Η «αναχώρηση», την ίδια μέρα, των δύο κορυφαίων Ελλήνων εικαστικών, του Γιάννη Κουνέλλη και του Δημήτρη Μυταρά, μοιάζει με περίεργο παιχνίδι της μοίρας.

Σύμφωνοι, δεν ήταν στην πρώτη νεότητα - ο Κουνέλλης στα 81 και ο Μυταράς στα 83, άλλωστε τα προβλήματα υγείας που βασάνιζαν τον Μίμη, τα τελευταία χρόνια ήταν γνωστά -ο λόγος για την οπτική νευροπάθεια που έγινε η αιτία να χάσει την όραση του. 

Όμως, το αόρατο νήμα που διαπερνά το (τόσο διαφορετικό) έργο τους, το ταλέντο όπως και το σθένος, να προχωρήσουν ένα βήμα μπροστά από την εποχή τους, κάνει τη σκέψη να γυρίζει στις μορφές τους με ευγνωμοσύνη.

Τώρα που έφυγαν θυμηθήκαμε ξανά, τον βίο και την πολιτεία τους. Τα στοιχεία λένε ότι, ο Κουνέλλης δεν είχε γίνει δεκτός από τη Σχολή Καλών Τεχνών και ότι, ο Μυταράς διαγράφηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Έχει σημασία; Ευτυχώς, ουδεμία. 

Μυταράς: Ο εξπρεσιονιστής που είχε δασκάλους τον Μόραλη και τον Παπαλουκά 

Με τα δικά του λόγια… «Αν ξύσεις ένα έργο τέχνης θα τρέξει αίμα»

 «(...) Δείτε τα πρόσωπα των ανθρώπων καθώς περνούν από τις διαβάσεις των πεζών. Δείτε τους φθαρμένους τοίχους με τις σχισμένες αφίσες και τα πολύχρωμα συνθήματα. Δείτε τα κουρελιασμένα σύννεφα καθώς δύει ο ήλιος το απόγευμα. Δείτε το απέναντι δέντρο καθώς βγαίνουν οι μικροί βλαστοί περιμένοντας την άνοιξη. Θα έχετε κάνει μια καλή αρχή και υπάρχει ελπίς να αισθανθείτε τα έργα όλων των εποχών.
Tο μήνυμα του έργου τέχνης είναι πάντα ποιητικό, ακόμη κι όταν παριστάνει τις σφαγές της Xίου ή τις αρβύλες του Bαν Γκογκ. Δεν είναι υποχρεωτικό να αισθάνεστε και να αγαπάτε την τέχνη. Aπλώς είναι ένα προνόμιο. Aλλά τι προνόμιο!»

Δάσκαλος στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, της οποίας διετέλεσε και πρύτανης από το 1982 έως το 1985, εκπαίδευσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και συνεργάστηκε με καλλιτέχνες στην ΑΣΚΤ οι οποίοι και διοργάνωσαν τιμητική έκθεση στην καλλιτεχνική του πορεία το 2015, στο Μουσείο Μπενάκη.

«Αν βγάλεις τον Μυταρά από την ελληνική ιστορία της τέχνης, τότε καταλαβαίνεις ότι θα μείνει φτωχή» έχει δηλώσει για τον σημαντικό ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα.

Παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο στην ΑΣΚΤ, το 1978 και με την αρωγή του Δήμου Χαλκιδέων, ίδρυσε στη γενέτειρά του την Χαλκίδα, το Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας, το οποίο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της συζύγου του Χαρίκλειας Μυταρά, αναπτύσσει σημαντική διδακτική και πολιτιστική δραστηριότητα.

Γεννήθηκε το 1934 στη Χαλκίδα. Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1953-1957) με τον Γιάννη Μόραλη και τον Σπύρο Παπαλουκά. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. (1961-1964, σκηνογραφία και εσωτερική διακόσμηση, Ecole Nationale des Arts Decoratifs και Ecole des Arts et Metiers).

Η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε στην Αθήνα (1961, Ζυγός). Η στροφή του προς τον κριτικό ρεαλισμό με χρήση φωτογραφικών ντοκουμέντων, περιορισμένη χρωματικότητα και πολιτικό περιεχόμενο, ήταν μια χαρακτηριστική φάση πρώιμης ζωγραφικής του, στα χρόνια της δικτατορίας. Ωστόσο στη συνέχεια της πορείας του κυριάρχησαν τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία και το έντονο χρώμα. Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του τα θέματα είναι ανθρωποκεντρικά και συχνά προσωπογραφικά. Η αφαιρετική διάθεση, η ελευθερία της γραμμής και οι χρωματικές εντάσεις συνυπάρχουν με την οξύτητα της παρατήρησης, είτε πρόκειται για απεικονίσεις προσώπων είτε άλλων θεμάτων. Σε όλο του το έργο, η έμφαση στις εικαστικές ποιότητες φανερώνει τη βαθύτερη σχέση του με τις παραδοσιακές αξίες της ζωγραφικής.

Ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος επιμελήθηκε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις, συνεργαζόμενος με σημαντικά ελληνικά θέατρα (Εθνικό, ΚΘΒΕ, Θέατρο Τέχνης, Ελληνικό Χορόδραμα, κ.ά.). Επίσης ασχολήθηκε με την εικονογράφηση και με διάφορες εικαστικές εφαρμογές. Έχει διακοσμήσει με τοιχογραφίες πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια (ξενοδοχεία, τράπεζες, κλπ).

Το έργο του Δεξίλεως τοποθετήθηκε στο σταθμό «Δάφνη» του αθηναϊκού μετρό. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει θεωρητικά κείμενα και μελέτες για την τέχνη που έχουν εκδοθεί και σε βιβλία, αρθρογραφία στον Τύπο για διάφορα θέματα, καθώς και ποίηση.

Δίδαξε εσωτερική διακόσμηση στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο (1964-72) και από το 1969 άρχισε να διδάσκει στην ΑΣΚΤ της Αθήνας, όπου εξελέγη καθηγητής το 1977 και διετέλεσε Πρύτανης από το 1982 έως το 1985.

Το έργο του παρουσιάστηκε σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Βραβεύτηκε για τη συμμετοχή του στην Έκθεση Νέων Ζωγράφων (Ζυγός, 1958) και στην Πανελλαδική Έκθεση Νέων (1961). Συμμετείχε στις Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1958, 1966), Μπιενάλε Νέων (Παρίσι, 1960), Μπιενάλε Sao Paulo (1966) και Μπιενάλε Βενετίας (1972). Αρκετές είναι και οι αναδρομικές του εκθέσεις: 1989 (Πινακοθήκη Πιερίδη και Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης), 1992 (Chateau de Chenonceau, Loire, Γαλλία), 1993 (Expo 93, Τόκυο, Ιαπωνία), 1995 (Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα), 1998 (Millesgarden Museum, Στοκχόλμη), 2001 (Palazzo Vecchio, Φλωρεντία,) και 2006 (Δημοτική Πινακοθήκη, Θεσσαλονίκη).

Το 2008 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα. Την ίδια χρονιά, ο Δήμος Χαλκιδέων του απένειμε το χρυσό μετάλλιο της πόλης.

Η κηδεία του Δημήτρη Μυταρά θα γίνει τη Δευτέρα στις 12 το μεσημέρι από το Α Νεκροταφείο δημοσία δαπάνη. 

Ο αλχημιστής Κουνέλλης, πρωτοπόρος της arte povera

Με τα δικά του λόγια... «Κοιτάξτε, να δείτε, εγώ δεν θεώρησα ποτέ στη ζωή μου ότι ο Πλάτωνας ήταν ένας ήρωας του Τρίτου Κόσμου. Το πρόβλημα με την Ελλάδα ξεκινά απ’ αυτή τη μεγάλη αντίθεση: από τη μια έχει ήρωες αυτού του ύψους κι απ΄την άλλη είναι μια βαλκανική χώρα. Εγώ δεν έζησα στη βαλκανική χώρα. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως δεν καταλαβαίνω τον Πλάτωνα. Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για κείνους που δεν την εγκατέλειψαν. Πρέπει όμως να γνωρίζουν πως η Ελλάδα αντιπροσωπεύει πράγματα πολύ μεγάλα. Αλλά πώς να το γνωρίζουν, όταν ακόμα και τ’ αρχαία ελληνικά δεν διδάσκονται σχεδόν καθόλου πιά;
Πιστεύω πως ο πιο σοβαρός λόγος ύπαρξης του ελληνικού κράτους σήμερα είναι για να διατηρήσει ζωντανή την ελληνική γλώσσα. Η νεοελληνική αστική τάξη, από την γέννησή της κι έπειτα, υπεράσπισε μονάχα τα συμφέροντα των μικροαστικών επιχειρήσεων, αφήνοντας στο κενό τις αξίες του πολιτισμού. Η τέχνη παρακολουθεί φυσικά τις εντάσεις και τα προβλήματα αυτού του πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα ο όρος “λαϊκή τέχνη” σημαίνει τοπικές χειροτεχνίες, τη στιγμή που στα ευρωπαϊκά κράτη συμπεριλαμβάνει και τους αστούς
». 

Ο Κουνέλλης άφησε την τελευταία του πνοή στην Ιταλία, όπως μετέδωσαν τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης.

Il Messaggero: Έφυγε ο Κουνέλλης, ένας καλλιτέχνης χωρίς έπαρση

«Για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα των νέων, μπορούμε να πούμε ότι ο Γιάννης ‘δεν την είχε δει’, ούτε στις διαπροσωπικές σχέσεις, ούτε και σε ό,τι αφορούσε τα υλικά με τα οποία δημιουργούσε τα έργα του» γράφει σήμερα, η ιταλική εφημερίδα «Il Messaggero», η οποία φιλοξενεί αναλυτικό άρθρο της, αφιερωμένο στο έργο και την προσωπικότητα του γλύπτη και ζωγράφου Γιάννη Κουνέλλη.

«Προτιμούσε τον Πικάσο από τον Ντυσάν, αλλά στους καλλιτέχνες από τους οποίους, έμμεσα, είχε εμπνευσθεί και διδαχθεί, είχε εντάξει- κάθε άλλο παρά τυχαία- τον Μασάτσιο και τον Καραβάτζιο».

Όπως αναφέρει η «Il Messaggero», πριν από λίγες ημέρες, η Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αιώνιας Πόλης όπου είχε φοιτήσει στη δεκαετία του 1950, τον ανακήρυξε επίτιμο καθηγητή της.

«Έφτασα στη Ρώμη την Πρωτοχρονιά του 1956. Αυτή την πόλη την αγαπώ, η Ρώμη είναι ο εαυτός της και δεν χρειάζεται τίποτε άλλο», δήλωνε ο διεθνούς φήμης καλλιτέχνης της Arte Povera.

Aλλά δεν ξεχνούσε, ποτέ, και τη χώρα στην οποία γεννήθηκε, την Ελλάδα: «Ποίησις, στα ελληνικά, σημαίνει και πράξη. Είναι αυτή η έννοια της ποίησης και της τέχνης. Δημιουργώ κάτι που πρώτα δεν υπήρχε».
«Δεν ήταν ποτέ του ένας καταραμένος καλλιτέχνης», αντιθέτως, «διηγείτο πως είχε ανακαλύψει το ιερό στοιχείο μέσα στα συνηθισμένα αντικείμενα της τέχνης» θυμίζει σήμερα στους Ιταλούς, ο δημοσιογράφος Φάμπιο Ίσμαν.

Γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1936 στην Πειραιά, ωστόσο ήδη από τo 1956 είχε επιλέξει ως δεύτερη πατρίδα την Ιταλία.

Αρχικά φοίτησε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης. Στη δεκαετία του 1960 αφιερώθηκε κυρίως στην ζωγραφική, επεκτείνοντας στη συνέχεια το έργο του και στην γλυπτική.

Οι κριτικοί τέχνης τον θεωρούσαν έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους της «arte povera».

«Η δική μου γενιά έφυγε από τα σύνορα, βγήκε έξω από το κάδρο, είχε πολλά όνειρα για την ζωή και την τέχνη. Θέλαμε με τις ιδέες μας να αλλάξουμε τον κόσμο. Είμαστε Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, γαλουχημένοι με αυτή την ιδέα, και όχι την ιδέα του χρηματιστηρίου», είχε πει ο Γιάννης Κουνέλλης το 2012, σε  δημόσια συζήτηση στο πλαίσιο  μιας από τις σπάνιες εκθέσεις του στην Αθήνα, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.

Χρησιμοποιούσε υλικά όπως ατσάλι, πέτρα, λινάτσα, κάρβουνο και μαχαίρια. Αντικαθιστούσε το τελάρο με πλαίσια κρεβατιών, κάσες κουφωμάτων και κρεμάστρες παλτών. Η κλίμακα ήταν πάντα συμβατή με το ανθρώπινο σώμα: Οι διαστάσεις του διπλού κρεβατιού ή ενός παραθύρου επαναλαμβάνονται σταθερά στα έργα του.

Επιστράτευε ακόμη και ζώα, όπως στην περίφημη εγκατάσταση με άλογα που παρουσίασε στη Ρώμη το 1969, επιχειρώντας να αμφισβητήσει το κατεστημένο των εικαστικών τεχνών.

Χρησιμοποιούσε φωτιά, χώμα και χρυσό για τον αλχημιστικό τους συμβολισμό ή καφέ και κάρβουνο ως αναφορές στο εμπόριο αλλά και ως χαρακτηριστικά στοιχεία του λιμανιού της γενέθλιας πόλης του.

Ο Κουνέλλης επιστράτευσε  ακόμη παλιά παπούτσια και ρούχα, αλλά και αντίγραφα θραυσμάτων από αρχαία γλυπτά για να αναφερθεί στις περίπλοκες και αντιφατικές διαστρωματώσεις της ταυτότητας.

Εκτός «χρηματιστηρίου»

Ο διεθνής Έλληνας εικαστικός, με το ριζοσπαστικό έργο, από τα «ταπεινά» υλικά της arte povera μετέτρεψε την ακαδημαϊκή αντίληψη του χώρου σε λαϊκό τοπίο: «Για να σωθεί σήμερα η ιδέα της τέχνης χρειάζονται ελεύθεροι καλλιτέχνες, εκτός χρηματιστηρίου, που θα πουν με θάρρος ‘όχι’. Που θα δώσουν μια νέα ιδέα στην ποιητική δημιουργία, όπως συνέβαινε παλιά στην Μονμάρτη».

Ερωτηθείς δε, για τον ουμανισμό που εκπέμπει το έργο του, ο ίδιος έχει πει: «Ο ουμανισμός τις τελευταίες δεκαετίες βρίσκεται σε κρίση. Απαιτεί πάντα ένα μέτρο, κι αυτό βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας: είναι ο Παρθενώνας. Κι αυτό είναι το μέλλον, δεν είναι το παρελθόν».

Στις ατομικές εκθέσεις του Γιάννη Κουνέλλη περιλαμβάνονται αυτές στην Ambika P3 (Λονδίνο, 2010) και το Today Art Museum του Πεκίνου το 2011, ενώ η Tate Modern του Λονδίνου τού έχει αφιερώσει ειδική αίθουσα.

Το 1994 ο Κουνέλλης έστησε μια σημαντική αναδρομική εγκατάσταση της δουλειάς των 30 τελευταίων ετών στο φορτηγό πλοίο  «Ιόνιον» στο λιμάνι του Πειραιά, οργανωμένη από το Ίδρυμα Ι. Φ. Κωστόπουλου. Μετείχε επίσης στην ομαδική έκθεση «Outlook» του 2003 στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, σε επιμέλεια του Χ. Ιωακειμίδη. Aπό το 1976 μέχρι σήμερα το έργο του παρουσιάστηκε αρκετές φορές  σε ατομικές εκθέσεις στην γκαλερί Bernier/Eliades.