Σενάριο 1: Η Ελένη είναι 15 ετών, μαθήτρια της Α΄ Λυκείου. Αντιμετωπίζει δυσκολίες στα μαθηματικά και οι γονείς για να την βοηθήσουν, αποφάσισαν να κάνει ιδιαίτερο μάθημα με έναν καθηγητή μαθηματικών που τους σύστησαν ως πολύ καλό. Στο πρώτο μάθημα, ο καθηγητής έσκυβε πολύ κοντά δίπλα στην Ελένη καθώς της έδειχνε τις ασκήσεις. Της έπιασε το χέρι σφιχτά για να την επιβραβεύσει για μια σωστή απάντηση. Στο δεύτερο μάθημα της είπε πόσο του άρεσε το άνοιγμα στο μπλουζάκι της. Τη ρώτησε- «αστειευόμενος»- αν τα αγόρια στο σχολείο της κάνουν σχόλια για  το στήθος της. Όταν η Ελένη κοκκίνισε από ντροπή, ο καθηγητής γέλασε και της είπε ότι συμπεριφέρεται σαν παιδί. Στο τρίτο μάθημα, την πλησίασε ενώ έγραφε, της χάιδεψε τα μαλλιά και της είπε ότι νιώθει την ακατανίκητη επιθυμία να την φιλήσει γιατί είναι το πιο όμορφο κορίτσι που έχει συναντήσει. Της είπε ότι έχει αρχίσει να την ερωτεύεται και ότι πρώτη φορά του συμβαίνει κάτι τέτοιο με μαθήτριά του και ότι φυσικά δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να το πει στους γονείς της.

Σενάριο 2: Η Μαρία είναι 16 ετών μαθήτρια της Β΄ Λυκείου. Εδώ και 4 χρόνια, παίζει βόλεϊ σε τοπική ομάδα κοριτσιών. Πρόσφατα ήρθε στην ομάδα καινούριος προπονητής. Μετά την προπόνηση, ζήτησε από τη Μαρία να μείνει παραπάνω για να συζητήσει μαζί της ιδιαίτερα. Την επαίνεσε για τις ικανότητες της στο άθλημα και της υποσχέθηκε ότι θα την βοηθήσει να διακριθεί. Της πρότεινε να την πάει στο σπίτι της με το αυτοκίνητο. Όταν η Μαρία αρνήθηκε λέγοντας ότι μένει πολύ κοντά, ο προπονητής επέμεινε. Στη διαδρομή,  της πρότεινε να βγουν οι δυο τους για καφέ μετά την επόμενη προπόνηση. Της είπε να κρατήσει την πρότασή του μυστική από τις συμπαίκτριές της για να μην θεωρήσουν ότι την ευνοεί  και από τους γονείς της γιατί δεν χρειάζεται να ξέρουν όλες τις κινήσεις της αφού τώρα πια η Μαρία είναι μεγάλη και μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα.

Σενάριο 3: Η Κατερίνα είναι 17 ετών μαθήτρια της Γ΄ Λυκείου. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν 5 ετών και από τότε ζει με τη μητέρα της. Πρόσφατα  εγκαταστάθηκε στο σπίτι τους ο σύντροφος της μητέρας με το οποίο διατηρεί σχέση εδώ και ένα χρόνο. Η Κατερίνα δεν είχε πρόβλημα με αυτή την εξέλιξη γιατί ο Τάκης της είναι συμπαθής και χαίρεται για την μητέρα της. Μια μέρα η Κατερίνα δεν πήγε σχολείο γιατί ήταν άρρωστη. Η μητέρα της ήταν στη δουλειά και ο Τάκης έμεινε στο σπίτι γιατί η βάρδια στη δουλειά του ήταν απόγευμα. Της έφερε τσάι στο δωμάτιό της και κάθισε στο κρεβάτι της. Έπιασε το μέτωπό της για να δει αν έχει πυρετό και μετά έβαλε το χέρι του μέσα απ’ το μπλουζάκι της για να δει αν είναι ζεστή. Της χάιδεψε όλο το πάνω μέρος του σώματος. Την επόμενη φορά που οι βάρδιες της μητέρας της και του Τάκη ήταν αντίθετες,  ο Τάκης είπε στην Κατερίνα ότι δεν μπορεί να ξεχάσει την αίσθηση του σώματός της. Της ζήτησε να ακουμπήσει το στήθος της. Η Κατερίνα τα έχασε και του αρνήθηκε. Ο Τάκης επέμεινε και επιχείρησε να την αγγίξει.  Λίγο αργότερα  της υποσχέθηκε να της δώσει τα χρήματα για τις ακριβές μπότες που η μητέρα της, της είχε αρνηθεί λίγες μέρες πριν. Της ζήτησε να τα κρατήσει όλα αυτά μυστικά από τη μητέρα της, λέγοντάς της πως η σχέση του με τη μητέρα της είναι πολύ ιδιαίτερη και δεν θα ήθελε να τη χάσει, ενώ ταυτόχρονα θα μπορούσαν και οι δυο τους να έχουν τη δική τους ιδιαίτερη σχέση.

Σύμφωνα με το νόμο (Ν.3896/2010), σεξουαλική παρενόχληση είναι οποιαδήποτε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα που αποσκοπεί ή έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος. Κάθε είδους πράξη με σεξουαλικές αποχρώσεις ανάμεσα σε παιδί και ενήλικα καθώς και η επιδίωξη σεξουαλικής δραστηριότητας μέσω πίεσης, εξαναγκασμού ή προσφοράς ανταλλαγμάτων, συνιστά παραβίαση της γενετήσιας και σεξουαλικής ελευθερίας του παιδιού και ορίζεται ως  σεξουαλική παρενόχληση.

Το κοινό στοιχείο και στα τρία παραπάνω σενάρια είναι η σεξουαλική παρενόχληση έφηβου κοριτσιού από ενήλικα με τον οποίο η έφηβη σχετίζεται.

Δυστυχώς, τα σενάρια αυτά δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα. Γνωρίζουμε από σχετικές μελέτες και αναφορές της Αστυνομίας ότι, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων σεξουαλικής παρενόχλησης, ο θύτης είναι άτομο από το περιβάλλον του παιδιού και όχι κάποιος άγνωστος. Πολύ συχνά μάλιστα πρόκειται για άτομο με το οποίο το παιδί σχετίζεται και είναι «υπεράνω κάθε υποψίας«. Πρόκειται δηλαδή για πρόσωπα εμπιστοσύνης  στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού, όπως ένας γονέας ή σύντροφος του γονέα, προπονητής, δάσκαλος, συγγενής ή οικογενειακός φίλος.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς αισθάνονται τα κορίτσια που πρωταγωνιστούν στα σενάρια αυτά. Νιώθουν πολύ μπερδεμένα και βασανίζονται από άγχος και ενοχές. Αναρωτιούνται μήπως δεν πρέπει να φοράνε «προκλητικά» ρούχα γιατί έτσι προκαλούν το σεξουαλικό ενδιαφέρον των ανδρών. Αναρωτιούνται ποια στοιχεία της εμφάνισης, της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς τους είναι αυτά που οδηγούν τους άντρες να τους φέρονται με τέτοιο τρόπο. Είναι πιθανό ακόμα να νιώθουν ενοχές, ντροπή και θυμό στην περίπτωση που κολακεύτηκαν από τα σχόλια και το ενδιαφέρον των ενήλικων ανδρών. Αναρωτιούνται αν οι γονείς θα τις πιστέψουν και αν θα τις κατηγορήσουν γι αυτό που συνέβη. Φοβούνται για την αντίδραση των γονέων  και του ατόμου που τις παρενόχλησε. Φοβούνται και για τις συνέπειες που θα έχει η αποκάλυψή τους στην οικογενειακή ζωή, στις σχέσεις με τους ενήλικες και τους συνομήλικους, στην καθημερινότητά τους.

Η έκβαση των σεναρίων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν τα κορίτσια θα αποκαλύψουν έγκαιρα την παρενόχληση σε κάποιον ενήλικα.

Ενδείξεις

Όσο τα κορίτσια δεν βρίσκουν το θάρρος να αποκαλύψουν την παρενόχληση, συνεχίζουν να υποφέρουν σιωπηλά μέσα στην καθημερινότητά τους. Κατηγορούν τον εαυτό τους γι αυτό που συνέβη, αισθάνονται υπεύθυνα και αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Αισθάνονται ενοχή για το ότι δεν απέτρεψαν την παρενόχληση και πιστεύουν ότι με κάποιο τρόπο την προκάλεσαν τα ίδια.

Στο μεταξύ, αφού δεν μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά για ό, τι συνέβη, τα κορίτσια μπορεί να εξωτερικεύουν τα συναισθήματά τους και την πίεση που δέχονται με έμμεσους τρόπους. Ένα κορίτσι που έχει υποστεί ή και εξακολουθεί να υφίσταται σεξουαλική παρενόχληση είναι πιθανό να εμφανίσει αλλαγές στην προσωπικότητα και στη συμπεριφορά και μεταπτώσεις στη διάθεσή της οι οποίες θα πρέπει να αποτελέσουν μηνύματα για τους γονείς. Μπορεί να  εμφανίσει επιθετικότητα, υπερκινητικότητα, θυμό, ανησυχία, έντονο άγχος, φοβίες, καταθλιπτικό συναίσθημα ή ακόμα και αυτοκτονικό ιδεασμό. Μπορεί να εκφράζεται με αρνητικό ή και υποτιμητικό τρόπο για τον εαυτό της.

Μπορεί να αποσύρεται, να κλείνεται στον εαυτό της, να αρχίσει να αποφεύγει την παρέα και την επαφή με τους ενήλικες και τους συνομηλίκους στο άμεσο περιβάλλον της. Μπορεί να εμφανίσει ανεξήγητη και υπερβολικά επαναστατική συμπεριφορά και τάσεις φυγής από το σπίτι. Ταυτόχρονα μπορεί να δείχνει μειωμένο ενδιαφέρον για την σχολική ζωή και τις ακαδημαϊκές της υποχρεώσεις και να κάνει συχνές απουσίες στο σχολείο με αποτέλεσμα οι σχολικές της επιδόσεις να μην αντιστοιχούν στο προφίλ, τις δυνατότητές της και την προηγούμενη σχολική της πορεία. Μπορεί ακόμα ένα κορίτσι να εμφανίσει προβλήματα στον ύπνο, όπως για παράδειγμα αϋπνία, διαταραγμένο ή διακοπτόμενο ύπνο και συχνούς εφιάλτες. Τέλος, μπορεί να καταφύγει σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές όπως για παράδειγμα κατάχρηση ουσιών ή αυτοτραυματισμό και διατροφικές διαταραχές.

Αντιμετώπιση

Προσπαθήστε να μπείτε στη θέση της κόρη σας για να κατανοήσετε τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις της. Το παιδί σας είχε υποστεί συναισθηματικούς εκβιασμούς ή ακόμα και απειλές και εκφοβισμό προκειμένου να  κρατήσει μυστική την παρενόχληση. Δεν ήταν καν σίγουρη για το αν αυτό που συνέβαινε ήταν πράγματι «κακό» αφού ένας ενήλικας που το περιβάλλον της εμπιστεύεται την διαβεβαίωνε για το αντίθετο. Φανταστείτε λοιπόν το θάρρος που χρειάζεται για να προβεί στην αποκάλυψη της παρενόχλησης.

Είναι φυσικό, σε πρώτη φάση, η έφηβη να έχει αποκτήσει μια γενική καχυποψία και μια δυσκολία στο να εμπιστεύεται τους ανθρώπους γύρω της. Μην ξεχνάτε ότι η εφηβεία είναι η πιο κρίσιμη φάση της ζωής για τη διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας. Είναι πιθανό, ως συνέπεια της παρενόχλησης, η έφηβη να εσωτερικεύσει το συναίσθημα ότι η σεξουαλική έκφραση είναι κάτι κακό και επικίνδυνο ή ακόμα και αηδιαστικό. Είναι ακόμα πιθανό να αναπτύξει ταυτόχρονα ένα φόβο σύνδεσης και δημιουργίας σχέσεων οικειότητας. Αντίθετα, μπορεί να επιδεικνύει ενδιαφέρον για το σεξ και προκλητικές συμπεριφορές σεξουαλικού χαρακτήρα αταίριαστες προς την ηλικία της.

Με την υποστήριξη τη δική σας και του ειδικού, το παιδί σας πρέπει να ανακτήσει το αίσθημα απώλειας του ελέγχου στο οποίο έχει οδηγήσει η σεξουαλική παρενόχληση. Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί να ξαναεμπιστευτεί τον εαυτό της και τη διαίσθησή της ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει στο μέλλον την ερωτική και σεξουαλική της έκφραση με τους δικούς της όρους. Αν το άτομο που παρενοχλεί το κορίτσι είναι πρόσωπο που με κάποιο τρόπο αποτελεί μέρος της οικογενειακής ζωής, είναι ακόμα πιο δύσκολο για αυτήν να διαχειριστεί την κατάσταση και τα συναισθήματά της και να αποκαλύψει στους γονείς τι συμβαίνει. Σ’ αυτή την περίπτωση, είναι φυσικό το κορίτσι να νιώθει σύγχυση, ντροπή και ενοχές και να φοβάται να μιλήσει για το τι του συνέβη, ιδίως όταν ο θύτης είναι γονιός, συγγενής, φίλος ή γνωστός της οικογένειάς του. Γνωρίζει ότι μια τέτοια αποκάλυψη θα φέρει σε δύσκολη θέση τους γονείς, θα διαταράξει την ισορροπία των οικογενειακών σχέσεων και θα έχει ως συνέπεια απρόβλεπτες αλλαγές και ανακατατάξεις στο οικογενειακό σύστημα.

Ενθαρρύνετε την κόρη σας να σας εμπιστευτεί μέσα από μια ανοιχτή οδό επικοινωνίας. Δημιουργείστε το κλίμα αποδοχής και εμπιστοσύνης που πάντα είναι απαραίτητο για ένα παιδί ώστε να μπορέσει να μιλήσει για τα ζητήματα που το απασχολούν και το στενοχωρούν και το οδηγούν σε βασανιστικές αμφιβολίες για τον εαυτό του και τις σχέσεις του. Μην ξεχνάτε ότι η έφηβη ντρέπεται γι αυτό που έγινε. Φοβάται την αντίδραση του περίγυρου γιατί αναρωτιέται αν θα της καταλογίσουν «ανηθικότητα». Με λίγα λόγια, φοβάται την απόρριψη. Γι αυτό είναι σημαντικό να διατηρήσετε μία στάση απόλυτης αποδοχής. Για αισθανθεί την αποδοχή σας, θα πρέπει να πείσετε την έφηβη ότι η παρενόχληση δεν οφείλεται σε κάποιο στοιχείο της προσωπικότητάς της και ότι δεν ευθύνεται γι αυτό που συνέβη. Φυσικά, για να την πείσετε, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να είστε εσείς οι ίδιοι πεπεισμένοι για όλα τα παραπάνω. Αν εσείς οι ίδιοι έχετε αμφιβολίες για ζητήματα ευθύνης και ηθικής, κρατείστε αρχικά ουδέτερη, μη κριτική στάση. Συμβουλευτείτε άμεσα ειδικό ώστε να διαχειριστείτε αυτά τα θέματα σε προσωπικό επίπεδο για να είστε σε θέση να παρέχετε στο παιδί σας την υποστήριξη που έχει ανάγκη.

Πολύ συχνά τα κορίτσια εμπιστεύονται εκ των υστέρων σε ειδικούς της ψυχικής υγείας, ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο δίσταζαν να μιλήσουν σε κάποιον, ήταν ο φόβος ότι η αποκάλυψή τους δεν θα γίνει πιστευτή και ότι θα κατηγορηθούν οι ίδιες γι αυτό που συνέβη. Ξεκινάμε με αφετηρία το γεγονός ότι κατά κανόνα ένα παιδί δεν έχει λόγο να πει τέτοιου είδους ψέμα. Σας προτείνω λοιπόν να εμπιστευτείτε τη διαίσθησή σας και το είδος της σχέσης που έχετε με το παιδί σας. Με απλά λόγια, αν δεν έχει λόγο η κόρη σας να σας πει ψέματα από αντίδραση, τότε δεν έχετε λόγο να αμφιβάλλετε για ό, τι σας εμπιστεύεται. Αν υποψιάζεστε αντιδραστικότητα, τότε είναι η σχέση σας που χρειάζεται διερεύνηση.

Η πρώτη και πιο αγωνιώδης ερώτηση που δεχόμαστε εμείς οι ψυχολόγοι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αν το κορίτσι θα συνέλθει, αν θα ξαναβρεί τον εαυτό της.

Ευτυχώς, η  απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι θετική. Με την κατάλληλη, έγκαιρη και συστηματική υποστήριξη, είναι βέβαιο πως οι συνέπειες όσο αφορά την ψυχοσυναισθηματική της ζωή και τη δημιουργία σχέσεων δεν θα είναι μακροπρόθεσμες και μη αναστρέψιμες. Μέσω της ψυχολογικής της υποστήριξης η έφηβη θα μπορέσει να διαχειριστεί τα συναισθήματα που προκύπτουν και ταυτόχρονα  να διερευνήσει κεντρικά ζητήματα σχέσεων και σεξουαλικότητας έτσι ώστε  να οδηγηθεί στην ενηλικίωση με θετική εικόνα για τον εαυτό της και με τη δυνατότητα να δημιουργεί υγιείς σχέσεις οικειότητας.

Είναι κρίσιμης σπουδαιότητας το να μάθει η έφηβη μέσα από την υποστηρικτική διαδικασία ότι σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να κατηγορεί τον εαυτό της για ό, τι συνέβη. Είναι κρίσιμης σπουδαιότητας να κατανοήσει το γεγονός ότι η ευθύνη για ό, τι συνέβη βαρύνει αποκλειστικά και μόνο τον εμπλεκόμενο ενήλικα. Επίσης, είναι σημαντικό να διαχειριστεί τα συναισθήματα ντροπής και να απαλλάξει τον εαυτό της από την ταμπέλα της «ανήθικης» που συνδέεται με το αίσθημα ότι της άξιζε αυτό που συνέβη ή ότι με κάποιο τρόπο μέσα από την εμφάνιση και τη συμπεριφορά της, το «προκάλεσε». Είναι απαραίτητο να κατανοήσει ότι η  ντροπή είναι κάτι που θα πρέπει να αισθάνεται γι αυτό που έκανε ο ενήλικας αποκλειστικά.

Ως μέρος της ίδιας διαδικασίας θα πρέπει η νεαρή έφηβη να απαλλαγεί από το αίσθημα ενοχής για το ότι άφησε να συμβεί κάτι τέτοιο και δεν μπόρεσε να το αποτρέψει. Χρειάζεται βοήθεια ώστε να ανακτήσει σταδιακά την αυτοεκτίμησή της και να δομήσει μια θετική εικόνα εαυτού.

Από τους γονείς συχνά ακούμε: «Τι μπορώ να κάνω για να προστατεύσω το παιδί μου από την πιθανότητα να πέσει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης;» Η απάντηση του ειδικού επικεντρώνεται -όπως και για τα περισσότερα ζητήματα που αφορούν την ψυχική υγεία των παιδιών μας- στην έννοια της πρόληψης. Τι σημαίνει πρόληψη;

Πρόληψη σημαίνει  ενημέρωση. Πρόληψη σημαίνει καλλιέργεια εμπιστοσύνης στον εαυτό. Πρόληψη σημαίνει διαπαιδαγώγηση όσο αφορά τις σχέσεις. Σημαίνει το να περνούν οι γονείς ένα υγιές πρότυπο για τις σχέσεις μέσα από τη δική τους σχέση και τον τρόπο που δημιουργούν και διατηρούν οικείες σχέσεις στο συγγενικό, φιλικό και επαγγελματικό τους περιβάλλον.

Τα παιδιά πρέπει να γνωρίζουν από μικρή ηλικία τι σημαίνει υγιής σχέση. Πρέπει ακόμα να είναι ενημερωμένα όσο αφορά τη σεξουαλικότητα και τι συνιστά την υγιή έκφρασή της.

Πρέπει από μικρή ηλικία να μαθαίνουν πώς να κάνουν υγιείς επιλογές στα θέμα των σχέσεων, πώς δηλαδή να σχετίζονται με τρόπους που να μην υποτιμούν σε καμία περίπτωση της προσωπικότητα και την ατομική τους ακεραιότητα. Πρέπει να εκπαιδεύονται στο πώς να θέτουν τα ίδια  όρια στις σχέσεις τους σε σωματικό και συναισθηματικό επίπεδο και να εκφράζουν τι τους είναι αρεστό και επιθυμητό και τι όχι. Να μαθαίνουν να εμπιστεύονται τη διαίσθησή τους και αν κάτι που τους ζητούν τα κάνει να νιώθουν άσχημα και  άβολα και δεν τους φαίνεται σωστό να το λένε αμέσως σε έμπιστο ενήλικα.

Τέλος, τα παιδιά πρέπει από τη μικρότερη δυνατή ηλικία να μαθαίνουν τον απαράβατο κανόνα: Κανένας ενήλικας δεν έχει το δικαίωμα να ζητάει από το παιδί να κρατάει μυστικά από την οικογένειά του για τον οποιοδήποτε λόγο.

Πηγή: efiveia.gr