγκρουση με το νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα ή Ναπολέοντα Γ'. Η σύγκρουση αυτή οδήγησε στην ποινική δίωξη του και την φυλάκιση του. Το 1848, ο Prοudhon, είχε ασκήσει σκληρή κριτική στον Ναπολέοντα Γ με δύο, μάλιστα, άρθρα του. Αντιτάχθηκε επιπλέον στη δημιουργία ενός ισχυρού εκτελεστικού οργάνου που να εκλέγεται άμεσα από το λαό, ενώ αντιτάχθηκε και στον ίδιο το Ναπολέοντα Γ στις προεδρικές εκλογές του Δεκέμβρη το 1848. Οι επιθέσεις του Προυντόν έγιναν πιο σκληρές, τον Ιανουάριο του 1849 και η κυβέρνηση απάντησε με το να άρει την ασυλία που του είχε χορηγηθεί από την ποινική δίωξη. Έτσι, το Μάρτιο του 1849, ο Προυντόν καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης. Για δύο μήνες κρυβόταν, συνεχίζοντας, ωστόσο να γράφει. Το βράδυ της 5ης Ιουνίου, συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Sainte - Pelagie.

Στη φυλακή δεν σταμάτησε να γράφει, μάλιστα δημοσίευσε και τέσσερα βιβλία, ανάμεσα στα οποία και μία προσωπική εξομολόγηση, η «Εξομολόγηση ενός επαναστάτη» (Confession d’ un révolutionnaire). Δεν σταμάτησε βέβαια να πραγματεύεται το ζήτημα της εξέλιξης προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης ελευθερίας και κοινωνικής ισότητας. Το βιβλίο του «La Révolution sociale demontrée par le coup d’ état du 2 decembre» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία έκκληση προς τον Βοναπάρτη να επιφέρει τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις για τις οποίες ο ίδιος είχε τόσο μιλήσει.

Ο Προυντόν είχε μεγάλη συνέπεια στα όσα πρέσβευε για το κοινωνικό του πρόγραμμα. Γενικός στόχος του υπήρξε πάντα να επιστρέψει ο έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας στους εργαζόμενους, διασφαλίζοντας ότι οι εργαζόμενοι που ανήκουν τα δικά τους μέσα παραγωγής. Στον «Εκπρόσωπο του λαού» γράφει: «Τι είναι ο παραγωγός στην πραγματική κοινωνία; Δεν είναι τίποτα. Τι πρέπει να είναι; Τα πάντα». Οι ιδέες του Προυντόν συνεχίζουν να έχουν αντίκτυπο μέχρι και σήμερα, ιδιαίτερα στην πατρίδα του, τη Γαλλία.