Έζησε και δημιούργησε από την επώδυνη και περιπετειώδη θέση του «μεταξύ». Μεταξύ λαμπερής ευφυΐας και ψυχοκοινωνικής δυσλειτουργίας. Μεταξύ ασύλληπτης δημιουργίας και αυτοκαταστροφής. Μεταξύ απόλυτης αναγνώρισης και υπαρξιακού αδιεξόδου. Μεταξύ ευλογίας και κατάρας.

Ο Ιβ Σεν Λοράν είναι αναμφισβήτητα ο δημιουργός που έφερε την επανάσταση στον κόσμο της υψηλής ραπτικής στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η μόδα του δεν είχε απλώς στιλ είχε αίτημα. «Ο Σανέλ έδωσε στις γυναίκες ελευθερία, ο Ιβ τη δύναμη που τους έλειπε», είχε πει ο Πιερ Μπερζέ, ο άνθρωπος που επί 30 έτη υπήρξε συνεργάτης του Ιβ Σεν Λοράν και σύντροφός του στη ζωή. Ομολογουμένως ο οίκος Ιβ Σεν Λοράν, απελευθέρωσε τη γυναικεία μόδα από τον καθωσπρεπισμό και κατέβασε την υψηλή ραπτική στο δρόμο.

Ο Ιβ γεννήθηκε την 1η Αυγούστου του 1936 στην Αλγερία από εύπορους γονείς.  Ο πατέρας του Σαρλ ήταν ασφαλιστής ενώ η μητέρα του Λουσιέν ήταν ενεργή σοσιαλίστρια. Από μικρή ακόμη ηλικία ο Ιβ αρεσκόταν στο να παρατηρεί και να κριτικάρει το ντύσιμο της μητέρας του, και ήταν αρκετά εκκεντρικός για τα καθιερωμένα πρότυπα. Στα πειράγματα των συμμαθητών του απαντούσε μέσα του με τη φράση «μια μέρα θα γίνεις διάσημος». Και όντως. Σε ηλικία 18 χρόνων σχεδίαζε ήδη για τον οίκο Ντιόρ στο Παρίσι. Όταν ο μόδιστρος της υψηλής ραπτικής Κριστιάν Ντιόρ υπέστη καρδιακό επεισόδιο, ο νεαρός Αλγερινός, με τα περίεργα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά, απάντησε στη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του: τον Ιανουάριο του 1958 έστησε την πρώτη επίδειξή του για τον οίκο Ντιόρ.

Η επανάσταση του Ιβ, στη μόδα είχε ξεκινήσει. Το φόρεμα που παρουσίασε ήταν ο πρόδρομος του μίνι σε γραμμή Α που θα κατακτούσε τον κόσμο. Ακολούθησαν συνεχείς ρηξικέλευθες προτάσεις, η επιρροή των οποίων δεν περιορίστηκε στο χώρο της μόδας ή της αμφίεσης των γυναικών. Η σημειολογία των δημιουργιών του συνέβαλε στον απελευθερωτικό επαναπροσδιορισμό της ψυχοκοινωνικής θέσης της γυναίκας. Αναμφισβήτητα υπήρξε από τους πρωτεργάτες του φεμινιστικού κινήματος.

Συγκεκριμένα τη δεκαετία του '60 εισήγαγε στις πασαρέλες το streetwear, καθιέρωσε το designer pret-a-porter, έπεισε τις γυναίκες της εποχής να μπουν σε κοστούμια, να φορέσουν ρούχα ή αξεσουάρ εμπνευσμένα από στρατιωτικές στολές, να κάνουν αναπόσπαστο κομμάτι της γκαρνταρόμπας τους το safari jacket και τα see-through φορέματα, να υιοθετήσουν τα leopard prints αλλά και ένα λουκ με συνδυασμό κλασικού και avant-garde, απλού και εξεζητημένου ταυτόχρονα. Και φυσικά έντυσε αρκετές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες των τελευταίων 40 ετών παγκοσμίως.

Το 1960 η τελευταία συλλογή του κάτω από την ομπρέλα Ντιόρ – φούστες μπαλούν, μπλούζες ζιβάγκο και μοτοσικλετιστικά μπουφάν ραμμένα με πολυτελή υφάσματα – «έντυσε» τη θορυβώδη δεκαετία των μποέμ συγγραφέων και διανοουμένων που σύχναζαν στα καφέ της αριστερής όχθης του Σηκουάνα. Το 1966 εγκαινίασε τη σειρά Rive Gauche, την πρώτη πρετ-α-πορτέ μπουτίκ συσχετισμένη με οίκο υψηλής ραπτικής. Το Οπιουμ, το πρώτο άρωμα που έφερε την υπογραφή του Υβ Σεν Λοράν – λανσαρίστηκε το 1977 με μια επαναστατική για την εποχή εκστρατεία, με πρωταγωνίστρια το διάσημο μοντέλο Τζέρι Χολ ­, εξέφραζε τη σεξουαλική επανάσταση, τα ναρκωτικά και τη μουσική ροκ-εν-ρολ που διέκριναν το στυλ ζωής των θαμώνων του «Στούντιο 54». Η χλιδή των στολισμένων με ηλιοτρόπια από τον ζωγράφο Βικέντιο Βαν Γκογκ παλτών σημάδεψε τη δεκαετία του 1980. Το 1996 ο Υβ Σεν Λοράν εκσυγχρόνισε τη μόδα του στην ψηφιακή εποχή μεταδίδοντας την επίδειξή του στο Internet. Οι θριαμβευτικές επιδείξεις του όμως συνοδεύτηκαν από τους σπασμωδικούς νευρικούς κλονισμούς του σχεδιαστή και η επιτυχημένη πορεία του διακοπτόταν συχνά από περιόδους απομόνωσης στο σπίτι του στο Μαρακές.

Αυτή ήταν η λαμπερή πλευρά όπου θριάμβευε το μεγάλο ταλέντο του. Εξίσου δυνατή και καθοριστική όμως ήταν και η άλλη πλευρά του, η σκοτεινή, όπου εκτυλισσόταν μια ταραχώδη ζωή με άφθονο αλκοόλ, νευρικούς κλονισμούς, κοκαΐνη, καταχρήσεις, κατάθλιψη, προσωπικά πάθη και δράματα.

Το βιβλίο της Μαρί Ντομινίκ Λελιέβρ με τίτλο «Σεν Λοράν: Το κακό παιδί» παρουσιάζει τον  Γάλλο μόδιστρο να συμπεριφέρεται στα κοντινά του πρόσωπα και στους συνεργάτες του, με πολύ σκληρό τρόπο, συνήθως ύστερα από κατανάλωση αλκοόλ, και να υποφέρει από βαριάς μορφής κατάθλιψη. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα: «Αρκετές φορές μάρτυρες τον είδαν να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του και να πετάει αντικείμενα σε κόσμο. Η φυσική του δύναμη ήταν τόσο μεγάλη όσο και η ψυχική του. Ο Ιβ ήταν πραγματικός αθλητής όσον αφορά την εκσφενδόνιση σταχτοδοχείων. Οι αμφεταμίνες, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ δημιούργησαν ανεπανόρθωτα προβλήματα στην ψυχή του».

Σύμφωνα με τη Λελιέβρ, το βασικό αίτιο των διαταραχών που παρουσίασε ο Σεν Λοράν ήταν ο προβληματισμός του για τη σεξουαλικότητά του, η οποία στα παιδικά του χρόνια που πέρασε στην Αλγερία ήταν ιδιαιτέρως καταπιεσμένη.

Καθοριστική στη ζωή του Ιβ Σεν Λοράν ήταν η σχέση του με τον Πιερ Μπερζέ, ο οποίος, παρότι αρνήθηκε να αποτελέσει πηγή για το βιβλίο της Μαρί Ντομινίκ Λελιέβρ, δεν μπορούσε να μείνει έξω από αυτό.

Στις αναφορές της Λελιέβρ στον Μπερζέ, σύντροφο από το 1958 και συνεργάτη του Ιβ στον οίκο μόδας, παρουσιάζεται ως «φάρμακο και δηλητήριο» για τον Σεν Λοράν, ο οποίος «διάλεξε για σύντροφό του έναν άνθρωπο που τον αποζημίωνε για τις αδυναμίες του. Καθιστώντας τον εαυτό του αναγκαίο, ο Μπερζέ έκλεψε την αυτονομία του Ιβ και τον μετέτρεψε σε μια υποβοηθούμενη ντίβα».

Φεβρουάριος 1958. Ο Ιβ Σεν Λοράν είναι 22 ετών και μόλις έχει αναλάβει τον οίκο Christian Dior μετά το θάνατο του θρυλικού ιδρυτή του. Το περιοδικό Harper’s Bazaar διοργανώνει ένα δείπνο προς τιμήν του. Καλεσμένος είναι και ο 28χρονος επιχειρηματίας Πιερ Μπερζέ, με τον σύντροφό του, ζωγράφο Μπερνάρ Μπιφέ. Ο Μπερζέ δεν έχει σε ιδιαίτερη υπόληψη τον κόσμο της μόδας. Ομως, γοητεύεται από τον νεαρό μόδιστρο. Βρίσκει χαριτωμένη, σχεδόν συγκινητική τη συστολή του. Εντυπωσιάζεται από την εξυπνάδα και το χιούμορ του. Πριν περάσουν έξι μήνες, μένουν μαζί.. θα μείνουν μαζί ως το τέλος της ζωής του Σεν Λοράν.

Στις 21 Ιανουαρίου 2002, με ετήσιες απώλειες 31 εκατ. στερλινών, ο Υβ Σεν Λοράν αποχαιρέτησε την υψηλή ραπτική τρία χρόνια μετά την πώληση της πρετ-α-πορτέ σειράς YSL στον οίκο Gucci. Η υψηλή ραπτική έχει βεβαίως ανακηρύξει τον θάνατό της πολλές φορές αλλά η αναχώρηση του μετρ της παγκόσμιας μόδας βύθισε σε πένθος τις γυναίκες που τον αγάπησαν· τις «γυναίκες της ζωής του», όπως συχνά αποκαλούσε ο ίδιος τις πελάτισσές του.

Το 2011 ο Πιερ Μπερζέ με αφορμή το ντοκιμαντέρ «Ιβ Σεν Λοράν-Πιερ Μπερζέ: ένας έρωτας τρελός», του Πιερ Τορετό, ήρθε στην Αθήνα, καλεσμένος του 12ου Γαλλόφωνου Φεστιβάλ Κινηματογράφου και σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία είπε μεταξύ άλλων:

«Ηταν ένας φοβερός σχεδιαστής, ο οποίος, σε ηλικία 30 ετών, το 1966, συνέδεσε τη μόδα με την κοινωνία. Μέχρι τότε ήταν ανιαρή και απευθυνόταν σε πλούσιες γυναίκες. Ο Ιβ λάτρευε την εποχή, αλλά και τις γυναίκες που σαν εσάς δουλεύουν, είναι δραστήριες και όχι πλούσιες που δεν κάνουν τίποτα. Κι αν ο Ιβ παραμένει Ο Σχεδιαστής, είναι ακριβώς γι' αυτό. Ηταν ο πρώτος που άνοιξε μπουτίκ με το όνομά του. Αυτό ήταν επαναστατικό. Ηξερε τι έκανε, αλλά, σε αντίθεση με εμένα, δεν είχε πολιτικές απόψεις. Εκανε, όμως, πράξεις επαναστατικές και αριστερές, όπως όταν είπε: "Θέλω να ντύνεστε με ωραία ρούχα, που θα βρίσκετε σε καλές τιμές στα πολυκαταστήματα". Κανείς δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο προηγουμένως. Μιλώντας για το pret a porter, είχε πει: "Είναι περισσότερο ένας τρόπος να ζεις, παρά να ντύνεσαι". Αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Ηταν ο πρώτος που άρχισε να σκέφτεται την κοινωνία γύρω του. Ισως, επειδή ήταν μόνο 30 ετών. Ηταν, βέβαια, και η δεκαετία των κοινωνικών αλλαγών, αν κι αυτός προηγήθηκε του Μάη του '68. Ηταν ένας μεγάλος δημιουργός, που καταλάβαινε και προλάβαινε την εποχή του».

Ναι, μπορεί να καταλάβαινε την εποχή του, αλλά δεν την αγαπούσε. Όπως λέει ο Πιερ Μπερζέ: «Κατά μία έννοια, την αγαπούσε. Αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του "άρρωστος", αποτραβηγμένος. Πήγαινε στον οίκο μόδας με τον σοφέρ του και επέστρεφε στο σπίτι του. Ναι, ο Ιβ υπέφερε από κατάθλιψη από την αρχή. Είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρεία, στη Γαλλία και στη Σουηδία. Αργότερα βρήκε έναν τρόπο διαφυγής από την πραγματικότητα μέσα από το αλκοόλ και, έπειτα, τα ναρκωτικά. Κι αυτή η φάση κράτησε πολύ, 13 χρόνια, μέχρι που έκανε αποτοξίνωση. Αλλά, έως και την ημέρα που πέθανε, είχε κατάθλιψη».

O Ιβ Σεν Λοράν πέθανε στο Παρίσι την 1η Ιουνίου 2008.

«Προσπάθησα να δείξω ότι η μόδα είναι τέχνη. Γι’ αυτό ακολούθησα τη συμβουλή του δασκάλου μου, Κριστιάν Ντιόρ και το αιώνιο μάθημα της Δεσποινίδας Σανέλ. Δημιούργησα για την εποχή μου και προσπάθησα να προβλέψω τι θα φέρει το μέλλον» είπε και το ‘κανε.