Το τελευταίο θύμα της κλιματικής αλλαγής ενδέχεται να είναι η σοκολάτα. Το Διεθνές Κέντρο Τροπικών Καλλιεργειών (International Center for Tropical Agriculture -CIAT) εξέδωσε μια αναφορά που υποστηρίζει ότι η σοκολάτα θα αποτελέσει σύντομα ένα προϊόν πολυτελείας, προσιτό σε λίγα «πορτοφόλια», ενώ κρούει παράλληλα τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην καλλιέργεια του κακάου.

 
Σύμφωνα με το econews.gr, το Διεθνές Κέντρο Τροπικών Καλλιεργειών προειδοποιεί ότι καλλιέργειες και πρακτικές που εφαρμόζονται στον σημαντικότερο τόπο καλλιέργειας κακαόδεντρων, τη Δυτική Αφρική, κινδυνεύουν να καταστούν μη βιώσιμες. Πέραν τούτου, η αναφορά κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το γεγονός ότι το κακάο είναι καρπός ευαίσθητος στη θερμότητα και ως εκ τούτου μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,3 βαθμούς Κελσίου στη Δυτική Αφρική «θα καθιστούσε πολλές από τις φυτείες κακαόδεντρων της περιοχής ακατάλληλες για καλλιέργεια».
 
Στη Δυτική Αφρική απ’ όπου προέρχεται το 70% της παγκόσμιας παραγωγής κακάου καταστράφηκαν εκατομμύρια κακαόδεντρα μέσα στο 2011 σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η εξάπλωση ενός ιού. Στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, οι φυτείες στη λεκάνη του Αμαζονίου αφανίζονται εξαιτίας μυκητιάσεων.
 
Οι επιστήμονες αποδίδουν την καταστροφή των κακαόδεντρων και στην αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης σοκολάτας καθώς προκειμένου να ανταπεξέλθουν στη ζήτηση, οι παραγωγοί καλλιεργούν κακαόδεντρα σε «οριακές» περιοχές με συνέπεια να φυτρώνουν δέντρα ασθενικά περισσότερο ευάλωτα σε ασθένειες και ιούς.
 
Επιπλέον, πέρυσι, η ερευνητική οργάνωση Cocoa Research Association προειδοποίησε για την πενιχρή απόδοση του κακάου στους μικρούς αγρότες (80 σεντς ημερησίως), γεγονός που οδηγεί σε εγκατάλειψη των καλλιεργειών από τις τοπικές κοινότητες και σε μετανάστευση στα αστικά κέντρα.
 
Ελπιδοφόρα μηνύματα έρχονται ωστόσο από αγρότες, τόσο στη Βραζιλία όσο και στη Δυτική Αφρική, που υιοθετούν και εφαρμόζουν αειφόρες πρακτικές. Ορισμένοι πειραματίζονται στην καλλιέργεια κακαόδεντρων μέσα στο τροπικό δάσος, μια πρακτική που συνεπάγεται μεν μικρότερο αριθμό δέντρων αλλά απαιτεί λιγότερα φυτοφάρμακα, ενώ και το έδαφος είναι πιο πρόσφορο.