H καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΠΤΔΕ) του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, Δήμητρα Κογκίδου, μιλά στο tvxs.gr και στην Αναστασία Καλαφάτη για το φύλο, την ταυτότητα στην παιδική ηλικία και για την αντισεξιστική εκπαίδευση σε ένα δημοκρατικό σχολείο. 

• Η άποψη πως κάθε άνθρωπος βιώνει τη μια και μοναδική ταυτότητα του φύλου του έχει παρέλθει και συζητούμε πια για την κατασκευή πολλαπλών ταυτοτήτων του φύλου κάθε ανθρώπου. Πώς αντιλαμβάνεται ένα παιδί αυτήν την κατασκευή;

Ο «ανδρισμός» ή «θηλυκότητα» περιλαμβάνουν μια ποικιλία και ένα εύρος έμφυλων εμπειριών και  είναι πιο σωστό να αποδοθούν στον πληθυντικό καθώς έτσι  αναδεικνύεται πιο καλά η κοινωνικο/πολιτισμική κατασκευή και έκφρασή τους, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύονται και οι διαφορές στο εσωτερικό του κάθε φύλου (δεν είναι όλοι οι άνδρες ίδιοι, ούτε όλες οι γυναίκες). Οι μορφές ανδρισμού και θηλυκότητας  διαμορφώνονται μέσα από τις εμπειρίες και τις προσδοκίες σε κοινωνικο-πολιτισμικές κατηγορίες, όπως αυτές της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της (υπο)κουλτούρας, της εθνότητας, του σεξουαλικού προσανατολισμού, των σωματικών δεξιοτήτων, της θρησκείας, της εθνότητας, κ.λπ. Οι κατηγορίες αυτές διαμορφώνουν το υποκείμενο, αλλά παράλληλα και το υποκείμενο τις διαμορφώνει.  Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να μιλάμε για τον ανδρισμό και την θηλυκότητα σαν κάτι που όλοι οι άνδρες και όλες οι γυναίκες σε όλες τις κοινωνίες,  στο παρόν και στο παρελθόν, μοιράζονταν και μοιράζονται από κοινού. Αυτό που θεωρείται ως «ανδρικό» ή «γυναικείο» εξαρτάται από την έμφυλη τάξη πραγμάτων του συγκεκριμένου χωρο-χρονικού πλαισίου αναφοράς, μπορεί να αμφισβητηθεί και να  τροποποιηθεί.

Η αποδοχή αυτή της  πολλαπλότητας και της πολυμορφίας στο εσωτερικό του κάθε φύλου μας οδηγεί  στο όραμα της ισότητας. Πως γίνεται αυτό; Αναφέραμε παραπάνω ότι ο ανδρισμός και η θηλυκότητα κατανοείται  με τις πολλαπλές και ρευστές μορφές του και συνεπώς υπόκειται σε αλλαγές.  Αποτελούν κοινωνικές κατασκευές και στο βαθμό που δομούνται κοινωνικοπολιτισμικά  και εξαρτώνται από το πλαίσιο αναφοράς τους μπορούν και να αποσυντίθενται, να αμφισβητούνται και να αναδομούνται. Το γεγονός ότι υπόκεινται σε αλλαγές και μετατροπές, μας προσφέρει νέες προοπτικές, τόσο για τη θεωρητική σκέψη, όσο και για την πολιτική πράξη. Στην αποδοχή της  πολλαπλότητας και πολυμορφίας στο εσωτερικό του κάθε φύλου εντοπίζεται και η ελευθερία των υποκειμένων, τα οποία έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε πολλαπλές υποκειμενικότητες.  Και αυτό είναι που μας οδηγεί και στο όραμα της ισότητας των φύλων.  Κατά συνέπεια, η αποδόμηση των έμφυλων στερεοτύπων μπορεί να μας οδηγήσει σε μια  μη-ιεραρχημένη με βάση το φύλο κοινωνία όπου θα κυριαρχούν άλλες αξίες.

Καθώς λοιπόν το φύλο  δεν είναι δεδομένο και αυτονόητο το σχολείο ως θεσμός αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα πολιτισμικά πλαίσια μέσα στο οποίο δομούνται και αναπαράγονται νοήματα και πρακτικές που διαμορφώνουν και αναπαράγουν  τις έμφυλες  ταυτότητες των μαθητών/μαθητριών. Ο τρόπος όμως που οι μαθητές μαθαίνουν να είναι αγόρια και οι μαθήτριες κορίτσια στο πλαίσιο του σχολείου δεν είναι παθητικός, δηλ. είναι ενεργά υποκείμενα σε αυτή τη διαδικασία, διαπραγματεύονται με το περιβάλλον του σχολείου και συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση των έμφυλων ταυτοτήτων τους. Η συγκρότηση αυτών των ταυτοτήτων είναι μια διαδικασία στην οποία συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες.

• Το σχολείο, ως πολιτισμικό πλαίσιο κατασκευής των έμφυλων ταυτοτήτων, απλά αναπαράγει στερεότυπα που αφορούν στα φύλα ή συμβάλλει στον έμφυλο κοινωνικό μετασχηματισμό;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα  έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία αν λάβουμε υπόψη μας το θεσμικό πλαίσιο και τη ρητορεία των τελευταίων δεκαετιών για την ισότητα των φύλων και τον διακηρυγμένο στόχο του σχολείου για την πλήρη και ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών και των μαθητριών. Το εκπαιδευτικό σύστημα, παρά τις προθέσεις του, δεν κατορθώνει να εκπληρώσει στην πράξη την υπόσχεση της έμφυλης συμμετρίας. Τα ερευνητικά δεδομένα δεν μας αφήνουν πολλά περιθώρια να υποστηρίξουμε ότι οι μέχρι τώρα προσπάθειες έφεραν σημαντικά αποτελέσματα. Περιορίζει μαθητές και μαθήτριες σε ένα πλαίσιο με Λόγους σεξιστικούς και  ομοφυλοφοβικούς – που αποτελούν και στοιχεία της ευρύτερης κοινωνίας - γεγονός που  ενέχει σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις καθώς παράγει, συντηρεί και αναπαράγει την έμφυλη ανισότητα και ασυμμετρία.

Αυτό γίνεται  μέσω των αναλυτικών προγραμμάτων, της οργάνωσης και διοίκησης, του παιδαγωγικού υλικού, του κρυφού αναλυτικού προγράμματος κ.ά. Υπάρχουν πολλές μελέτες που αναδεικνύουν τον τρόπο, τα μέσα και τις πρακτικές που οι εκπαιδευτικοί θεσμοί συντηρούν και αναπαράγουν την άνιση θέση των φύλων στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και τις εξουσιαστικές σχέσεις ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες.

Για παράδειγμα, ένα μέρος του κρυφού αναλυτικού προγράμματος ‘‘διδάσκει’’ στα αγόρια και τα κορίτσια για τη θέση των ανδρών και των γυναικών στην αγορά εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, οι μαθήτριες και οι μαθητές παίρνουν πολλά μηνύματα από:

• Την κοινωνική παραδοχή για την καταλληλότητα της διδασκαλίας για τις γυναίκες, ιδιαίτερα για τα μικρά παιδιά
• Την προσδοκία ότι οι άνδρες εκπαιδευτικοί είναι πιο αποτελεσματικοί στο τομέα της πειθαρχίας
• Τις διαφοροποιήσεις στην κατανομή ανδρών/γυναικών στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης και  στις ειδικότητες, τη μικρή εκπροσώπηση  των γυναικών στη διοικητική ιεραρχία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης καθώς και  άλλων θεσμών της εκπαίδευσης – συμπεριλαμβανομένων και των συνδικαλιστικών οργάνων.

Επιπλέον,  στην Ελλάδα, δεν έχουμε να επιδείξουμε σοβαρά δείγματα πολιτικής βούλησης για την ανάληψη  εγχειρημάτων έμφυλης συμμετρίας, αν και η σχετική τεχνογνωσία σταδιακά αυξάνεται. Το έλλειμμα αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις γιατί η ύπαρξη κάθε μορφής σεξιστικής και ρατσιστικής ιδεολογίας στο χώρο της εκπαίδευσης αποτελεί σημαντικό  εμπόδιο στην επίτευξη βασικών στόχων του εκπαιδευτικού συστήματος.  Αποτελεί αντι-παιδαγωγική πράξη καθώς περιορίζει την ανάπτυξη των παιδιών μέσα από αυστηρές έμφυλες οριοθετήσεις. Ένα δημοκρατικό σχολείο και ανθρώπινο σχολείο προσβλέπει στη συμμετρία των φύλων,  ευαισθητοποιεί μαθητές και μαθήτριες σε αξίες, στάσεις και προσανατολισμούς ανθρωπιστικούς και δημοκρατικούς, δεν αναπαράγει και δεν ενισχύει την υπάρχουσα έμφυλη ανισότητα και ασυμμετρία.

Η έμφυλη  ασυμμετρία στον τομέα της εκπαίδευσης, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία, δεν είναι και ούτε θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ο σεξισμός  δεν μπορεί να έχει θέση μέσα στο δημοκρατικό  και ανθρώπινο σχολείο.  Αντίθετα, το σχολείο μπορεί να αποτελέσει  ένα προνομιακό πεδίο  προς την κατεύθυνση της άρσης του σεξισμού –σε συνεργασία και με άλλους θεσμούς- προς όφελος των ίδιων των υποκειμένων και γενικότερα  της κοινωνίας.  Μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο και να βρει τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να εκδηλωθούν και να εκφραστούν όλες οι πλευρές της ανθρώπινης υποκειμενικότητας των μαθητών και των μαθητριών.

• Οι δάσκαλοι/ες είναι εξοικειωμένοι/ες με την προβληματική των ζητημάτων φύλου και εκπαίδευσης;

Η ισότητα των φύλων στην εκπαίδευση είναι ένα από τα λιγότερο σημαντικά ζητήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής, παρόλο που θεωρείται αναγκαίο στοιχείο για τον εκδημοκρατισμό του εκπαιδευτικού συστήματος και της μεταρρύθμισης που αφορά στην ποιότητα της εκπαίδευσης. Η έλλειψη αυτή επηρεάζει, εν μέρει, και το επίπεδο της κατάλληλης τεχνογνωσίας για την επίτευξη αυτών των αλλαγών στον τομέα επιμόρφωσης και επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα ως προς ορισμένες διαστάσεις.

H εικόνα όσον αφορά στην έμφυλη διάσταση στην εκπαίδευση/μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική καθώς βρίσκεται στην αρχή της ανάπτυξής της σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχουν νησίδες που διαφοροποιούν αυτή τη γενική εικόνα. Για παράδειγμα, το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Α.Π.Θ. όπου εργάζομαι εντάσσεται στις εξαιρέσεις γιατί μια από τις καινοτομίες του, από την έναρξη της λειτουργίας του το 1986, ήταν η θεσμοθέτηση της μη-σεξιστικής αγωγής ως υποχρεωτικού γνωστικού αντικειμένου στο πρόγραμμα σπουδών του και η καθιέρωση μιας παράδοσης για φεμινιστικές επιστημονικές προσεγγίσεις  ή προβληματισμούς στο πλαίσιο αρκετών γνωστικών αντικειμένων. Η έμφυλη διάσταση στην εκπαίδευση συμπεριλαμβανόταν και στην μετεκπαίδευση που παρείχαμε στο Διδασκαλείο «Δημήτρης Γληνός» αλλά δυστυχώς το Υπουργείο «ανέστειλε τη λειτουργία» τους.

Τα προγράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών στην έμφυλη διάσταση πρέπει να συμβάλλουν – στο επίπεδο της θεωρίας και της πράξης – στην ανάπτυξη μιας μη σεξιστικής κουλτούρας. Αυτό μπορεί να γίνει και με την προσφορά σχετικών ειδικών μαθημάτων, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να διαχέεται και σε όλα τα αντικείμενα, σε όλο το σχεδιασμό και εφαρμογή του προγράμματος σπουδών, καθώς η βάση των γνώσεων για μια μη σεξιστική εκπαίδευση θεμελιώνεται σε θεωρίες για την ισότητα και τη διαφορά και εμπεριέχεται στο περιεχόμενο πολλών επιστημών. Η εφαρμογή της μη –σεξιστικής εκπαίδευσης προϋποθέτει στη πράξη την ύπαρξη ενός αντίστοιχου κλίματος το οποίο να στηρίζει την ισότητα των φύλων και μιας οργάνωσης της ακαδημαϊκής ζωής και γνώσης που θα στηρίζεται σε αυτές τις αρχές. Διαφορετικά, η έμφυλη διάσταση στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών περιορίζεται στην θεσμοθέτηση ορισμένων μαθημάτων στα προγράμματα σπουδών που ενδέχεται να «διδάσκονται» χωρίς διαφοποποιημένες παιδαγωγικές προσεγγίσεις ή χωρίς άλλες ριζοσπαστικές μεταβολές σε κανένα επίπεδο.

• Ποια θα μπορούσαν να είναι τα κύρια στοιχεία μιας αντισεξιστικής εκπαιδευτικής πολιτικής;

Κυρίαρχο στοιχείο  της αντι-(ετερο)σεξιστικής πολιτικής είναι η ανάπτυξη των δομών ενός νέου σχολείου που αμφισβητεί τις άνισες σχέσεις εξουσίας των φύλων και ενός αντίστοιχου αναλυτικού προγράμματος. Στο πλαίσιο της προσέγγισης αυτής δίνεται έμφαση στις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες και στον τρόπο που αυτή η άνιση σχέση εξουσίας μπορεί να οδηγήσει τα κορίτσια σε μειονεκτική θέση στο σχολείο. Έτσι, για παράδειγμα, ασκείται  κριτική στην κυριαρχία των ανδρικών αξιών   στα αναλυτικά προγράμματα και στους τρόπους αναζήτησης των  πηγών  της γνώσης, γίνεται προσπάθεια για τη δημιουργία νέων αντι-σεξιστικών αναλυτικών προγραμμάτων και διδακτικού υλικού για όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και όλα τα γνωστικά αντικείμενα, καθώς και νέων  διδακτικών προσεγγίσεων και μεθόδων αξιολόγησης. Επίσης, γίνεται προσπάθεια για αντικατάσταση ανδροκεντρικών  χαρακτηριστικών στην οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης με  πρακτικές που στηρίζονται στις αρχές της επικοινωνίας, της ανάπτυξης μιας δημοκρατικής ομαδικής διαδικασίας, της συνεργασίας, της διασύνδεσης της θεωρίας με την πράξη, καθώς και την ενίσχυση της δυνατότητας της ομάδας για συνεργασία με στόχο την προώθηση της κοινωνικής αλλαγής κ.ά.

Αν παρέχουμε στο σχολείο εναλλακτικούς Λόγους περί συμμετρίας φύλου, δηλ. που δε θα βασίζονται στην ιεράρχηση, και συνεπώς, στην υποτίμηση της γυναικείας υπόστασης, που δεν θα διχοτομούν και δεν θα ιεραρχούν τις έννοιες του "ανδρικού" και του "γυναικείου", τότε θα έχουν την ευκαιρία τα παιδιά από πολύ νωρίς να τοποθετηθούν υποκειμενικά μέσα σ' αυτούς, Καταυτόν τον τρόπο μαθητές και μαθήτριες μπορούν να   διαπραγματευτούν την ολόπλευρη ανάπτυξή τους και να συγκροτήσουν την έμφυλη ταυτότητά τους αμφισβητώντας τα στερεότυπα και τις πρακτικές του ηγεμονικού ανδρισμού και θηλυκότητας, αντιβαίνοντας τις αρχές της έμφυλης ιεράρχησης. Με τον τρόπο αυτό διαγράφεται ένα πεδίο παρέμβασης με βάση το πολιτικό όραμα για έμφυλο κοινωνικό μετασχηματισμό -όραμα με το οποίο συναρτώνται οι προοπτικές για ένα δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο για όλα τα παιδιά.

• Έχουν τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά εγχειρίδια "φύλο";

Τόσο τα αναλυτικά προγράμματα, όσο και τα σχολικά εγχειρίδια διαμορφώνονται μέσα στο πλαίσιο ενός πατριαρχικού παραδείγματος της ανθρώπινης κοινωνίας. Η γνώση που παρέχεται  είναι έμφυλη, με την έννοια του ποιο φύλο την παράγει και –το πιο σημαντικό – τι παράγεται.

Από τις  έρευνες καταδεικνύεται ότι τα ενδιαφέροντα, οι εμπειρίες και η οπτική των γυναικών παραλείπονται σε μεγάλο βαθμό από τα αναλυτικά προγράμματα και αυτό σημαίνει ότι τα κορίτσια /γυναίκες δεν μπορούν να αντλήσουν από καμιά παράδοση ή δεξαμενή γνώσης που να σχετίζεται με αυτά. Η γνώση δηλαδή που προσφέρεται μεροληπτεί υπέρ των ανδρών καθώς βασίζεται κυρίως στις δραστηριότητες και τα ενδιαφέροντά τους.  Με την έννοια αυτή, τα αναλυτικά προγράμματα έχουν φύλο και ενισχύουν και καταυτόν τον τρόπο ότι ο κόσμος είναι διαφορετικός για τα αγόρια και τα κορίτσια. 

Αν και το αναλυτικό πρόγραμμα είναι πλέον κοινό για αγόρια και κορίτσια, εντούτοις, μεταφέρει τη σημαντική συμβολική δομή του έμφυλου της γνώσης με τον ορισμό συγκεκριμένων περιοχών του ως ανδρικών ή γυναικείων. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι οι θετικές επιστήμες ορίζονται ως «ανδρικές» και συγκεντρώνουν άνδρες εκπαιδευτικούς, ενώ τα φιλολογικά μαθήματα είναι πιο «εκθηλυσμένα» και διδάσκονται κυρίως από γυναίκες εκπαιδευτικούς. Επίσης, το αναλυτικό πρόγραμμα προσφέρει στους/στις μαθητές/τριες πεδίο διαπραγμάτευσης των έμφυλων «ταυτοτήτων» τους, μέσω τοποθετήσεων που θα κάνουν σ’ αυτό. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένα μαθήματα, όπως αυτά των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας, προσδίδουν υψηλότερο κύρος έναντι άλλων και μέσω αυτών πολλά αγόρια διαπραγματεύονται τις ανδρικές τους «ταυτότητες».

Αναφέρω ενδεικτικά, τη σύνδεση ορισμένων γνωστικών αντικειμένων /μαθημάτων με κάποιο φύλο και την «προώθηση» των αγοριών και κοριτσιών σε αυτά με πολλούς τρόπους.  Για παράδειγμα, τα παιδιά μπορούν να βγάλουν πολλά συμπεράσματα για τη φύση ενός μαθήματος ανάλογα  με το φύλο του εκπαιδευτικού που το διδάσκει συνήθως. Είναι φυσικό να συνδέσουν τα παιδιά ορισμένες γνωστικές περιοχές με συγκεκριμένο φύλο όταν παρατηρούν ότι γυναίκες και άνδρες συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές του αναλυτικού προγράμματος και ότι υπάρχει διχοτομία ανάμεσα στα μαθήματα θεωρητικής και θετικής/τεχνολογικής κατεύθυνσης.  Επίσης, τα παιδιά μπορούν να βγάλουν πολλά συμπεράσματα όταν δίνεται έμφαση σε συγκεκριμένους τομείς γνώσης, όταν για παράδειγμα ενισχύονται και έχουν υψηλότερο κύρος «ανδροκρατούμενοι» κυρίως τομείς γνώσης (π.χ.  τα μαθηματικά και όχι τα εικαστικά). 

Ένα άλλο θέμα στο παραπάνω πλαίσιο που έχει διερευνηθεί αρκετά είναι αν υπάρχει ισότιμη πρόσβαση των δύο φύλων σε όλους τους τομείς του αναλυτικού προγράμματος – ένα θέμα για το οποίο έχουν σχεδιαστεί πολλές παρεμβάσεις και δεν είναι εύκολη υπόθεση καθώς το σχολείο μεταδίδει με πολλούς τρόπους τους κώδικες που είναι κατάλληλοι για κάθε φύλο και κατευθύνει τα παιδιά σε αυτές τις επιλογές.  Όπως, επίσης, και αν υπάρχουν γνωστικά αντικείμενα όπου παρά το τυπικά κοινό αναλυτικό πρόγραμμα διαφοροποιείται το περιεχόμενο ανάλογα με το φύλο (π.χ. φυσική αγωγή, τεχνικά /εικαστικά). Επίσης, έχουν  διερευνηθεί οι επιδόσεις των αγοριών και των κοριτσιών σε διαφορετικούς τομείς του αναλυτικού προγράμματος σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες για το φαινόμενο αυτό.

Συνοπτικά, τα παιδιά αντιδρούν στο αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου με βάση το φύλο το οποίο επηρεάζει τις στάσεις τους στα διάφορα γνωστικά αντικείμενα, το επίπεδο των κινήτρων τους, την αυτοπεποίθησή τους και την αυτοαντίληψή τους.  Το ζήτημα είναι πως αντιδρά  το σχολείο ως οργανωμένος θεσμός και οι εκπαιδευτικοί ατομικά στον τρόπο που προσεγγίζουν τα παιδιά το αναλυτικό πρόγραμμα. Υπάρχουν πολλές παρεμβάσεις στον τομέα αυτό στα εκπαιδευτικά συστήματα διεθνώς που έχουν αξιολογηθεί θετικά, άρα η κατάλληλη τεχνογνωσία δεν λείπει.

Αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα –και ιδιαίτερα με τη μορφή που πήραν στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο- συνοδευόμενες από αλλαγές στις μεθόδους και στα μέσα διδασκαλίας μπορούν να συμβάλλουν στην αποδόμηση των έμφυλων στερεοτύπων, στην εξάλειψη των ανισοτήτων και στην εξασφάλιση ισότιμης και δίκαιης εκπαίδευσης για αγόρια και κορίτσια.  Το αισιόδοξο στοιχείο στην περίπτωση της Κύπρου ήταν ότι όταν άρχισε το εγχείρημα υπήρξε και η πολιτική βούληση έτσι ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί αυτή η τεχνογνωσία. Επιπλέον, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση  στην Κύπρο είχε αναγάγει εξαρχής τη διάσταση του φύλου στην εκπαιδευτική διαδικασία σε προτεραιότητα. Έτσι ήταν ιδιαίτερη η χαρά μου όταν κλήθηκα να συμμετάσχω στην αρχική Συμβουλευτική Επιτροπή που μελέτησε τις πρώτες προτάσεις για τα ειδικά  ανά γνωστικό αντικείμενο προγράμματα με κριτήριο το φύλο και οι διαπιστώσεις μας λήφθηκαν υπόψη στην τελική διαμόρφωσή τους.

Τα σχολικά εγχειρίδια, και γενικότερα το εκπαιδευτικό υλικό, πέρα από γνώσεις και πληροφορίες είναι και φορέας ιδεολογίας, η οποία συχνά –συνειδητά ή ασυνείδητα- είναι σεξιστική. Τα σχολικά εγχειρίδια στη πλειοψηφία τους εξακολουθούν να αναπαράγουν έμφυλες ασυμμετρίες που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα παιδιά, καθώς τα στερεότυπα αναστέλλουν -και σε μεγάλο βαθμό ακυρώνουν -την απρόσκοπτη, ολόπλευρη και ελεύθερη ανάπτυξη των παιδιών και επιπλέον δεν συμβάλλουν γενικά στην προώθηση της των αξιών της ισότητας των φύλων στην κοινωνία.

Πολλές πρωτοβουλίες για την ισότητα των φύλων στην εκπαίδευση έχουν θέσει ως στόχο της προσπάθειας το διδακτικό υλικό και έχουν εφαρμοσθεί πολλά προγράμματα παρέμβασης στον τομέα αυτό με πολλούς στόχους. 

• Ποιος ο ρόλος του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο σήμερα; 

Θα απαντήσω έμμεσα στην ερώτησή σας με ένα παράδειγμα από το οποίο συνάγεται ότι χρειαζόμαστε ακόμα  τα φεμινιστικά κινήματα σήμερα.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα το trafficking, δηλαδή την παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων, θέμα αναπόσπαστα συνδεδεμένο με  την ανισότητα των φύλων. Η πλειονότητα του διακινούμενου πληθυσμού στο δυτικό κόσμο και στη χώρα μας είναι γυναίκες με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Το trafficking εκτός από εγκληματική παραβίαση των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων και έγκλημα, αποτελεί επιπρόσθετα και ακραία μορφή κοινωνικού αποκλεισμού. Πρόκειται δηλαδή για την απόλυτη παρεμπόδιση πρόσβασης σε δημόσια και κοινωνικά αγαθά, για την αφαίρεση της ίδιας της ιδιότητας του ανθρώπου από τα θύματα από τη στιγμή που μετατρέπονται σε ιδιοκτησία.

Στην ανάλυση του φαινομένου είναι σημαντικό να μη ξεχνάμε, επίσης, ότι η ζήτηση για σεξουαλικές υπηρεσίες έχει αναγνωριστεί  ως μια από τις κυριότερες αιτίες για τη διαιώνιση  της σωματεμπορίας και την ύπαρξη του trafficking γυναικών. Είναι γεγονός ότι στην κοινωνία μας  υπάρχει μεγάλη δυσκολία για ανάδειξη του στρατηγικού ρόλου που κατέχει ο άνδρας αγοραστής υπηρεσιών μέσα στην αλυσίδα της σωματεμπορίας. Υπάρχει μεγάλη απροθυμία για την ανακίνηση του   θέματος της ζήτησης για σεξουαλικές υπηρεσίες καθώς συνεπάγεται μεγάλο πολιτικό κόστος.

Επίσης, στο πλαίσιο αυτό σημαντικό ρόλο παίζουν  οι κοινωνικό-πολιτισμικές αντιλήψεις για τις γυναίκες και τους άνδρες και ειδικότερα οι κυρίαρχες αντιλήψεις για την  αντρική σεξουαλική επιθυμία ή ανάγκη που στη πράξη νομιμοποιούν στη κοινή συνείδηση  την πορνεία και την σωματεμπορία, απενοχοποιώντας τους άντρες  και μετατοπίζοντας τις κοινωνικές και νομικές ευθύνες

Πρόσφατα η Επίτροπος Διοικήσεως στην Κύπρο κ. Ελίζα Σαββίδου επανέφερε στη δημόσια συζήτηση σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων  την προοπτική ποινικοποίησης του πελάτη-αγοραστή σεξουαλικών υπηρεσιών. Παρόλο που προβληματίζεται ακόμα κατά πόσον θα πρέπει να ποινικοποιηθούν οι πελάτες των εκδιδομένων γυναικών (στο πρότυπο κάποιων χωρών όπως η Σουηδία και η Νέα Ζηλανδία), εντούτοις πιστεύει ότι: «Η εμπορία προσώπων δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά, ενόσω το σύστημα της πορνείας επιτρέπει σε άνδρες να αγοράζουν τις γυναίκες. Ενόσω εξακολουθεί να υπάρχει η ζήτηση για παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών, η εμπορία γυναικών θα συνεχίζει να τροφοδοτείται με τη συμμετοχή των προαγωγών, των διακινητών, των αγοραστών». 

Ταυτόχρονα στη Γαλλία ένα αντίστοιχο σχέδιο νόμου που πρόκειται να συζητηθεί σύντομα στη γαλλική Εθνοσυνέλευση στο οποίο  ποινικοποιείται η αγορά και όχι η προσφορά των σεξουαλικών υπηρεσιών προκαλεί έντονη συζήτηση.

Η μεγάλη ζήτηση των υπηρεσιών πορνείας μας προβληματίζει για την εικόνα της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία –πολύ περισσότερο όταν ελάχιστα ενοχλεί η ύπαρξη γυναικών - θυμάτων διακίνησης που χρησιμοποιούνται ως αντικείμενα και δεν έχουν κανένα δικαίωμα.  Αυτοί που χρησιμοποιούν τα θύματα του σύγχρονου δουλεμπορίου για τη σεξουαλική τους απόλαυση δεν γνωρίζουν ότι το «εμπόρευμα» που τους προσφέρεται υφίσταται καθημερινή βία; Επιπλέον, αυτό που είναι ανησυχητικό είναι ότι τα ποσοστά βίας προς τα θύματα  αυξάνονται κάθε χρόνο, καθώς όλο και περισσότεροι πελάτες θεωρούν ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα . Βέβαια σε αυτό έχουν μερίδιο ευθύνης και τα ΜΜΕ καθώς από τη μια μάχονται για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και ταυτόχρονα διαφημίζουν τις υπηρεσίες της καταναγκαστικής πορνείας εξοικειώνοντας την κοινωνία και νομιμοποιώντας στη συνείδηση των πολιτών την καταναγκαστική πορνεία.

Είναι σαφές ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν στην μη-αποτελεσματική καταπολέμηση της σωματεμπορίας γυναικών –πέρα από την έλλειψη πολιτικής βούλησης στον χειρισμό του θέματος. Μεταξύ αυτών είναι η έλλειψη  της  διάστασης  του φύλου σε πολιτικές και πρακτικές και οι κοινωνικό-πολιτισμικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα σχετικά με τον ρόλο των γυναικών και των αντρών στην κοινωνία γενικά. Και σε αυτό το πεδίο τόσο οι φεμινιστικές οργανώσεις, όσο και η αντισεξιστική εκπαίδευση μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο.