Ο Τελόνιους Μονκ γεννήθηκε στην Βόρεια Καρολίνα στις 10 Οκτωβρίου του 1917 και άρχισε ένα παίζει πιάνο από πολύ μικρή ηλικία. Ήταν συνθέτης και πιανίστας και χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της τζαζ μουσικής. Έπαιζε αργά όταν η μόδα είχε επιτάξει γρήγορους ρυθμούς, ενώ ο διπολικός του χαρακτήρας, τον ανάγκασε να αποσυρθεί το τελευταία χρόνια της ζωής του.

Κάποιοι τον χαρακτηρίζουν και ως εφευρέτη του μπιμπόπ (αυτοσχεδιασμό στην τζαζ όπου οι τραγουδιστές μιμούνται τον ήχο των οργάνων), ενώ όλοι παραδέχονται την αρμονία που κυριαρχεί στα τραγούδια που ο ίδιος συνέθεσε.

Ωστόσο, η εκκεντρικότητα του και η απόρριψη κάθε συμβιβασμού έκανε τον Μονκ να αντιμετωπίσει πολλά εμπόδια μέχρι να αναγνωριστεί το ταλέντο του. Ασχολήθηκε κυρίως με τον αυτοσχεδιασμό και πολλές συνθέσεις του ήταν τόσο περίπλοκες που προβλημάτιζαν τους μουσικούς με τους οποίους εργαζόταν.

Κάποτε είχε πει πως «Η τζαζ είναι ελευθερία». Και πράγματι, ο αυξημένος βαθμός αυτοσχεδιασμού που περικλείει το είδος αυτό σε κάθε συστατικό της μουσικής (Μελωδία, Αρμονία, Ρυθμός) μας επιβεβαιώνει το βασικό αυτό πλαίσιο της τζαζ μουσικής. Εάν στα παραπάνω χαρακτηριστικά προσθέσουμε ότι, αντικειμενικός στόχος κάθε μουσικού της τζαζ είναι να απελευθερώσει τις μουσικές ιδέες που έχει στο μυαλό του και να τις παίξει στο μουσικό του όργανο ή να τις τραγουδήσει, τότε η έκφραση αυτή του Τελόνιους Μονκ γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη.

Στενός του φίλος και συνεργάτης ήταν ο Ντίζι Γκιλέσπι, ο οποίος γεννήθηκε επίσης το 1917. Το δημιουργικό δίδυμο αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της γέννησης της τζαζ. Περνούσαν μαζί αμέτρητες ώρες, εβδομάδες και μήνες, μελετούσαν και έφερναν πολλές καινοτομίες παρέα με τον κιθαρίστα Τσάρλι Πάρκερ, τον ντράμερ Κένι Κλαρκ, τον μπασίστα Όσκαρ Πέτιφορντ, τον κιθαρίστα Τσάρλι Κρίστιαν και άλλους αξιόλογους μουσικούς της εποχής.

Ακούστε την μουσική του

Η τζαζ που είχε την τιμητική της εκείνη την περίοδο με τα μεγάλα πάρτι, απαιτούσε πολλές θυσίες στο βωμό της επιτυχίας. Κι ενώ η καριέρα του τρομπετίστα Γκιλέσπι εκτοξεύτηκε, ο Μονκ δε φαινόταν διατεθειμένος να υποταχθεί με τις «συμβάσεις» της δουλειάς και  πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του ζωής, στηρίζοντας την οικογένεια του.

Παρόλο που η λάμψη του Γκιλέσπι δεν ήταν αμελητέα, το πολυδιάστατο μυστήριο στις μουσικές αλλά και στην προσωπικότητα του Μονκ, εντυπωσίαζε.  Η συνήθεια του να σηκώνεται όρθιος και να χορεύει εκστασιασμένος στα σόλο των υπόλοιπων μελών της μπάντας, έκανε το κοινό να τον θεωρεί ως ένα σαμάνο που διεξάγει κάποια μυστικιστική τελετή, παρά κάποιον καλλιτέχνη που γκρουβάρει με τον ρυθμό. 

Πολλοί κριτικοί δεν μπορούσαν να τον κατατάξουν σε καμία από τις γνωστές κατηγορίες τζαζ και για ένα μεγάλο διάστημα κατέκριναν τη μουσική του. Οι θαυμαστές του αλλά και οι δισκογραφικές εταιρίες ήθελαν έναν συνεχή καταιγισμό από νέες μουσικές, όπως επιβάλλει το προφίλ ενός επιτυχημένου μουσικού, ενώ ο Monk έψαχνε νέους τρόπους επανεξέτασης με τις νότες που είχε ήδη «συντάξει» στο πεντάγραμμο, γνωρίζοντας ότι οι δυνατότητές τους να είναι άπειρες.

Το πιο συναρπαστικό στοιχείο του πέπλου μυστηρίου που απλωνόταν πάνω από τον Μονκ όμως, ήταν τόσο για τους ακροατές όσο και για τους μουσικούς, το πείσμα του. Γιατί ήταν τόσο πεισματάρης και επέμενε να παίζει σιγά και αργά, ενώ μπορούσε να παίξει τόσο γρήγορα όσο ο θρυλικός James P Johnson. Σε μια περίοδο μάλιστα που οι γρήγοροι ρυθμοί της τζαζ ήταν στη μόδα.

Ακόμη κι ο θρυλικός Μάιλς Ντέιβις είχε αναρωτηθεί γιατί ο Μονκ επέμενε να παίζει αυτές τις περίεργες συγχορδίες που ακούγονταν «φάλτσες». Αλλά για τον Μονκ αυτές οι περίεργες συγχορδίες ήταν το λογικό αποτέλεσμα των αμέτρητων ωρών μουσικής εξερεύνησης. Λέγεται μάλιστα, ότι όταν οι δύο τους είχαν συνεργαστεί κατά τη διάρκεια μίας ηχογράφησης ο Ντέιβις ζήτησε από το Μονκ να μην το συνοδεύει στο πιάνο, γιατί δεν μπορούσε να αυτοσχεδιάσει όταν έπαιζε πιάνο με το πολύ ιδιαίτερο στιλ του. Και ακολούθησε ένας μεγάλος τσακωμός.

Ήταν ένας αφοσιωμένος οικογενειάρχης που ήθελε να παρέχει όσα περισσότερα μπορούσε στη σύζυγο και στα παιδιά του, αλλά δεν υποχωρούσε στα πιστεύω του. Συνήθιζε να λέει μάλιστα ότι «όταν καταλάβετε το εσωτερικό της μουσικής, τότε θα σας ακουστεί πραγματικά μελωδικό και το αποτέλεσμα. Πρέπει να μπείτε μέσα σε αυτή, να την αφήσετε να σας παρασύρει».

Ο Μονκ αρνιόταν επίμονα να συμβιβαστεί στη μουσική, όπως και στη ζωή του. Όσο πιστός ήταν στη μουσική του, τόσο πιστός ήταν και στους φίλους του. Για παράδειγμα, αρνήθηκε να καταθέσει κατά του φίλου του πιανίστα Μπαντ Πάουελ, όταν το 1951 η αστυνομία βρήκε αξιοσέβαστη ποσότητα ηρωίνης σε ένα αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσαν και οι δύο τους. Οι τοπικές αρχές τιμώρησαν το Μονκ, αφαιρώντας του την άδεια που είχε για να παίζει σε μέρη που πωλούσαν αλκοόλ κι έτσι ο Μονκ δεν μπορούσε να παίξει μουσική σε τζαζ κλαμπ για 6 χρόνια.

Αντιμετωπίζοντας όσους βρήκαν ανούσιο και παράξενο το στιλ που έπαιζε πιάνο ο Μονκ, ο συνθέτης Χολ Όβεραρντ, ήταν ένας από αυτούς που κατάλαβαν τη μεγαλοφυΐα του, εξηγώντας ότι «προσαρμόζει την πίεση των δακτύλων του στα πλήκτρα με τον τρόπο που κανείς άλλος δεν μπορεί».  Αλλά και ο διάσημος ντραμίστας Μαξ Ρόουτς είχε σχολιάσει ότι «ο Μονκ σκεπτόταν διαφορετικά από κάθε άλλο μουσικό ... συνέθετε πανέμορφη μουσική, στην οποία (για πολλά χρόνια) κανείς δεν έδινε σημασία».  Ακόμη και ο τρόπος που έπαιζε πιάνο ο Μονκ ήταν διαφορετικός, σχεδόν χωρίς να λυγίζει τα δάχτυλά του.

Υπέγραψε στη φημισμένη Blue Note Records το 1948 και έκτοτε η καριέρα του δεν συνάντησε όρια. Μουσικά υπήρξε ασταμάτητος αφού υπήρξαν χρονιές που έβγαζε και δυο δίσκους. Η αναγνώριση του Μονκ επισφραγίστηκε το 1957, όταν η εταιρεία Riverside κυκλοφόρησε το άλμπουμ του Brilliant Corners. Οι κριτικές ήταν ενθουσιώδεις και ο κόσμος της τζαζ αναγνώρισε το εξαιρετικό ταλέντο του. Μετά από χρόνια σχετικής αφάνειας και επίμονης άρνησης να συμβιβαστεί, ο Μονκ αναγνωρίστηκε ως ένας από τους γίγαντες της τζαζ.

Η διπολική διαταραχή του, τα οικονομικά προβλήματα, τα περίεργα αιτήματα των δισκογραφικών εταιριών και οι θάνατοι πολλών φίλων, έκαναν τον Μονκ να αποσυρθεί από από την τζαζ την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Βρήκε καταφύγιο σε ένα σπίτι στο Νιου Τζέρσει, σταμάτησε να παίζει το πιάνο και έβγαινε από το σπίτι μόνο γiα μικρούς περιπάτους στη γειτονιά του, μέχρι να πάθει εγκεφαλικό τον Φεβρουάριο του 1982, το οποίο του στοίχισε και τη ζωή.

Ωστόσο, το περίτεχνο παίξιμο του πιάνου του Τελόνιους Μονκ, θα μείνει για πάντα χαραγμένο στα αυλάκια των δίσκων με τις μουσικές του και θα συντροφεύει τις επόμενες γενιές.