Ο Θεόδωρος Καλλίνος «Αμάρμπεης» πιθανότατα ο τελευταίος επιζών από τους Καπεταναίους της Σύσκεψης της Λαμίας, πέθανε σήμερα το πρωί στη Θεσσαλονίκη. Είχε πρόσφατα κλείσει τα 99 του χρόνια.

 
Καπετάνιος του ΕΛΑΣ, γνωστός ως Αμάρμπεης, ψευδώνυμο που του δόθηκε από το όνομα του ψηλότερου βουνού της περιοχής ανάμεσα στον Αλιάκμονα και Πηνειό περιοχή δράσης του Αρχηγείου Βόρειας Θεσσαλίας, του οποίου ήταν Διοικητής.
 
Από το 1937 ήταν Ανθυπολοχαγός Διοικητής Λόχου στο 19ο Σύνταγμα Πεζικού Σερρών το 1937-38. Στα Ελληνοβουλγαρικά Σύνορα Υπολοχαγός Διοικητής Λόχου το 1939 - 41 και στον Ελληνο - Γερμανικό Πόλεμο στο μόνιμο Οχυρό Κάλης ανατολικά των οχυρών Ρούπελ και Καρατάς.
 
Aρνήθηκε να παραδοθεί στους Γερμανούς με το Λόχο του και πολέμησε εθελοντής στη Μάχη της Κρήτης ως Διοικητής Λόχου. Το 1941 εντάχθηκε στο ΕΑΜ και το '42 πέρασε στον ένοπλο αγώνα και ανέλαβε μεταξύ άλλων εκπαιδευτής και οργανωτής ΕΑΜικών ένοπλων ομάδων Ολύμπου - Κισσάβου - Ποταμιάς.
 
Στα Δεκεμβριανά ήταν Διοικητής Τομέα Φαλήρου - Πειραιά μέχρι και Ελευσίνας. Ακολούθησαν εξορίες στα Κυκλαδονήσια.
 
Ο ίδιος διηγήθηκε στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα:
 
Ονομάζομαι Θεόδωρος Καλλίνος. Το αντιστασιακό μου ψευδώνυμο μου το έδωκαν, διότι στην συνδιάσκεψη της Καμιάς των ανταρτών της ανατολικής και βόρειας Θεσσαλίας, εγώ ανέλαβα την περιοχή ανάμεσα στον Αλιάκμονα και τον Πηνειό ποταμό μέχρι το Μέτσοβο, σαν αρχηγός των αντάρτικων τμημάτων το 1943.
 
Το 1939, μετατέθηκα στον 6ο Συνοριακό Τομέα Σερρών και τοποθετήθηκα διοικητής λόχου στο μόνιμο οχυρό Κάλης, όπου και με βρήκε ο πόλεμος. Στις 14 Φεβρουαρίου του 1941, η Βουλγαρία έκανε μια συμφωνία με την Γερμανία να της επιτρέψει να περάσουν τα γερμανικά στρατεύματα μέχρι τα ελληνοαλβανικά σύνορα.
 
Φυσικά, πήρε και αντάλλαγμα, ότι σε περίπτωση που ο άξονας συνεχίσει, θα προσαρτηθούν στη Βουλγαρία η Δυτική Θράκη και η Μακεδονία. Δηλαδή, θα εφαρμοσθεί η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία δεν εφαρμόσθηκε. Και όπως έγινε και στην κατοχή. Στην κατοχή, η Βουλγαρία κατέλαβε την Δυτική Θράκη και την Μακεδονία.
 
Έτσι, εμείς από τα παρατηρητήρια, από τα μέσα του Μαρτίου, βλέπουμε και νύχτα και ημέρα, να κατεβαίνουν φάλαγγες προς τα σύνορά μας. Και φυσικά εμείς ήμαστε έτοιμοι, δηλαδή με το δάκτυλο στη σκανδάλη, και αιφνιδιαστικά, στις πέντε και τριάντα της 6ης Απριλίου το πρωί, άρχισε βομβαρδισμός από το πυροβολικό το οποίο είχε στηθεί στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, προς το μέρος της Βουλγαρίας.
 
Είχαμε φυσικά επιφυλακή στα πολυβολεία. Αμέσως μόλις άρχισε ο βομβαρδισμός - και χωρίς να έχουμε στο λόχο και στο οχυρό καμιά απώλεια – ο λαός ο δικός μου πήγε και κατέλαβε τις θέσεις στα πολυβολεία. Άρχισε ο ελληνογερμανικός πόλεμος.
 
Την ώρα δύο της 8ης Απριλίου, ο διοικητής του οχυρού μου έδωκε τηλεφωνικά διαταγή, «θα αφήσεις σε κάθε πολυβολείο σκοπευτή και λυριστή και ό,τι άλλο προσωπικό χρειάζεται, και την υπόλοιπη δύναμη του λόχου να την οργανώσεις σε τμήμα επιφανείας, για να κάνεις αντεπίθεση στο διπλανό οχυρό Καρατάς».
 
Και εγώ σε δύο ώρες εκπλήρωσα την εντολή και του ανέφερα ότι είμαι έτοιμος να εκπληρώσω οποιαδήποτε αποστολή. Και περίμενα. Νύχτωσε, και στις δύο η ώρα μου τηλεφωνεί. Η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε από τους Γερμανούς, ο διοικητής της στρατιάς, στρατηγός Μπακόπουλος παρέδωσε τη στρατιά στους Γερμανούς.
 
Εγώ αιφνιδιάστηκα, αγανάκτησα και ανησύχησα. Και τον ρώτησα, «και τώρα τι θα κάνουμε εμείς;» Σαν να μην συνέβαινε τίποτα, απαθέστατα μου είπε: «αύριο, θα παραδοθούμε στις Σέρρες στους Γερμανούς».
 
Εγώ, χωρίς να περάσει δευτερόλεπτο, του απάντησα: «εγώ δεν παραδίνομαι, ούτε έχω δικαίωμα να παραδώσω το λόχο μου στους Γερμανούς. Διαθέτω 20.000 φυσίγγια σε κάθε πολυβόλο. Ή θα πολεμήσουμε μέχρι το τελευταίο φυσίγγιο, ή θα φύγουμε προς Νότο να συνεχίσουμε τον πόλεμο σε άλλη γραμμή». Και έκλεισα το τηλέφωνο.
 
Μάζεψα όσους μπορούσα να μαζέψω από το λόχο και τους είπα ό,τι είπα στον διοικητή του οχυρού. Ήταν ο ταγματάρχης Κωστόπουλος Κωνσταντίνος από την Μεσσηνία. Και τους είπα: «Εγώ έδωκα δύο φορές όρκο να υπερασπίζω την πατρίδα μέχρι την τελευταία πιθαμή. Σας διαπαιδαγώγησα και εσάς να υπερασπίζεστε την πατρίδα. Δεν έχω δικαίωμα ούτε να παραδοθώ, ούτε και εσάς να σας παραδώσω. Όποιος θέλει να παραδοθεί, είναι ελεύθερος».
 
Όλοι απάντησαν: «Δεν παραδινόμαστε». Αφού εξασφάλισα την συγκατάθεση του λόχου να μην παραδοθούμε, τους πρότεινα: «Αναλαμβάνω να βγούμε στο Aγιον Όρος και από κει με καΐκια στις εκβολές του Πηνειού και να συνεχίσουμε τον πόλεμο κατά των Γερμανών στη γραμμή Ολύμπου Ελληνικός Στρατός ΑΜΕΔΗ».
 
Σαν στρατιωτικός, εγώ έτσι έβλεπα την εξέλιξη. Όχι στη συνθηκολόγηση. Διότι, εμπόλεμος στρατός δεν παραδίδεται. Υπερασπίζει την πατρίδα μέχρι την τελευταία πιθαμή. Περνώντας από το μετωπικό πόλεμο σε παρενοχλητικό και μαζικό επιθετικό αγώνα κατά του εισβολέα. Εάν γινόταν αυτό, εάν δηλαδή το γενικό επιτελείο, ο αρχιστράτηγος Παπάγος έδινε εντολή «περάστε από το μετωπικό πόλεμο όπου διασπάται το μέτωπο, σε παρενοχλητικό και μαζικό επιθετικό αγώνα κατά του εισβολέα, οι Γερμανοί δεν θα καταλάμβαναν την Ηπειρωτική Ελλάδα, μέσα στον Απρίλιο, αλλά τουλάχιστον μέχρι τέλος Μαΐου.
 
Οπότε στο γερμανικό επιτελείο θα υπήρχε πρόβλημα: «Θα εισβάλουμε στη Σοβιετική Ένωση, οπότε δεν μπορούμε να καταλάβουμε την Κρήτη, ή θα καταλάβουμε την Κρήτη, αλλά πρέπει να αναβάλουμε την εισβολή στην Σοβιετική Ένωση;». Και οπωσδήποτε, δεν θα ανέβαλαν την εισβολή στην Σοβιετική Ένωση, και η Κρήτη θα ήταν ελεύθερη και θα έπαιρνε και φύραμα για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
 
Αφού εξασφάλισα τη συγκατάθεση του λόχου, τηλεφώνησα στον διοικητή του 2ου λόχου, τον Κώστα Κανελλόπουλο, και του είπα, «Κώστα, σε ενημέρωσε ο διοικητής;» και όταν μου είπε «με ενημέρωσε», για να τον προκαταλάβω, του λέω «εγώ δεν παραδίνομαι». Και αφού μου είπε «δεν παραδίνομαι», πήρα τον διοικητή του 1ου λόχου, τον Πέτρο τον Κεφάλα. Ήταν συμμαθητής μου.
 
Του λέω «Πέτρο, σε ενημέρωσε ο διοικητής του οχυρού;» Λέει, «με ενημέρωσε». Του επαναλαμβάνω κι αυτού «εγώ δεν παραδίνομαι», και μου απαντάει «κι εγώ δεν θα παραδοθώ». Και αφού εξασφάλισα την συγκατάθεση και των άλλων, πήρα μια ομάδα να πάω να συλλάβω τον διοικητή του οχυρού και να αναλάβουμε εμείς την διοίκηση του οχυρού και να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε.
 
Όταν βγήκα 100 μέτρα από το οχυρό, με φωνάζει ένας στρατιώτης «κύριε λοχαγέ, σας ζητάει ο διοικητής του οχυρού». Γύρισα στο τηλέφωνο και  μου είπε ο Κωστόπουλος «θα κατεβούμε στο Μέταλλο», το Μέταλλο είναι μικρό χωριό το οποίο είναι πίσω ακριβώς από το οχυρό. Εκεί θα έρθει και ο διοικητής του υποτομέα Εξαρχάκος Νικόλαος και θα αποφασίσουμε τι θα γίνει.
 
Γυρίζω εγώ στο λόχο και τους λέω «εμείς πήραμε απόφαση τι θα κάνουμε και θα την πραγματοποιήσουμε, δηλαδή θα βγούμε στο Aγιον Όρος κλπ. Αν και οι άλλοι συμφωνήσουν, τόσο το καλύτερο». Και πραγματικά, πριν ακόμα ξημερώσει, είπα στους στρατιώτες, «πάρτε αυτόματο οπλισμό και ατομικό οπλισμό, με όσο το δυνατόν περισσότερα φυσίγγια, και όση μπορείτε ξηρή τροφή», γιατί είχαμε για πολλές μέρες ξηρή τροφή.
 
Να έχετε υπόψη σας ότι στο δρόμο η πορεία μας θα είναι δύσκολη. Δεν ξέρουμε τι θα συναντήσουμε στο δρόμο, για αυτό πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Κατεβήκαμε στο Μέτωπο, και εγώ ασχολήθηκα με την διοργάνωση του λόχου, διότι, άλλη οργάνωση του οχυρού, και άλλη οργάνωση για να δώσεις μάχη σε δεύτερο πεδίο. Και αφού τελείωσα αυτήν την προετοιμασία, είπα στους στρατιώτες «περιμένετέ με, θα πάω να δω τι κάνουν οι άλλοι αξιωματικοί και θα γυρίσω να ξεκινήσουμε».
 
Πήγα στο σπίτι που είχαν μαζευτεί οι άλλοι αξιωματικοί και ο Κωστόπουλος μου είπε «πού είσαι κύριε Καλλίνο;» του απάντησα «οργάνωσα το λόχο μου για να πολεμήσω τους Γερμανούς». Αυτός μου είπε «γράψε μια απόδειξη να πάρεις λεφτά από τον ταμία». Εγώ εξαγριώθηκα και τους λέω - ήταν μαζεμένοι όλοι, ο συνταγματάρχης, όλοι οι αξιωματικοί του οχυρού και του υποτομέα  - «γι’ αυτό ήρθαμε στο Μέταλλο, το ταμείο να μοιράσουμε και να πάμε να παραδοθούμε στους Γερμανούς; Ντροπή σας» τους λέω, «Φεύγω, πηγαίνετε όπου θέλετε».
 
Μετά την εγκατάλειψη των στρατιωτών από τους αξιωματικούς, κάποιοι άρχισαν να αυτοκτονούν και άλλοι να σκορπούν προς διάφορες κατευθύνσεις. Τότε εγώ τους φώναζα «παιδιά, μην αυτοκτονείτε, ελάτε μαζί μου» και προσκολλήθηκαν στο λόχο. Μαζεύτηκαν περίπου 200 – 250 και στις οχτώ ξεκινήσαμε από το Μέταλλο στη Φαιά Πέτρα, για να περάσουμε το δημόσιο δρόμο Σιδηροκάστρου - Σερρών, να φτάσουμε στο Στρυμόνα, να βρούμε καμία γέφυρα για να περάσουμε και να ξεκινήσουμε για το Aγιον Όρος.
 
Στους στρατιώτες μου δεν είχε πει τίποτα. Η απόφασή μου ήταν Κρήτη. Διότι κατάλαβα ότι οι Γερμανοί μέσω των πλοίων θα καταλάβουν την Ηπειρωτική Ελλάδα. Μια βραδιά περάσαμε στη Λήμνο. Δεύτερη βραδιά στη Μυτιλήνη, και δεύτερη βραδιά στη Χίο. Οι Γερμανοί βύθιζαν ό,τι κινούνταν προς Ανατολάς και προς Νότο. Ό,τι πλεούμενο. Κι εγώ ενδιαφέρθηκα για τον καταυλισμό τους, ένα σχολείο, για την τροφοδοσία, τις μέρες που μείναμε στη Χίο, αλλά με απασχολούσε το πρόβλημα τι θα γίνει με τους στρατιώτες.
 
Εγώ είχα αποφασίσει πια ότι θα πάω στην Κρήτη. Αλλά μπορούσα να διακινδυνεύσω την τύχη τόσων οικογενειών; Τεράστια ευθύνη. Μέναμε σε ένα ξενοδοχείο με έναν Ξάνθο, αυτός ήταν δύο χρόνια νεότερος από μένα. Αυτός μου έλεγε να πάμε, να περάσουμε στην Τουρκία και από κει στην Αίγυπτο.
 
Εγώ φυσικά του έλεγα, εμείς είμαστε μόνο αξιωματικοί. Έχουμε υποχρέωση να υπερασπίσουμε την πατρίδα μας. Η Κρήτη δεν θα καταληφθεί, και θα αποτελέσει το γεφύρωμα, τι δουλειά έχουμε εμείς στην Τουρκία και στην Αίγυπτο; Τελικά δεν ξέρω τι έγινε. Είχαν μαζευτεί στη Χίο περίπου 300 αξιωματικοί, μόνιμοι και έφεδροι, εκτός από τους στρατιώτες, και επικεφαλής ήταν ένας συνταγματάρχης. Αντί αυτός ο συνταγματάρχης να πάρει πρωτοβουλία και να οργανώσει την μετάβαση όλων αυτών των αξιωματικών και των στρατιωτών στην Κρήτη, έβγαλε μια διαταγή να δηλώσουν, πόσοι θέλανε να πάνε στην Κρήτη, πόσοι στην Ηπειρωτική Ελλάδα, και πόσοι στην Τουρκία.
 
Δήλωσαν αρκετοί για την Κρήτη. Αλλά όπως αποδείχτηκε, μόνο μια ομάδα περίπου δεκαπέντε αξιωματικών, με πρωτοβουλία δική τους, με επικεφαλής, δεν θυμάμαι αυτήν την στιγμή το όνομά του, έναν συνταγματάρχη, πήγανε στην Κρήτη και πολέμησαν. Άλλοι δήλωσαν για την Ηπειρωτική Ελλάδα και άλλη για την Τουρκία. Αν πήγαιναν όλοι αυτοί οι αξιωματικοί στην Κρήτη, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε, όπως αποδείχτηκε, να καταληφθεί η Κρήτη από τους Γερμανούς. Από το αδιέξοδο αυτό, με έβγαλε η ανακοίνωση από το ράδιο της Αθήνας, ότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του ελληνικού στρατού δεν θεωρούνται αιχμάλωτοι και μπορούν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.
 
Τους συγκέντρωσα στην αυλή του σχολείου όλους τους στρατιώτες και βαθμοφόρους και τους είπα: «Σας έφερα μέχρις εδώ. Δεν σας παρέδωσα στους Γερμανούς. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν ήξερα τι να κάνω. Εγώ είμαι  μόνιμος αξιωματικός και είμαι υποχρεωμένος να υπερασπίζω την πατρίδα μέχρι την τελευταία πιθαμή, και θα πάω στην Κρήτη. Όμως εσείς είστε κληρωτοί και πρέπει να γυρίσετε στις πατρίδες σας. Σας περιμένουν οι οικογένειές σας». Όλοι φώναξαν: «Όλοι στην Κρήτη».
 
Τους επαναλαμβάνω ακόμα μια φορά ότι εγώ είμαι υποχρεωμένος να πάω στην Κρήτη, εσείς είστε κληρωτοί, πρέπει να γυρίσετε στις πατρίδες σας. Θα σας βάλω, τους Πελοποννήσιους σε ένα με δυο καΐκια για την Πελοπόννησο, τους Στερεοελλαδίτες και τους Θεσσαλούς με ένα γεωκαΐκιο στην Εύβοια, και από κει, ο καθένας, ατομικά ή ομαδικά να γυρίσει στην πατρίδα του, σας περιμένουν οι οικογένειές σας.
 
Πάλι φώναξαν: «Όλοι στην Κρήτη». Τότε, τους δίνω με βροντερή φωνή «προσοχή». «Σας δίνω εντολή σαν λοχαγός σας να γυρίσετε στις πατρίδες σας κι εκεί να αγωνιστείτε για την απελευθέρωση της πατρίδας».
 
Ένας λοχίας, Παπαγεωργόπουλος Γιάννης, από το Άργος, μου λέει «εγώ δεν πειθαρχώ. Θα έρθω μαζί σου». Του λέω «θα συνδέσουμε την τύχη μας». Έτσι, τώρα καταλαβαίνετε ποιος ήταν ο αποχωρισμός. Όταν ξεκίνησαν τα καΐκια για την Πελοπόννησο και για την Εύβοια, εγώ με τον Παπαγεωργόπουλο, μαζί με έναν ταγματάρχη και μερικούς άλλους Κρητικούς, καμιά δεκαριά, μπήκαμε σε ένα βαποράκι εμπορικό μικρό, περάσαμε στην Τήνο, την δεύτερη βραδιά στην Νάξο, και τρίτη βραδιά στη Θήρα, στη Σαντορίνη.
 
Εκεί, το απόγευμα ανακάλυψε το βαποράκι ένα αεροπλάνο ιταλικό. Και ο καραβοκύρης δεν ήθελε να ξεκινήσει, γιατί μας έλεγε ότι δεν προλαβαίνουμε να φτάσουμε και θα μας πάρει η μέρα στη θάλασσα και θα μας βουλιάξουν. Το είδε ο ταγματάρχης, βγάζει το πιστόλι και του λέει «ή ξεκινάς ή σε σκοτώνω», και αναγκάστηκε να ξεκινήσει ο καραβοκύρης.
 
Ξεκινήσαμε λοιπόν. Όλοι ξενυχτούσαμε στο βαπόρι, διότι οι Γερμανοί βύθιζαν, και έβλεπες, παραδείγματος χάριν, σανίδες, βάρκες δεξιά και αριστερά. Όλοι ήμαστε στο κατάστρωμα, όλοι αγρυπνούσαμε.
 
Τελικά, μας πήρε ο ήλιος μιάμιση ώρα περίπου από την Κρήτη. Βγήκαμε στην ακτή και πήγαμε στο Ηράκλειο. Παρουσιαστήκαμε στον Φρούραρχο...