Σαν σήμερα, στις 27 Φεβρουαρίου 1923, γεννήθηκε ο Ντέξτερ Γκόρντον, ένας από τους καλύτερους τενόρο-σαξοφωνίστες και από τις πιο εγκάρδιες προσωπικότητες της τζαζ.

Γόνος εύπορης οικογένειας, o Γκόρντον μεγάλωσε στο Λος Άντζελες και άρχισε να ασχολείται με την τζαζ σε νεαρή ηλικία. Έπαιξε με πολλούς από τους μεγάλους της τζαζ όπως το Λούη Άρμστρονγκ και το Λάιονελ Χάμπτον, και επηρεάστηκε από το σαξοφωνίστα Κόλμαν Χόκινς, και ακόμη περισσότερο από το Λέστερ Γιάνγκ.  Συμμετείχε στην ορχήστρα του Billy Eckstine, που έχει χαρακτηριστεί το «εκκολαπτήριο» της μπίμποπ τζαζ. Κατά τη δεκαετία του 1940 το παίξιμό του συνδύαζε χαρακτηριστικά της σουίνγκ με το στυλ των νεώτερων μουσικών που είχαν αρχίσει την «επανάσταση» της μπίμποπ.

Λυρικός διάλογος με σαξόφωνο

Η δεξιοτεχνία του Ντέξτερ Γκόρντον στο σαξόφωνο φάνηκε νωρίς, από τα πρώτα κομμάτια που ηχογράφησε, όπως το «I Don’t Stand a Ghost of a Chance with You» (1947):

Ο Γκόρντον ανέπτυξε ένα διακριτό στυλ στο σαξόφωνο. Το παίξιμό του χαρακτηρίζεται από τη χρήση λεγκάτο (σύνδεση με την προηγούμενη νότα), βιμπράτο (διακύμανση του ήχου), και της τεχνικής false fingering (με την οποία οι νότες ακούγονται λίγο διαφορετικά από ότι όταν τα δάχτυλα παίζουν με τον συνηθισμένο τρόπο, μια τεχνική που απαιτεί άψογη γνώση και έλεγχο του σαξόφωνου). Συχνά έπαιζε χωρίς να ακολουθεί επακριβώς το ρυθμό ενός κομματιού, με μια μικρή καθυστέρηση.

Ο σαξοφωνίστας Soweto Kinch σχολίασε ότι ο Γκόρντον φημιζόταν για το λυρισμό του, και παρομοίασε το παίξιμο του με ένα διάλογο: «ακούγεται λες και το σαξόφωνο του κάνει πρώτα μια ερώτηση και μετά την απαντάει». Και πράγματι, στο κομμάτι «A Night In Tunisia», το σαξόφωνο του Γκόρντον στο αρχικό σόλο ακούγεται σαν ένας μουσικός διάλογος:

Δεκατέσσερα χρόνια στην Ευρώπη και το Homecoming στην Αμερική

Η μουσική του καριέρα διάρκεσε 40 χρόνια, αν και κατά τη δεκαετία του 1950 εμφανίστηκε ελάχιστα λόγω των προβλημάτων που είχε με τα ναρκωτικά: φυλακίστηκε για πρώτη φορά το 1952 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας μπαινόβγαινε από τις φυλακές. Η καριέρα του απογειώθηκε ξανά τη δεκαετία του 1960. Αρχικά με ένα σημαντικότατο συμβόλαιο με την Blue Note Records, και μετά πηγαίνοντας στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Έμεινε 14 χρόνια στην Ευρώπη, περνώντας αρκετά χρόνια στη Σκανδιναβία.

Ο Γκόρντον ήταν ένας από τους σημαντικούς καταλύτες για την ανάπτυξη της τζαζ στη Σκανδιναβία. Ένας Νορβηγός ντράμερ που όταν ήταν νεαρός έπαιζε με τον Γκόρντον στο Bergen της Νορβηγίας, σχολίασε πρόσφατα την εμπειρία του στο πλάι του μεγάλου μουσικού ως  «ένα διαρκές σχολείο τζαζ, ... συνέχεια μάθαινες κάτι καινούργιο παίζοντας δίπλα του».

Ο Γκόρντον γύρισε στην Αμερική το 1976, γεμάτος δέος για το πως θα τον υποδεχόταν το ακροατήριο της τζαζ εκεί, μετά από τόσα χρόνια.  Ανησυχούσε χωρίς λόγο, όπως φάνηκε, γιατί αποθεώθηκε από την πρώτη βραδιά που έπαιξε στο κλαμπ Village Vanguard της Νέας Υόρκης, και το πρώτο άλμπουμ μετά την επιστροφή του, «Homecoming», είχε μεγάλη επιτυχία.

Ένας εγκάρδιος γίγαντας

Γίγαντας στο ανάστημα (το ύψος του ήταν 1,98 μέτρα, εξ ου και το παρατσούκλι του Long Tall Dexter), όμορφος και κομψός, ο Ντέξτερ Γκόρντον ήταν ένας χαλαρός, άνετος, εγκάρδιος και καλοσυνάτος τύπος που εντυπωσίαζε τόσο με το παρουσιαστικό και το χαρακτήρα του, όσο και με το παίξιμο του. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν ό τρόπος που κρατούσε το σαξόφωνο του λοξά.

Φημιζόταν για το χιούμορ του, που εκφραζόταν ακόμα και στους τίτλους των κομματιών του: το Fried Bananas (τηγανητές μπανάνες) αναφέρεται στο αγαπημένο του φαγητό ενόσω ήταν στην Ευρώπη:

Η εγκαρδιότητα και ο καλοσυνάτος χαρακτήρας του Γκόρντον αφόπλιζε τους πάντες, που συχνά του συγχωρούσαν τον ενίοτε ανέμελο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τις υποχρεώσεις του. Όταν το 1980 έφτασε με σχεδόν 2 ώρες καθυστέρηση για να παίξει στο τζαζ κλαμπ του Ronnie Scott στο Λονδίνο, ο ιδιοκτήτης του κλαμπ, αν και ήταν έξαλλος με τον Γκόρντον που είχε στήσει τους θαμώνες για τόση ώρα, αρκέστηκε να τον παρουσιάσει με το καυστικό αγγλικό χιούμορ του ως «ο Ντέξτερ Γκόρντον, που αν και έχει ζήσει πολλά χρόνια στην Ευρώπη, ακόμα παίζει σε ώρα Αμερικής».

Υποψήφιος για Όσκαρ

Οι δραστηριότητές του Ντέξτερ Γκόρντον επεκτάθηκαν με επιτυχία και στην έβδομη τέχνη. Πρωταγωνίστησε στην ταινία Round Midnight (1986), παίζοντας το ρόλο ενός μουσικού της τζαζ, η ιστορία του οποίου βασίστηκε στη ζωή του Λέστερ Γιανγκ και του Μπαντ Πάουελ. Για την ερμηνεία του σε αυτό το φιλμ ήταν υποψήφιος για το Όσκαρ του καλλίτερου ανδρικού ρόλου.

Από τη δισκογραφία του Ντέξτερ Γκόρντον, το άλμπουμ «Go» (Blue Note , 1962), προσφέρει ένα τέλειο δείγμα της εκφραστικότητας του σαξοφώνου του, όπως στο κομμάτι Cheese Cake:

Ο Ντέξτερ Γκόρντον πέθανε στις 25 Απριλίου 1990. Διάσημοι σαξοφωνίστες όπως ο Τζον Κολτρέιν και ο Σόνι Ρόλινς επηρεάστηκαν από αυτόν και ο λυρισμός του σαξοφώνου του παραμένει απαράμιλλος: ο «Long Tall Dexter» άφησε ένα εξαίσιο κληροδότημα στον κόσμο της τζαζ.