«Χθες το απόγευμα μια παρέα από εργάτες ανέβαιναν ήσυχα την οδό Μοντέρα, όταν διέκριναν δυο παπάδες να κατεβαίνουν τον ίδιο δρόμο από την άλλη πλευρά. Μπρος σ’ αυτή την πρόκληση…» Λουίς Μπουνιουέλ, «Η τελευταία πνοή». Tου Μανόλη Σαββίδη

 
Ο Μίμης Σουλιώτης αναπαύεται σε ένα φρεσκοσκαμμένο μνήμα στο νέο νεκροταφείο της Φλώρινας, ανάμεσα στην πόλη και τα Βιτώλια, με πλάτη στον Βαρνούντα και με πανοραμική θέα στον κάμπο της Λυγκηστικής και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Η γαλήνη και ένα λεπτό στρώμα χιονιού σκεπάζουν τα πάντα.
 
Αυτή η ωραία εικών είναι φυσικά πλασματική, και αποσκοπεί στην χειραγώγηση των συναισθημάτων (τα πραγματικά της στοιχεία κάνουν απλώς την απάτη πειστικότερη). Ο Σουλιώτης δεν αναπαύεται πουθενά γιατί πέθανε στην εντατική του «Κυανού Σταυρού» της Θεσσαλονίκης τα ξημερώματα της 27ης Νοεμβρίου 2012. Η σορός του κηδεύτηκε την επομένη σύμφωνα με τα έθιμα της πατρίδας που είχε επιλέξει, μπήκε στο κιβούρι και σκεπάστηκε από χώμα.
 
Η Φλώρινα δεν είναι η πιο φιλόξενη πόλη των Βαλκανίων. Το κρύο τους περισσότερους μήνες του χρόνου είναι ψηλαφητό και οδηγεί τους ιθαγενείς σε αμυντική στάση προς τη φύση και τη ζωή, ενώ παραδοσιακά οι εχθροί της ορθοδοξίας και του έθνους ελλοχεύουν και οι Φλωρινιώτες γρηγορούν. Οι ξένοι αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα (και δικαίως) γιατί ποιος λογικός άνθρωπος θα πήγαινε να μείνει σε αυτήν την πόλη αν δεν ήταν από εκεί;
 
Το ιδιαίτερο τυπικό της Φλώρινας είχε και νεκρική μπάντα του δήμου και ατέρμονες επικήδειους στη μητρόπολη — ο μακαρίτης ήταν καθηγητής στο τοπικό Πανεπιστήμιο, και η ιδιότητα αυτή έχει την κοινωνική αναγνώριση και τα άτυπα προνόμιά της. (Θυμάμαι την ευχάριστη κατάπληξη του πατέρα μου όταν έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου και οι τελωνειακοί στο Ελληνικό έπαψαν να του ψαχουλεύουν τη βαλίτσα όποτε ερχόταν από το εξωτερικό).
 
Η έκπληξη στην κηδεία του Σουλιώτη ήταν ο ακροτελεύτιος επικήδειος, τον οποίο εξεφώνησε από στήθους ο πατήρ Νικηφόρος. Πήρε το μικρόφωνο με την άνεση ενός Λευτέρη Πανταζή στο «Διογένης Παλάς» και μας εξιστόρησε μιαν ηθικοπλαστική παραμυθία, σύμφωνα με την οποία ο Σουλιώτης στην εντατική έγινε αθλητής του Χριστού, και αυτό ήταν «το καλλίτερο ποίημα» του Μίμη Σουλιώτη. Όλοι συγκινηθήκαμε — εγώ ανατρίχιασα.
 
Όσοι ξέραμε τον Μίμη δεν περιμέναμε κανέναν παπά να μας πει αν ήταν Χριστιανός ο Σουλιώτης ή όχι, και πώς. Τον μακαρίτη τον διεκδίκησε εργολαβικά ο παπάς, όπως τον διεκδίκησαν και θα τον διεκδικήσουν και άλλοι, ο καθένας για δικούς του λόγους — πολιτικούς, λογοτεχνικούς, οικονομικούς, προσωπικούς και πάει λέγοντας. Όμως ο Μίμης δεν ήταν ενταγμένος πουθενά, ανήκε στον εαυτό του που ήταν ανοιχτός και ποικίλος. Ο καθένας θα καταθέσει την δική του εικόνα για τον Σουλιώτη, αλλά ακόμη και αν είναι πραγματική θα είναι μερική, και τσουρούτικη.
 
Από την πλευρά μου μπορώ να μαρτυρήσω ολίγιστα πράγματα για τον φίλο μου — κυρίως ότι ο Μίμης προσδιόρισε ο ίδιος τον εαυτό του και όρισε τη διαδρομή του, και ότι τελικά κέρδισε το παιχνίδι της ζωής. Εξηγούμαι.
 
Η διαδρομή του Μίμη ξεκίνησε παραμονή Χριστουγέννων 1949 στην Αθήνα. Οι γονείς του χώρισαν νωρίς, και μετακόμισε με τη μητέρα του βορειοδυτικά, στη γενέτειρά της Φλώρινα. Μεγάλωσε δίχως τον πατέρα του (σπανίως μιλούσε για αυτόν) και σε συναισθηματική διάσταση με την μητέρα του (αντιγράφω από ένα πρώιμο αυτοβιογραφικό πεζό: «Κι άκουγα ακόμα πως όλα μου τα προτερήματα είταν δικά της, σα να μου τα είχε δανείσει μόλις γεννήθηκα, με τον όρο να της τα επιστρέφω όποτε θυμώνει»).
 
Αυτός ο αμήχανος νέος, ξένος στην πόλη και το σπίτι του, άρχισε να βρίσκει τον εαυτό του στη Θεσσαλονίκη, όπου γνώρισε τον κόσμο, σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο και συμμετείχε στην έκδοση του θρυλικού περιοδικού Τραμ. Έδειξε στίχους του στον Γιώργο Ζαμπέτα (που τον ενεθάρρυνε να συνεχίσει) και παρέθεσε οκταποδαπίλαφον στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Έκανε μεταπτυχιακά στη Βουδαπέστη και στα Γιάννενα, επέστρεψε στη Φλώρινα όπου και παρέμεινε, παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια, έβγαλε εφημερίδα,  διετέλεσε βιβλιοθηκάριος, εκδότης περιοδικών, φιλολογικός επιμελητής και καθηγητής.
 
Ο Σουλιώτης έχτισε το δικό του σπίτι στην άκρη της πόλης, στην άλλη όχθη του Σακουλέβα, Καπετάν Φούφα Παπαδά και Εθνομάρτυρος Αιμιλιανού γωνία. Δούλεψε για το καλό του τόπου του στήνοντας και βοηθώντας θεσμούς και ανθρώπινες σχέσεις, με αθόρυβη μεθοδικότητα και συνέπεια. Ήταν ο καλύτερος πρέσβυς της Μακεδονίας στον υπόλοιπο κόσμο αλλά και στο εσωτερικό της.
 
Η μεγάλη χαρά του ήταν η οικογένειά του (απέδειξε στον εαυτό του ότι μπορούσε να καταφέρει αυτό που δεν ευτύχησε να ζήσει ως παιδί), και όταν τα παιδιά του μεγάλωσαν και σκόρπισαν, οι φοιτητές του έγιναν η αναπληρωματική του οικογένεια. Η άλλη του χαρά ήταν η ποίηση, που δεν ήταν άσχετη με την δοκιμασία των ιδεών και των λέξεων και τα λογοπαίγνια που ήταν μέρος της καθημερινότητάς του. Αυτή η βιωματική ποίηση, αγκαλά και εξελίχτηκε στο χρόνο, παρέμεινε σταθερά αναγνωρίσιμη γιατί ο Μίμης είχε το δικό του στυλ: δεν το έπαιζε ποιητής, ήταν ποιητής.
 
Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο Μίμης κι εγώ ήμασταν φίλοι. Ήσαν πολλά αυτά που μας ένωναν: ήμασταν και οι δύο παιδιά του Γ.Π. Σαββίδη, και μεγαλώσαμε μαζί όταν ορφανέψαμε. Μαζί κάναμε βιβλία, κουβέντες, φαγητά, μεθύσια, απαγγελίες, ομιλίες, μονόφυλλα, ταξίδια. Αγαπούσαμε φανατικά τα ίδια πράγματα, όπως το ποδόσφαιρο και τον Μποστ, συχνά εις βάρος κάποιων άλλων: αγαπούσαμε λ.χ. τον Καβάφη παρά τον Παλαμά, τον Μάρκο παρά τον Τσιτσάνη, τον Μπαχ παρά τον Μότσαρτ, τον Μαραντόνα παρά τον Πελέ, το τσίπουρο παρά το ουίσκυ. Είχαμε το ίδιο σύστημα ηθών και αξιών, κι αν διαφωνούσαμε δεν έτρεχε και τίποτα — κι αυτό δεν το βρίσκεις συχνά στη ζωή.
 
Κάθε καλοκαίρι, μεσούντος του Αυγούστου, ο Μίμης ακολουθούσε αντίστροφη διαδρομή και κατηφόριζε νοτιοανατολικά, για να παραθερίσει λίγο ως τουρίστας στη γενέτειρά του, όπου τον φιλοξενούσα. Ξαναδιαβάζοντας τώρα τα Αθηναϊκά του ποιήματα (ανέκδοτα εισέτι) βλέπω ότι σε αυτές τις ψυχωφελείς εκδρομές ο Μίμης αναζητούσε παιδικές και εφηβικές μνήμες από την πόλη και τους ανθρώπους της, από έρωτες, από τον πατέρα του. Φέτος δεν ήρθε και πήγα εγώ να τον δω τον Δεκαπενταύγουστο στην κλινική. Κάναμε σχέδια για ένα νέο, μείζον τυπογραφείο στο Πανεπιστήμιο, υποψιασμένοι και οι δύο για το μέλλον.
 
Τώρα το μέλλον ήρθε, και ο Μίμης Σουλιώτης αναπαύεται σε ένα φρεσκοσκαμμένο μνήμα στο νέο νεκροταφείο της Φλώρινας, ανάμεσα στην πόλη και τα Βιτώλια, με πλάτη στον Βαρνούντα και με πανοραμική θέα ανατολικά στον κάμπο της Λυγκηστικής, ως το βουνί της Μπάνιτσας. Πρέσπες δεν βλέπει, ούτε Βεγορίτιδα.
 
Η δική μου ψυχωφελής διαδρομή ήταν στην δυτική όχθη της Βεγορίτιδας, από τον Άγιο Παντελεήμονα προς την Άρνισσα. Όποτε πέρναγα από εκεί, γινόμουν άλλος άνθρωπος. Ο Μίμης που το ήξερε, κάθε φορά που έκανε τη διαδρομή σταματούσε για τσιγάρο και με έπαιρνε στο τηλέφωνο. Καμιά φορά ξυπνούσα το πρωί κι έβρισκα κλήση του στο κινητό, και ήξερα ότι ο φίλος μου είχε περάσει αργά τη νύχτα από εκεί, και με είχε καλέσει.

Πηγή: http://enthemata.wordpress.com/2012/12/16/savvidis-2/