H Αϊδέ Μερσέντες Σόσα (Haydée Mercedes Sosa) γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου 1935 στο Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν, μία πόλη της βορειοδυτικής Αργεντινής, κοντά στα σύνορα με τη Βολιβία. Παιδί αγροτικής οικογένειας, έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στη φτώχεια  και την ανέχεια. «Γνώρισα τη φτώχεια», έλεγε η ίδια σε συνέντευξή της στον Ριζοσπάστη (21/9/1990). «Είδα τη φτώχεια του πατέρα και της μάνας μου. Είδα να 'ρχεται το τέλος του μήνα και να μην έχουν τίποτα σχεδόν να μας δώσουν να φάμε. Όμως, ήμαστε μια πραγματική οικογένεια, δεμένοι μεταξύ μας. Αυτή η ατμόσφαιρα μου επέτρεψε να μην τρέφω μνησικακία για τον κόσμο».

Η οικογένειά της είχε Ευρωπαϊκές (Γαλλικές) και ιθαγενείς ρίζες από τις κοινότητες των Άνδεων. Αυτή η ιθαγενής καταγωγή θα της χαρίσει το προσωνύμιο «La Negra», που τη συνόδευσε σε ολόκληρη την καριέρα της. Μια καριέρα που, χάρη στο ατόφιο ερμηνευτικό της ταλέντο και τις απεριόριστες δυνατότητες της φωνής της, θα αρχίσει σε νεαρή ηλικία. Η Σόσα είναι μόλις 15 ετών, όταν κερδίζει ένα διαγωνισμό τραγουδιού ενός τοπικού ραδιοσταθμού της γενέτειράς της και υπογράφει το πρώτο της συμβόλαιο για ζωντανές παραστάσεις. Εννιά χρόνια μετά, το 1959, ηχογραφεί τον πρώτο της δίσκο, La Voz de la Zafra.

Από τα μέσα του ’60 η Σόσα αρχίζει να υπηρετεί με συνέπεια το nueva cancion που σαν χείμαρρος κατακλύζει εκείνα τα χρόνια τη Λατινική Αμερική. Μουσικό, λογοτεχνικό και πολιτικό συνάμα κίνημα, το ρεύμα του «νέου τραγουδιού» προάγει ένα τραγούδι διαμαρτυρίας με σαφείς πολιτικές αναφορές και σύγχρονες μουσικές φόρμες. Η Σόσα συνεργάζεται με πρωτοπόρους του κινήματος από την Αργεντινή όπως ο Αρμάντο Τεχάδα Γκόμεζ, o Τίτο Φράνσια και ο Όσκαρ Μάτους – ο οποίος γίνεται ο πρώτος της σύζυγος και πατέρας του Φαμπιάν, του μοναδικού παιδιού της. Στους δίσκους-ορόσημα αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται και οι: Canciones con fundamento (1965), Yo no canto por cantar (1966) και Mujeres argentinas (1969) των Άριελ Ραμίρεζ και Φελίξ Λούνα. Επίσης, μοναδικές στάθηκαν οι ερμηνείες της στα τραγούδια του συμπατριώτη της Αταχουάλπα Γουπάνκι (Mercedes Sosa interpreta a Atahualpa Yupanqui) και της Χιλιανής Βιολέτα Παρρά (Homenaje a Violeta Parra), των «γονιών» του nueva cancion.

Το 1972 κυκλοφορεί ο πιο «πολιτικός» δίσκος της Hasta la victoria (Μέχρι τη νίκη). Σταδιακά, η φωνή της Σόσα γίνεται σύμβολο του αγώνα για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Όχι τυχαία, τα τραγούδια της θεωρήθηκαν απειλή για το αιμοσταγές καθεστώς του Χόρχε Βιντέλα, ο οποίος το 1976 είχε ανατρέψει στρατιωτικά τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Αργεντινής. Στο περίφημο Los Hermanos (Τα αδέρφια) του Αταχουάλπα Γουπάνκι, η «θεά της ελευθερίας» - όπως την αποκάλεσε ο Ντιέγκο Μαραντόνα – τραγουδά:

«Έχω τόσα αδέρφια που δεν μπορώ να τα μετρήσω / στην κοιλάδα, στα βουνά, στο πλάτωμα και στη θάλασσα (…) / Έχω τόσα αδέρφια που δεν μπορώ να τα μετρήσω / και μια πολύ όμορφη φιλενάδα / που τη λένε λευτεριά».

Γνωστή για τις κομμουνιστικές της ιδέες και τα αγωνιστικά μηνύματα της τέχνης της, η Σόσα συλλαμβάνεται από τη χούντα το 1979, κατά τη διάρκεια συναυλίας της στην πόλη της Λα Πλάτα, μαζί με τους περίπου 350 θεατές! Απελευθερώνεται ύστερα από διεθνή πίεση και καταφεύγει αυτό-εξόριστη στην Ευρώπη, πρώτα στη Γαλλία και μετά στην Ισπανία όπου θα μείνει για τρία χρόνια. Κουρασμένη από τη μελαγχολία της εξορίας, η Σόσα επιστρέφει στην Αργεντινή το 1982. Η ακόμα κραταιά χούντα – που θα πέσει λίγους μήνες αργότερα μετά τον πόλεμο των Φώκλαντς - δεν τολμά να την αγγίξει, φοβούμενη τη διεθνή κατακραυγή.

Με την επιστροφή της στην Αργεντινή, εμφανίζεται στο Θέατρο «Όπερα» του Μπουένος Άιρες προσκαλώντας την αφρόκρεμα της Αργεντίνικης μουσικής: Αντόνιο Ταράγκο Ρος, Άριελ Ραμίρεζ, Ροδόλφο Μεδέρος, Λέον Γκιέκο, Τσάρλυ Γκαρσία. Οι συναυλίες της το Φεβρουάριο του ’82 εξελίσσονται σε γιορτή υπέρ της δημοκρατίας, ηχογραφούνται ζωντανά, και κυκλοφορούν μετά την πτώση της χούντας στον ιστορικό δίσκο Mercedes Sosa en Argentina. Η συγκεκριμένη ηχογράφηση είναι ίσως το κορυφαίο δισκογράφημα της Σόσα, περιέχοντας ένα πανόραμα των επιτυχιών της με την υπογραφή δημιουργών όπως η Βιολέτα Παρρά, ο Πάμπλο Μιλανές, ο Σίλβιο Ροντρίγκεζ και ο Αταχουάλπα Γουπάνκι. Σημειώστε μερικούς τίτλους: “Maria va”, “Alfonsina y el mar”, “Gracias a la vida”, “Los Hermanos”, και φυσικά το μνημειώδες “Solo le pido a Dios”:

«Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό / είναι να μην στέκω αδιάφορος απέναντι στον πόλεμο / που είναι ένα μεγάλο τέρας και χτυπά με δύναμη / όλη τη φτωχή αθωότητα του κόσμου».

Από τα μέσα του ’80 πληθαίνουν οι συνεργασίες της Σόσα με ηγετικές μορφές της λάτιν μουσικής, όπως ο Μίλτον Νασιμέντο και ο Λεόν Γκιέκο (Corazón americano) και ο Πάμπλο Μιλανές (Mercedes Sosa ’87), ενώ οργανώνει και μεγάλες περιοδείες στην Ευρώπη (Mercedes Sosa en vivo en Europa). Στα 1990s επιστρέφει στις παλιές της επιτυχίες με ζωντανές ηχογραφήσεις και εμπορικά επιτυχημένες συλλογές. Όμως, δεν εγκαταλείπει την παραγωγή νέων έργων, όπως το Sino (1993) και το Al despertar (1998). Ενδεικτικά της αξιοθαύμαστης συνέχειας του έργου της στον νέο αιώνα – παρά την σταδιακά κλονιζόμενη υγεία της – υπήρξαν τα τρία βραβεία Latin Grammy που έλαβε για τους δίσκους Misa Criolla (2000), Acústico (2003)και Corazón Libre (2006).

«Το χειροκρότημα συνεπάγεται μια μόνιμη ευθύνη» είχε δηλώσει σε μια συνέντευξη. Ευτυχώς, το χειροκρότημα το πήρε απλόχερα στη ζωή της, από επίσημους και αξιωματούχους μέχρι τον πιστό λαό της. Για χάρη της άνοιξαν οι μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, από το Carnegie Hall του Λονδίνου μέχρι το Lincoln Center της Νέας Υόρκης, στις οποίες βρέθηκε πότε μόνη της, και πότε συνοδευόμενη από διεθνείς αστέρες όπως η Τζόαν Μπαέζ, η Σακίρα και ο Στιγκ.

Μια τέτοια παρουσία στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα δεν θα μπορούσε να μην αφήσει το – μικρό έστω – αποτύπωμά της στα ελληνικά μουσικά πράγματα. Εκτός από τις πολλές συναυλίες στη χώρα μας, η Σόσα είχε συμμετοχή και στην εγχώρια δισκογραφία. Το 1990, εκδίδονται τα «17 Τραγούδια» με τη Μαρία Φαραντούρη. Ένα απ’ αυτά είναι το “Solo le pido a Dios” που έγινε γνωστό με τη φωνή της Σόσα. Ένα άλλο είναι το “Sol Negro” του Γκαετάνο Βελόσο που ερμηνεύουν μαζί η Σόσα με τη Φαραντούρη. Ένα τρίτο είναι το «Νανούρισμα» του Μάνου Χατζιδάκι σε ποίηση Φ. Γκ. Λόρκα, το οποίο ερμηνεύει μόνη η Μερσέντες Σόσα, στα ελληνικά! Τη μούσα της Αργεντινής τη συναντάμε και το 2001 στο δίσκο των Apurimac «Στις γειτονιές του νότου», όπου ερμηνεύει πάλι στα ελληνικά το ταγκό «Βράχια γυμνά».

«Καλωσήρθες στην αιωνιότητα» φώναξε ο Λεόν Γκιέκο σε μια συναυλία προς τιμήν της Σόσα στη γενέτειρα της, μια μόλις μέρα μετά τον θάνατό της. Καλωσήρθαμε κι εμείς στην αιωνιότητα της φωνής και των τραγουδιών της. Ας είμαστε ήσυχοι: εκεί πάνω, η Μερσέντες Σόσα θα ’χει σίγουρα καλή παρέα, πλάι στον Βίκτορ Χάρα, τη Βιολέτα Παρρά, τον Αταχουάλπα Γουπάνκι, και όλους τους αγωνιστές της ελευθερίας αυτού του κόσμου. Όσο για τον επίλογο, τον τραγούδησε η ίδια η Σόσα στην μεγάλη επιτυχία της “Gracias a la vida”:

«Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά / μου έδωσε το γέλιο και μου έδωσε το κλάμα / ώστε να ξεχωρίζω τη χαρά από τη λύπη / τα δύο υλικά απ’ τα οποία είναι φτιαγμένα τα τραγούδια μου / και το δικό σας τραγούδι που είναι επίσης δικό μου / και το τραγούδι των πάντων που είναι το δικό μου τραγούδι».

Η Μερσέντες Σόσα άφησε την τελευταία της πνοή στις 4 Οκτωβρίου 2009, σε κλινική του Μπουένος Άιρες, όπου νοσηλευόταν. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ η κατάσταση της υγείας της είχε επιδεινωθεί πολύ τις τελευταίες μέρες της ζωής της, εξαιτίας επιπλοκών στα νεφρά.

Πηγές: mousikaproastia.blogspot.gr, sansimera.gr - Από το alterthess.gr