Αν και το ελεύθερο σχολείο Sudbury στις ΗΠΑ είναι ελάχιστο γνωστό στην Ελλάδα, λειτουργεί αρκετά χρόνια ακολουθώντας τις αρχές της δημοκρατικής εκπαίδευσης, της οποίας γνωστότερο εκπρόσωπο αποτελεί το σχολείο Summerhill στην Αγγλία.

Τα παιδιά είναι ελεύθερα να αξιοποιήσουν τον χρόνο τους, όπως επιθυμούν, παρακολουθώντας μαθήματα ή όχι, μαθαίνοντας με το δικό τους ρυθμό και τρόπο, ενώ αποφασίζουν τα ίδια για τους κανόνες λειτουργίες του σχολείου. Είναι άραγε ένα τέτοιο σχολείο αποτελεσματικό; Πώς λειτουργούν οι μαθητές του κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους αλλά και αργότερα στη μετέπειτα ζωή τους; Και εν τέλει τι κάνει ένα σχολείο αποτελεσματικό και πως πρέπει να κρίνουμε την αποτελεσματικότητα των σχολείων;

Σε αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει ο ψυχολόγος Peter Gray, ο οποίος ενδιαφέρθηκε ερευνητικά με το συγκεκριμένο σχολείο αλλά και τα δημοκρατικά σχολεία των Η.Π.Α. αφού έστειλε το παιδί του στο Sudbury.

Χωρίς δασκάλους, χωρίς τάξη, χωρίς εργασίες. Θα έστελνες το παιδί σου σε ένα τέτοιο σχολείο;

Στη αγροτική περιοχή της Μασαχουσέτης, όχι μακριά από την Βοστόνη, μία ομάδα 200 περίπου μαθητών όλων των ηλικιών είναι μέρος ενός ριζοσπαστικού πειράματος. Αυτοί οι μαθητές δεν παρακολουθούν κανένα μάθημα που δεν ζητούν ειδικά να διδαχθούν. Μπορούν να ξοδεύουν το χρόνο κάνοντας ότι θέλουν, εφόσον δεν είναι καταστροφικό ή εγκληματικό – να διαβάζουν, να παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια, να μαγειρεύουν, να ασχολούνται με την τέχνη. Υπάρχουν 11 ενήλικες, που ονομάζονται “μέλη του προσωπικού”. Κανείς τυπικά δεν έχει τον τίτλο του “δασκάλου”. Τα παιδιά καθιερώνουν τους κανόνες και επιβάλλουν τις τιμωρίες μέσω μίας δημοκρατικής διαδικασίας, στην οποίο κάθε μέλος της κοινότητας έχει μία ψήφο. Αυτό σημαίνει πως οι ενήλικες υστερούν αριθμητικά ως προς τα παιδιά σχεδόν 20 προς 1. Σε αντίθεση με τα περισσότερα ιδιωτικά σχολεία, οι μαθητές γίνονται δεκτοί ανεξάρτητα από τις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις.

Αυτήν την άνοιξη το Sundbury Valley School θα βρεθεί στο επίκεντρο του βιβλίου του Peter Gray, ψυχολόγου και καθηγητή στο κολλέγιο του Boston, ο γιος του οποίου ήταν στο Sudbury Valley τη δεκαετία του 1980. Εκείνη την περίοδο ο Gray ήταν καθηγητής και ερευνητής νευροβιολογίας και η δουλειά του επικεντρωνόταν στα βασικά ένστικτα των θηλαστικών. Στο εργαστήριο του εργαζόταν με αρουραίους και ποντίκια. Η εμπειρία του νεαρού γιού του, ο οποίος δυσκολευόταν στο σχολείο, τον έπεισε  να να αλλάξει εντελώς την πορεία της καριέρας του

“Ήταν σαφώς δυστυχισμένος στο σχολείο και πολύ αντιδραστικός” λέει ο Gray για τον γιο του σε μία τηλεφωνική συνέντευξη. Στην Δ’ τάξη ο γιός έπεισε τους γονείς του να τον στείλουν στον Sudbury. Ήταν φανερό από νωρίς πως το παιδί “ευδοκιμούσε” εκεί, αλλά ο πατέρας του “είχε αμφιβολίες για το αν μπορούσε κανείς να αποφοιτήσει από ένα τέτοιο ριζοσπαστικό σχολείο και να συνεχίσει στην ανώτατη εκπαίδευση”. Ο Gray ασχολήθηκε με την αναπτυξιακή και τη γνωστική ψυχολογία ώστε να κάνει μία έρευνα για τα αποτελέσματα του Sudbury. Τα αποτελέσματα τον εντυπωσίασαν. Ο Gray παρουσίασε το γιο του ως προικισμένο και με ευχέρεια λόγου. Το πρόβλημά του δεν ήταν πως να χειριστεί το υλικό, αλλά ο “χαμένος χρόνος” της κανονικής εκπαίδευσης με το ρυθμό του μέσου όρου και τις αυστηρές δομές, κατέληξε.

Αλλά δεν ήταν όλοι οι μαθητές και οι απόφοιτοι του Sudbury προικισμένοι μαθητές: “Κάποιοι είχαν διαγνωστεί με μαθησιακές δυσκολίες”. Και ενώ κάποιοι προέρχονταν από προνομιούχες οικογένειες με υποστηρικτικούς γονείς, οι οποίοι είχαν αναζητήσει μετά από σκέψη μία εναλλακτική εκπαίδευση, άλλοι γονείς ήταν απελπισμένοι. (Ο Gray σημειώνει πως όταν έκανε την έρευνά του οι περισσότεροι μαθητές έρχονταν από το δημόσιο σχολείο και όχι από ένα άλλο ιδιωτικό σχολείο). Αλλά φαινόταν πως οι περισσότεροι τα πήγαιναν καλά στο σχολείο και οι απόφοιτοι κατέγραφαν υψηλή ικανοποίηση αργότερα στη ζωή τους. Πώς οι μαθητές που ακολούθησαν ένα τέτοιο αλλοπρόσαλλο πρόγραμμα εμφανίζονται να είναι σχετικώς καλά προσαρμοσμένοι ενήλικες; Ο Gray άρχισε να ερευνά το γιατί.

***

Τίποτα δεν εξοργίζει περισσότερο τους γονείς από την ιδέα πως τα παιδιά τους θα μάθουν να κάνουν ή να λένε ή να σκέφτονται πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούν από ανθρώπους που δεν εμπιστεύονται. Ωστόσο, όσο διαφορετικοί και αν είναι οι γονείς το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν σε μερικά πράγματα. Μερικοί θα συμφωνήσουν πως τα σχολεία πρέπει να διδάσκουν αξίες και συμπεριφορές, όπως το να μοιράζεσαι, να σκέφτεσαι κριτικά ή να κατανοείς τους άλλους, και όχι απλώς δεξιότητες. Οι περισσότεροι θα ανέκριναν ένα πρόγραμμα που θα διδάσκει την προσωπική υπευθυνότητα. Ένα πολύ μεγάλο μέρος πιθανότατα θα πει επίσης πως είναι σημαντικό να καλλιεργείται η δημιουργικότητα και να επιτρέπεται στους μαθητές να ανακαλύπτουν τα ενδιαφέροντα τους.

Υπάρχουν σχολεία που εμφανίζονται να διδάσκουν άμεσα ακριβώς αυτές τις αξίες. Ονομάζονται δημοκρατικά σχολεία και οι περισσότεροι γονείς δεν θα σκεφτόντουσαν ποτέ να στείλουν τα παιδιά τους εκεί. Και αυτό διότι λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό, από τα ίδια τα παιδιά.

Αν και τα δημοκρατικά σχολεία ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό, η βασική ιδέα είναι η ίδια. Όταν φτάνει το ζήτημα της διοίκησης του σχολείου – είτε αφορά το να αποφασίσουν τι μαθήματα θα διδαχθούν είτε να θέσει απαγόρευση κυκλοφορίας- ο κανόνας λήψης αποφάσεων είναι “ένα άτομο, μία ψήφος”. Η ψήφος του δασκάλου μετράει όσο και του μαθητή, είτε ο μαθητής είναι 6 είτε 16. Και εφόσον στα περισσότερα σχολεία το σώμα του προσωπικού είναι μικρότερο από το σώμα των μαθητών, τα παιδιά κυριαρχούν όταν έρχεται η ώρα να ληφθούν αποφάσεις.

Σήμερα το παλαιότερο από όλα τα δημοκρατικά σχολεία είναι το Summerhill, ένα σχολείο – μεικτό οικοτροφείο, που ιδρύθηκε το 1921 από τον Βρετανό παιδαγωγό A.S. Neill. Άνοιξε μία εποχή που πολλά πειράματα της μποέμικης εκπαίδευσης ξεπηδούσαν – και αποτύγχαναν – στην Αγγλία. Αλλά το Summerhill ακόμα ευδοκιμεί με γύρω στους 100 μαθητές και με ευρεία διεθνή γκάμα του πληθυσμού. Το σχολείο πέρασε μία σκληρή τροποποίηση (μεταρρύθμιση;) το 1999 και το 2000 όταν παραλίγο να κλείσει εξαιτίας της διαμάχης του με το Ofsted, το Εθνικό σώμα αδειοδότησης σχολείων στη Βρετανία, αναφορικά με αυτό που οι επιθεωρητές περιέγραψαν ως αγενής και παραβατική συμπεριφορά των μαθητών. Μετά από μία μακρά δικαστική διαμάχη το σχολείο σώθηκε και, από το 2007 είχε επικυρωθεί για πρώτη φορά στην ιστορία του. Οι επιθεωρητές παρέδωσαν μία έκθεση που επαινούσαν τους μαθητές ως “ολοκληρωμένους, με αυτοπεποίθηση και ώριμους”.

Το Sudbury Valley είναι ως ένα βαθμό το Summerhill της Αμερικής, αν και είναι λιγότερο γνωστό εδώ από ότι το βρετανικό αντίστοιχο του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το κίνημα των “ελεύθερων σχολείων” στις Η.Π.Α. έφτασε στην κορύφωσή του στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τη δεκαετία του 1970. Σε ένα μεγάλο βαθμό, τα ιδεώδη του συμπλέχθηκαν με τους στόχους του αντιπολεμικού κινήματος, του κινήματος των μαύρων και άλλες ιδεολογίες της εποχής. Το ίδιο έκανε η αντι-κουλτούρα των σχολείων, αόριστα αναρχική ατμόσφαιρα. Ήταν σε αυτό το πλαίσιο, το 1968, που ένας καθηγητής της ιστορίας της επιστήμης στο Columbia αποφάσισε να αφήσει την πανεπιστημιακή του θέση και να ιδρύσει ένα ελεύθερο σχολείο στην αγροτική Μασσαχουσέτη. Εδώ και πάνω από τέσσερις δεκαετίες δίνει αθόρυβα και αποτελεσματικά πτυχία σε γενιές μαθητών. Το σχολείο είναι ελάχιστα γνωστό έξω από τους εκπαιδευτικούς κύκλους, αλλά δημιουργήθηκαν περίπου 20 σχολεία σε όλο τον κόσμο που λειτουργούν με τις (δημοκρατικές) αρχές του Sudbury.

Όταν ο Gray ξεκίνησε να μελετάει το Sudbury, οι πρώτοι μαθητές του σχολείου είχαν εδώ και αρκετό καιρό αποφοιτήσει. Τα ευρήματα από την έρευνά του για το Sudbury, αν και περιορισμένα, ενέπνευσαν τον Gray να μετατοπίσει το ερευνητικό του ενδιαφέρον στη μάθηση, το παιχνίδι και την εκπαίδευση. Είχε γίνει ένα θερμός υποστηρικτής τόσο του κινήματος της αποσχολειοποίησης όσο και των σχολείων Sudbury, τα οποία κυριαρχούν και τα δύο στο βιβλίο του Free to Learn. Συγκεκριμένα, τονίζει την αξία των κοινοτήτων μεικτών ηλικιών των σχολείων Sudbury –όπου παιδιά ηλικίας από 4 ως 18 συχνά αλληλεπιδρούν. “Τα μικρά παιδιά μαθαίνουν από τα μεγαλύτερα. Μαθαίνουν να διαβάζουν παίζοντας παιχνίδια και εμπλέκουν το διάβασμα με μεγαλύτερα παιδιά που μπορούν να διαβάσουν. Παίζουν πολύπλοκα παιχνίδια με κάρτες που δε θα μπορούσαν ποτέ να παίξουν μόνα τους.” Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία μαθητές ωφελούνται επίσης: “Μαθαίνουν πως να νοιάζονται και να γαλουχούν. Παίρνουν μία αίσθηση της δικής τους ωριμότητας.”

Για τα μικρότερα παιδιά, οι μεικτές ηλικίες αντικαθιστούν τη δυναμική δασκάλου-παιδιών. Τόσο η παραδοσιακή εκπαίδευση όσο και το Sudbury δουλεύουν σε κάποιο βαθμό γιατί εκμεταλλεύονται τη “ζώνη της επικείμενης ανάπτυξης”: το σύνολο των πραγμάτων που ένα παιδί μπορεί να κάνει με βοήθεια αλλά όχι χωρίς βοήθεια. Τα παιδιά μαθαίνουν, σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, όταν δουλεύουν με ένα πιο έμπειρο άτομο για να κατακτήσουν δεξιότητες στη δική τους ζώνη επικείμενης ανάπτυξής. Θεωρητικά, ένα σχολείο δε χρειάζεται να είναι δημοκρατικό για να επιτρέπει τις μεικτές ηλικίες, και μερικά μοντεσσοριανά σχολεία (για παράδειγμα) επιτρέπουν ένα περιορισμένο ποσοστό. Αλλά όπως ο Gray σημειώνει τα άκαμπτα, σύμφωνα με την ηλικία προγράμματα τα οποία χρησιμοποιούνται στα περισσότερα σχολεία κάνουν σχεδόν αδύνατη την ουσιαστική δημιουργία ομάδων παιδιών μεικτής ηλικίας. Αντιθέτως, ένα σχολείο Sudbury στο οποίο όλα τα παιδιά ήταν της ίδιας ηλικίας “απλά δε θα δούλευε”.

Κατά κάποιον τρόπο, είναι η δημοκρατική συνέλευση η οποία επιτρέπει στο σχολείο να λειτουργεί: Παίρνει ένα ενδεχόμενα άμορφο και χαοτικό στήσιμο και του δίνει δομή. Είναι ένας μηχανισμός για να αντιμετωπιστεί ο σχολικός εκφοβισμός (ο οποίος σχεδόν δεν υπάρχει στο Sudbury) και η διασπαστική συμπεριφορά όταν απλά μία προειδοποίηση από άλλο μαθητή δεν αποδίδει. Είναι επίσης, ένας τρόπος να εξελιχθούν πολύπλοκοι/εξεζητημένοι νόμοι για την κοινότητα. “Το σχολείο” λέει ο Gray “έχει ένα πολύ μεγάλο βιβλίο κανόνων”.

Δίνει και ένα παράδειγμα. “Πριν από μερικά χρόνια, υπήρχε ένας νεαρός έφηβος μαθητής που ερχόταν στο σχολείο με ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν με μία σβάστικα πάνω του. Και, επειδή ήταν προσβλητικό, οδήγησε στην επιθυμία να γίνει ένας κανόνας στη σχολική συνέλευση ο οποίος έλεγε ότι δε μπορούσες να έχεις μία σβάστικα πάνω στα ρούχα σου στο σχολείο”. Ο προτεινόμενος κανόνας ήταν η αφορμή για μία συζήτηση πάνω στα όρια της ελευθερίας του λόγου η οποία ήταν, κατά την άποψη του Gray, “ισάξια του Ανωτάτου Δικαστηρίου”.

Οι μαθητές/μαθήτριες γρήγορα έφτασαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα στον περιορισμό του λόγου και στις δημοκρατικές αξίες του σχολείου. “Υπήρχαν πολλοί και διάφοροι που συμμετείχαν, περισσότερο έφηβοι και προσωπικό, αλλά κάθε λίγο και λιγάκι ένα μικρότερο παιδί θα έλεγε κάτι και αυτό. Και αυτοί που δε μιλούσαν άκουγαν, συνεπαρμένοι, μάθαιναν για την ιστορία, για το Ναζισμό, γιατί το να φοράς μία σβάστικα είναι ασυνήθιστο, και γιατί ίσως είναι διαφορετικό από το να φοράς το σφυροδρέπανο”. Η συνάντηση τελικά αποφάσισε να περάσει τον κανόνα και οδήγησε με το πέρασμα του χρόνου σε έναν γενικότερο κανόνα που απαγόρευε τον λόγο μίσους (hate speech) στο σχολείο, και αναγνώριζε τη διαφορά μεταξύ του λόγου μίσους και του απλού ρητορικού λόγου.

***

Τα περισσότερα από τα σημαντικότερα δημοκρατικά σχολεία, που υπάρχουν σήμερα, έχουν καταγράψει καλά αποτελέσματα. Οι ιδρυτές του Sudbury ήταν ανυπόμονοι στο να διαδώσουν την επιτυχία των μαθητών τους στις απαιτήσεις του “πραγματικού κόσμου”. Ο Gray μου λέει πως η έρευνά του δείχνει πως περίπου το 75% των απόφοιτων του Sudbury συνέχισε σπουδές στο κολέγιο και και αυτοί που δεν πήγαν ανέφεραν ότι έχουν ικανοποιημένες ζωές.

Το μέτρο της επιτυχίας εξαρτάται εν μέρει από το τι θεωρείται μία καλή ζωή. Όταν το Summerhill – το διάσημο βρετανικό ελεύθερο σχολείο – γιόρτασε τα 90 του χρόνια το 2011, η Guardian μάζεψε σκέψεις μιας χούφτας αποφοίτων του. (Οι Βρετανοί, οι οποίοι έχουν μία παράδοση στα αυστηρώς ιεραρχημένα σχολεία, εντυπωσιάστηκαν από το Summerhill πρακτικά από την ίδρυση του). Ανάμεσα στην ομάδα ήταν αρκετοί καλλιτέχνες, ένας οδοντογιατρός και ένας συγγραφέας και πολλοί σχολίαζαν πως η εκπαίδευσή τους τους έκανε “να αγαπούν να είναι ο εαυτός τους”.

Όπως παραδέχτηκε ο Gray στη συνέντευξή μας είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ποιοι άλλοι παράγοντες πέρα από το σχολείο επέδρασαν στην επιτυχία αυτών των μαθητών. Οι γονείς, οι οποίοι μετά από έρευνα έστειλαν τα παιδιά τους σε ένα τέτοιο ασυνήθιστο σχολείο, πιθανότατα έδωσαν στα παιδιά τους ένα προβάδισμα σε σύγκριση με λιγότερο προσεκτικούς γονείς, οι οποίοι ξόδεψαν λίγη ενέργεια στην επιλογή του σχολείου ή είχαν λιγότερο χρόνο να εστιάσουν σε αυτό. Και με ετήσια δίδακτρα 7,800$ (ανάλογα και με τον αριθμό των παιδιών) πολλοί μαθητές που πήγαν στο Sudbury ήταν σχετικά προνομιούχοι οικονομικά.

Συγγραφείς, όπως ο Jonathan Kozol, έχουν ισχυριστεί πως τα παιδιά από οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα έχουν επωφεληθεί από τις μεθόδους της εναλλακτικής εκπαίδευσης όσο και τα πλούσια. Ωστόσο, το ερώτημα της εφαρμογής είναι δύσκολο και τα δεδομένα της αποτελεσματικότητας των δημοκρατικών σχολείων είναι κυρίως ανεπίσημα και ως εκ τούτου υποκειμενικά. Εφόσον, η δημοκρατική εκπαίδευση δεν έχει ποτέ δοκιμαστεί σε ευρεία κλίμακα με παιδιά με μη προνομιούχα ή προβληματική προέλευση, είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ακριβώς πως θα λειτουργούσε για αυτά.

Όπως και με όλη την εκπαίδευση, το αν η δημοκρατική εκπαίδευση ταιριάζει σε σένα μπορεί να εξαρτάται από τι ιεραρχείς ψηλότερα. Θα προτιμούσες το παιδί σου να προετοιμαστεί ώστε να γίνει οικονομικά και κοινωνικά επιτυχημένος ή προτιμάς να είναι ένας ιδιαίτερος στοχαστής; Θα δίδασκες το παιδί σου να λειτουργεί επιτυχώς στις γραφειοκρατικές δομές του πραγματικού κόσμου ή θα προτιμούσες να μάθει να συμμετέχει σε μία σχεδόν ουτοπική δημοκρατία; Δεν είναι μία επιλογή ή το ένα ή το άλλο, αλλά τα δημοκρατικά σχολεία προωθούν κυρίως τις τελευταίες αξίες. Ακόμα και μερικοί γονείς και δάσκαλοι, που θεωρούν τον εαυτό τους προοδευτικό, πιστεύουν πως από τα σχολεία λείπει η ισορροπία. Θα μπορούσε να ασκηθεί κριτική στο μοντέλο του Sudbury επειδή δεν διδάσκει στα παιδιά τα βασικά που χρειάζονται να μάθουν, ώστε να λειτουργούν ως ενήλικες. Ωστόσο, οι υποστηρικτές θα πουν ότι τα περισσότερα παιδιά θα καταλήξουν να μάθουν μόνα τους τις δεξιότητες που χρειάζονται για να λειτουργήσουν έτσι κι αλλιώς. Θα μπορούσαμε επίσης, να επιχειρηματολογήσουμε ότι, σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο, μία σίγουρη κοινή βασική γνώση μας βοηθά να γίνουμε άνθρωποι (ή Αμερικάνοι) και ότι οι μαθητές του Sudbury το χάνουν αυτό. (Αυτό είναι η κοινωνική ηθική πίσω από τα βασικά προγράμματα σπουδών στα πανεπιστήμια, για παράδειγμα, και ένα εντελώς αντίθετο στη φιλοσοφία του Sudbury).

Το Sudbury επιβίωσε αλλά τα περισσότερα δημοκρατικά σχολεία που ιδρύθηκαν στα 1960 και 1970 στις Η.Π.Α. απέτυχαν. Σε ένα άρθρο που ο Gray συνέγραψε το 1986, μαζί με το μέλος του προσωπικού του Sudbury, David Chanof, αναρωτήθηκαν το γιατί:

Είναι αλήθεια ότι πολλά αποκαλούμενα ελεύθερα σχολεία ξεκίνησαν το 1960 και 1970 και τα περισσότερα απέτυχαν ως ιδρύματα. …Οι άνθρωποι δεν ήθελαν να ρισκάρουν με τα παιδιά τους. Όταν οι γονείς και τα παιδιά βλέπουν αυτά τα παιδιά, γνήσια να τους δίνεται η ευκαιρία, δεν επιλέγουν να ασχολούνται με δραστηριότητες που όλοι θεωρούν ως “σχολικές δραστηριότητες” γίνονται δικαιολογημένα νευρικοί. “Τι θα γίνει αν το παιδί μου μείνει πίσω και δεν τα καταφέρει να αναπληρώσει το χαμένο έδαφος; Ίσως να γίνεται κακομαθημένο σε αυτό το σχολείο, να αναπτύσσει συνήθειες τεμπελιάς, απουσία πειθαρχίας. Ίσως να μην τα καταφέρει να μπει σε ένα κολέγιο, να πιάσει δουλειά. Η ζωή του ίσως να καταστραφεί.” Για πολλούς λόγους, το παραδοσιακό σχολικό σύστημα ίσως να μην είναι ελκυστικό, αλλά είναι γνωστό και το γνωστό είναι λιγότερο τρομακτικό από το άγνωστο. Το γεγονός είναι ότι στις Η.Π.Α. σήμερα έχουμε σχεδόν κανένα μοντέλο ανθρώπων που να τα έχουν “καταφέρει” χωρίς το παραδοσιακό σχολικό σύστημα. Συνεπώς, έχουμε μία βασανιστική αίσθηση ότι τέτοιο σχολικό σύστημα, ό,τι ελαττώματα κι αν έχει, πρέπει να είναι το ένα από τα απαραίτητα συστατικά της επιτυχίας. …

Και έτσι, όταν ένα εναλλακτικό σχολείο ξεκινά να μη μοιάζει σε τίποτα με σχολείο, (αυτό συμαβαίνει όταν γίνεται στην πραγματικότητα “εναλλακτικό”) εκλαμβάνεται από τους ενήλικες (και πολλά παιδιά, επίσης) ότι αποτυγχάνει και τότε ή κλείνει ή τροποποιείται.

Πολλοί συμφωνούν ότι η γενιά των Αμερικανών που είναι τώρα έφηβοι και στα 20 τους είχαν την πιο υπερ-επιτηρημένη και την πιο υπερ-δομημένη παιδική ηλικία στην ιστορία των Η.Π.Α. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε αν αυτές οι μόδες θα συνεχιστούν, ή αν αυτοί οι νέας γενιάς γονείς θα αντιδράσουν στην δική τους πειθαρχημένη ανατροφή με το να γίνουν περισσότερο μη παρεμβατικοί. Αν μεγαλώσουν απεχθανόμενοι τον τρόπο με τον οποίο ανατράφηκαν, τα δημοκρατικά σχολεία ίσως να φανούν πολύ ελκυστική επιλογή για τα παιδιά τους.

* Αναδημοσίευση από το Δίκτυο Κριτικής στην Εκπαίδευση

Πηγή: No Teachers, No Class, No Homework; Would You Send Your Kids Here?