Σαν σήμερα, 14 Ιανουαρίου 1898, φεύγει από τη ζωή ο Λουίς Κάρολ, ο συγγραφές του μυθιστορήματος «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ένα αριστούργημα της παιδικής λογοτεχνίας, αλλά και ένα λογοτεχνικό ταξίδι γεμάτο συμβολισμούς, ερωτηματικά και αρκετούς μύθους... 

Το μυθιστόρημα του Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Λουίς Κάρολ, κυκλοφορεί για πρώτη φορά το 1865. Η περιπλάνηση της Αλίκης σε έναν φανταστικό κόσμο, ύστερα από την πτώση της σε μία λαγότρυπα, θα κερδίσει τις καρδιές μικρών και μεγάλων αναγνωστών. 

Το βιβλίο θα εξελιχθεί σε ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα παιδικής λογοτεχνίας, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα αναγνωρίζεται πλέον ως ένα από τα καλύτερα βιβλία στην κατηγορία του και όχι μόνο. 

Ο καθηγητής μαθηματικών Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον εμπνεύστηκε τις περιπέτειες της Αλίκης κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με πλοίο στον Τάμεση, το 1862. Συνταξιδιώτες του τρία κορίτσια, κόρες του πρύτανη του κολεγίου, που δίδασκε ο Ντότζσον, η 13χρονη Λορίνα Σαρλότ Λίντελ, τη 10χρονη Άλις Πλέζανς Λίντελ και την 8χρονη Εντίθ Μέρι Λίντελ.
 
Ως αντίδοτο στην πλήξη των τριών παιδιών κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον αρχίζει να διηγείται την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, της Αλίκης. 

Η Άλις Πλέζανς Λίντελ, ενθουσιασμένη, φέρεται να παροτρύνει τον Ντότζσον να καταγράψει τη διήγησή του για τις περιπέτειες της μικρής Αλίκης. 

Ο Ντότζσον, όπως προκύπτει από το ημερόλογιό του, ξεκινάει να γράφει τις «Περιπέτειες της Αλίκης κάτω από τη Γη», όπως ήταν ο αρχικός τίτλος, στις 13 Νοεμβρίου του 1862. 

Η πρώτη μορφή του παραμυθιού δεν ήταν για δημοσίευση και περιείχε μία προσωπική αφιέρωση. «Δώρο Χριστουγέννων προς ένα αγαπητό παιδί, σε ανάμνηση μιας καλοκαιρινής ημέρας», έγραφε ο Ντότζσον. 

Το βιβλίο, ολοκληρωμένο αλλά χωρίς εικονογράφηση, φτάνει στα χέρια της Άλις Πλέζανς Λίντελ το Νοέμβριο του 1864. Τις περιπέτειες της Αλίκης διαβάζει και ο λογοτέχνης Τζορτζ ΜακΝτόναλντ, που προτρέπει τον Κάρολ να τις δημοσιεύσει. 

Ο Ντότζσον πείθεται και επεξεργάζεται εκ νέου το κείμενο δίνοντας του την οριστική μορφή του, ενώ ο Τζον Τένιελ θα επιμεληθεί την εικονογράφηση του βιβλίου. Τελικά το βιβλίο εκδίδεται στις 26 Νοεμβρίου του 1865, με τίτλο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ενώ ο συγγραφέας θα υπογράψει το βιβλίο με το ψευδώνυμο «Λουίς Κάρολ».

Η Αλίκη και οι ιστορίες της ταξίδεψαν από τότε στο χρόνο, μεταφέρθηκαν πολλές φορές και με διάφορους τρόπους στον κινηματογράφο, ενώ ενέπνευσαν και μουσικούς. Γύρω από το  μυθιστόρημα αναπτύσσονται πολλές ιστορίες. Το αλληγορικό δημιούργημα του Λουίς Κάρολ βρέθηκε δικαιολογημένα στο μικροσκόπιο πολλών αναλυτών. 

Πολλοί είναι αυτοί που επισημαίνουν πως ο Κάρολ μέσα από το βιβλίο του ασκεί κριτική στην συντηρητική και καταπιεστική κοινωνία της «Βικτωριανής Εποχής», ενώ άλλοι εντοπίζουν την αντίθεσή του στο αυταρχικό καθεστώς της μοναρχίας, μέσα από το πρόσωπο της βασίλισσας του μυθιστορήματος.   

Στη δεκαετία του ’60 οι περιπέτειες της Αλίκης συνδέονται ακόμα και με παραισθησιογόνες ουσίες. Η Αλίκη, αλλά και άλλοι ήρωες του βιβλίου, πρωταγωνιστούν σε ροκ τραγούδια της εποχής και σε ψυχεδελικές μουσικές περιπλανήσεις. Όμως η πιο διαδεδομένη ιστορία γύρω από το βιβλίο, που έχει απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό και τους αναλυτές, είναι αυτή που αφορά στη σχέση του συγγραφέα με την μικρή Άλις Πλέζανς Λίντελ. Ο χαρακτήρας της Αλίκης θεωρείται πως είναι βασισμένος στην μικρή Άλις, ωστόσο, ο ίδιος ο Κάρολ διέψευσε πως η ηρωίδα του βιβλίου βασίζεται σε υπαρκτό πρόσωπο. 

Οι θεωρίες για τη σχέση τους πληθαίνουν καθώς ο Κάρολ, λάτρης της φωτογραφίας, φαίνεται πως συνήθιζε να εστιάζει τον φακό του σε νεαρά κορίτσια, τα οποία, μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν γυμνά. Πιθανολογείται πως τέτοιου είδους φωτογραφίσεις ήταν συνηθισμένες για την εποχή, ωστόσο η συνήθεια του Κάρολ προκαλεί πλήθος σεναρίων. 

Ένα από τα πρόσωπα που απαθανάτισε ο Κάρολ ήταν η Άλις Λίντελ. Σημειώνεται πως ο συγγραφέας, με στοιχεία που προκύπτουν από προσωπικές καταγραφές, φαίνεται πως είχε αρκετές σχέσεις με νεαρά κορίτσια, ενώ συχνά αναφέρεται στην αγάπη του προς τα παιδιά. 

Αρκετοί αναλυτές ερμηνεύουν αυτή την έκφραση αγάπης ως δείγμα παιδοφιλίας, σε πλατωνικό επίπεδο, ενώ αυτές οι ερμηνείες  τροφοδοτούνται και από το πλήθος φωτογραφιών και προσωπικών επιστολών του συγγραφέα. Επιπλέον, ερωτηματικά έχει προκαλέσει και η απώλεια μεγάλου τμήματος από το ημερολογιακό υλικό του Κάρολ, που είχε συλλέξει ο πρώτος βιογράφος του και ανιψιός του, Στιούαρτ Ντότζσον Κόλιγκγουντ. 

Η απώλεια αυτού του υλικού χρεώθηκε σε αμέλεια, ωστόσο υπήρξε έντονη φημολογία, πως ήταν σκόπιμη απόκρυψη πληροφοριών από την οικογένειά του, προκειμένου να τον προστατέψουν, διατηρώντας άγνωστες ορισμένες πτυχές της προσωπικής του ζωής. 

Τελευταίες μελέτες για την ζωή του Κάρολ επισημαίνουν πως λανθασμένα έχει δοθεί αυτή η βαρύτητα στην προσωπική του ζωή και στη σχέση του με νεαρά κορίτσια, καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ακράδαντα κάποια παιδοφιλική τάση. Αντίθετα, από καταγραφές προκύπτει πως ο Κάρολ διατηρούσε σχέσεις με μεγαλύτερες γυναίκες, ενώ οι αναλυτές αναφέρονται και στις αισθητικές και ηθικές αξίες και αντιλήψεις που επικρατούσαν στη «Βικτωριανή Εποχή».