“ Όλες οι καλές τέχνες ήρθαν και ενώθηκαν και γίναν αγκάθινο φωτοστέφανο, που λούζει τα μαλλιά σου με άρρωστο φως…”  Δημήτρης Ασημακόπουλος (2017)

Το πορτραίτο της Dora Maar, λάδι σε καμβά του 1936 (κεντρική φωτογραφία). Ένα πρόσωπο σφιγμένο, σχεδόν ικανοποιημένο. Δυο μάτια έξω από τις κόγχες, εστιάζουν απεγνωσμένα στoν εξωτερικό κόσμο. Πίσω από τα μάτια, δυο πύλες στα εσώτερα της ψυχής, που το φωτεινό χρώμα τους υποδηλώνει έναν κόσμο καυτό και παλλόμενο, που επίσης απεγνωσμένα επιχειρείται να αγνοηθεί. Το γνωρίζω αυτό το πρόσωπο! Καθρεφτίζει τους ανθρώπους της εποχής μας.

Ζούμε προσπαθώντας απελπισμένα να πιαστούμε από την εξωτερική πραγματικότητα. Προσπαθούμε να αντλήσουμε ικανοποίηση από αυτήν. Ταυτιζόμαστε μαζί της. Παραβλέπουμε επιδεικτικά εσωτερικές σκέψεις και συναισθήματα, γινόμαστε ξένοι απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Ποιο κίνητρο μας ωθεί σ’αυτήν την στάση;

Υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός “ρεαλισμός”, στο όνομα του οποίου όλοι υποκλινόμαστε. Καλούμαστε κάθε στιγμή να επιλέξουμε, όχι ότι έχουμε ανάγκη πραγματικά, αλλά ότι είναι καλύτερο στις δεδομένες συνθήκες. Το “καλύτερο στις δεδομένες συνθήκες”, ενδεχομένως αποτελεί αυτονόητη στάση για όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές. Εκείνο που δημιουργεί το πρόβλημα  είναι οι “δεδομένες συνθήκες” της εποχής μας.

Tον τόνο της ιδιαίτερης υφής των “δεδομένων συνθηκών” στον πρώτο κόσμο, μας δίνει ο John Kenneth Galbraith, στο βιβλίο του “Η κοινωνία της αφθονίας” του 1958. Εκεί διαπιστώνει το γεγονός ότι:

“πολλές ανάγκες μας είναι συνθετικά δημιουργήματα των διαφημιστών… τους δίνει  σάρκα και οστά η τεχνική της πώλησης… πλάθονται και διαμορφώνονται σύμφωνα με την θέληση παρασκηνιακών δυνάμεων που αναλαμβάνουν να μας πείσουν για το τι θέλουμε…” και αλλού: “ στην πραγματικότητα η παραγωγή δημιουργεί η ίδια τις ανάγκες που έπειτα επιδιώκει να ικανοποιήσει…” και “η διαφήμιση παίζει έναν αποφασιστικό ρόλο μονάχα όταν απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν ξέρουν καλά-καλά τι θέλουν…”.

Με αυτά τα λόγια, ο διαπρεπής οικονομολόγος, διαπιστώνει την ουσία της εποχής μας. Ένας παραγωγικός μηχανισμός, που έκτοτε έχει τελειοποιηθεί και έχει επικρατήσει παγκόσμια, επιβάλει μέσω της διαφήμισης, όχι την χρήση ενός προϊόντος, αλλά την υιοθέτηση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής, σε ανθρώπους που δεν ξέρουν καλά - καλά τι θέλουν και απαιτεί την συμμετοχή με διπλό τρόπο:  ·  αφ’ ενός να  εργαζόμαστε γι’ αυτόν σε κάποιο τομέα του (που αυτό σήμερα γίνεται όλο και πιο δύσκολο)

·  και αφ’ ετέρου να καταναλώνουμε, ότι αυτός παράγει, στον ελεύθερο χρόνο μας και έτσι: “η σχέση μεταξύ ανθρώπινης ζωής και παραγωγής, υποβιβάζει την πρώτη σε εφήμερο επιφαινόμενο της δεύτερης”(Adorno).

Σ’ αυτές τις “δεδομένες συνθήκες” μας σπρώχνει να υποταχθούμε ο “ρεαλισμός” που αναφέραμε. Το δίλημμα είναι πραγματικό. Τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν γι’ αυτούς που αρνούνται να ενταχθούν;

Η συντριπτική πλειοψηφία θα βυθιστεί σε ένα πολύ πιο μίζερο περιθώριο, όπου επικρατεί ένας τρισχειρότερος κομφορμισμός, εν πολλοίς ελεγχόμενος από τον ίδιο παραγωγικό μηχανισμό, κάποιοι θα χαθούν ή θα πεθάνουν και μόνο ελάχιστοι θα μπορέσουν να διασωθούν. Το να πιαστούμε από αυτόν τον κόσμο γίνεται όντως ζήτημα επιβίωσης. Σε αυτόν τον θεμελιώδη εκβιασμό αναγκαζόμαστε να υποκύψουμε.

Στο βιβλίο του “Η έκλειψη του λόγου” του 1947 (όμως τόσο επίκαιρου!) ο Max Horkheimer ονομάζει αυτήν την κυρίαρχη σκέψη της εποχής μας “υποκειμενικό λόγο”. Σύμφωνα με αυτόν, λογικό και αληθινό είναι το χρήσιμο για το κάθε υποκείμενο. Η λογική αυτή οδηγεί σε άκριτη “ρεαλιστική” αποδοχή αυτού που υπάρχει, οδηγεί σε μια αναγνώριση της αυθεντίας της επιστήμης, μιας επιστήμης όμως που όλο και περισσότερο εξαρτάται και καθορίζεται από τον κυρίαρχο παραγωγικό μηχανισμό, έχει σαν αποτέλεσμα την αυταρχική αντίληψη, ότι ο άνθρωπος δικαιούται να εκμεταλλεύεται ασύστολα το φυσικό περιβάλλον και τελικά, καθιστά αδύνατη την στοιχειοθέτηση κάποιας ηθικής.

Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης ο Horkheimer αντιδιαστέλει αυτόν που ονομάζει “αντικειμενικό λόγο”. Εδώ η σκέψη προσπαθεί, να ανακαλύψει την αντικειμενική αλήθεια και ο άνθρωπος θεωρείται ένα κομμάτι του σύμπαντος. Κάθε δραστηριότητά του λοιπόν, ατομική, συλλογική ή επιστημονική, πρέπει να περιορίζεται από τους κανόνες, που διέπουν αυτήν την ολότητα. Οδηγούμαστε έτσι στον σεβασμό της Φύσης και στην υιοθέτηση κανόνων ηθικών.

Σε κάθε τομέα των σύγχρονων κοινωνιών αυτοί οι δύο τρόποι σκέψης συγκρούονται, με τον “υποκειμενικό λόγο” να εκτοπίζει τον “αντικειμενικό”, καθώς η κυρίαρχη παραγωγή επικρατεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.

Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον τομέα της εκπαίδευσης. Ο αντικειμενικός λόγος αντιπροσωπεύεται εδώ από τον τύπο εκπαίδευσης, που ο Noam Chomsky, ονομάζει  “παραδοσιακή αναγεννησιακή αντίληψη”. Σύμφωνα με αυτήν, σκοπός της εκπαίδευσης, είναι να μάθει ο εκπαιδευόμενος να ερευνά, χρησιμοποιώντας την φαντασία και την “παρορμητική ελεύθερη ενασχόληση”, να κατανοεί με τον δικό του τρόπο τα πράγματα, να είναι έτοιμος να επανεξετάσει τις κατευθύνσεις και να απελευθερώνει την δημιουργικότητά του.

Αντίθετα τα  εκπαιδευτικά συστήματα, που καθορίζονται από τον υποκειμενικό λόγο, έχουν στόχο, σύμφωνα με τον Chomsky, την χειραγώγηση των εκπαιδευομένων, την εξειδίκευση, την επαγγελματική αποκατάσταση και τελικά την υποταγή χωρίς αμφισβήτηση στο υπάρχον. “Τι θέλουμε;”, αναρωτιέται ο Chomsky: “καλύτερους ανθρώπους ή ανθρώπους που θα ανεβάσουν το ΑΕΠ”; Η απάντηση σε αυτό το ρητορικό ερώτημα είναι αλλοίμονο εύλογη…

Σε κάθε επίπεδο της εκπαίδευσης έρχονται σε σύγκρουση, αυτοί οι δυο τρόποι σκέψης. Κατ’ αρχήν ακούγονται ηχηρές πολιτικές διακηρύξεις, ότι η εκπαίδευση πρέπει να απελευθερώνει την δημιουργικότητα και να πλάθει ελεύθερους ανθρώπους, αντάξιους ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πραγματικότητα τα υφιστάμενα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα εκπαιδευτικά συστήματα, προσαρμόζονται, όλο και περισσότερο στις απαιτήσεις του σύγχρονου παραγωγικού μηχανισμού.

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο με άνωθεν εντολές, αλλά είναι και αίτημα των εκπαιδευτικών και των γονέων, που αγωνιώντας για την αποκατάσταση των παιδιών, θεωρούν αυτονόητο και ρεαλιστικό να τα πιέζουν να προσαρμοστούν στην υφιστάμενη τάξη. Δεν πρέπει να δημιουργεί έκπληξη λοιπόν η διαπίστωση του παιδαγωγού sir Ken Robinson, ότι με την πρόοδο της εκπαίδευσης τα παιδιά χάνουν την δημιουργικότητά τους, ούτε η επισήμανση  του Ευγένιου Τριβιζά, ότι:

“η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει, με την συσσώρευση γνώσεων το παιδί”. Αυτός είναι ο “ρεαλιστικός” στόχος!

Ωστόσο δίπλα σε όλα αυτά και κυρίως κάτω από όλα αυτά, υπόγεια, οι δημιουργικές πνοές των παιδαγωγών, των γονέων και των παιδιών, κάποτε σμίγουν και ίσως βρουν το πεδίο να εκφραστούν με έναν απροσδόκητο τρόπο, στο πρόσωπο του χαρισματικού δασκάλου, που λατρεύεται από τα παιδιά, σε αυτό του τολμηρού μεταρρυθμιστή, που κατορθώνει να θεσμοθετήσει προς δημιουργικές κατευθύνσεις και κυρίως στο “άφημα”, που εκδηλώνεται σε κάποιες προνομιακές στιγμές, των παιδαγωγών και των γονέων, να διδαχθούν από την άμεση και αμόλυντη από θεωρητικές μεσολαβήσεις θεώρηση του κόσμου από τα παιδιά, σεβόμενοι και ανεχόμενοι την αποκλίνουσα σκέψη τους, που ο Ken Robinson, θεωρεί, προϋπόθεση της δημιουργικότητας: “μου πήρε τέσσερα χρόνια να ζωγραφίσω σαν τον Ραφαήλ, αλλά μια ολόκληρη ζωή να ζωγραφίσω σαν παιδί…”, διατείνεται ο Picasso.

Πέρα όμως από αυτές τις περιφερικές εκδηλώσεις αμφισβήτησης, ο κανόνας παραμένει και απαιτεί την προσαρμογή και η προσαρμογή απαιτεί βία. Κάθε κοινωνία, σε κάθε ιστορική εποχή, εκπαιδεύει τα νέα μέλη της, ώστε να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της. Αυτή η εκπαίδευση ενέχει πάντοτε ένα στοιχείο βίας, αφού οι αυθόρμητες επιθυμίες καταστέλλονται ή εκτρέπονται σε αποδεκτές κατευθύνσεις. Τελικά όμως υπάρχει η επιβράβευση της ενσωμάτωσης και της συμμετοχής στην κοινωνία των ενηλίκων.

Στην εποχή μας, η ενσωμάτωση στην κοινωνία των ενηλίκων, ακόμα και όταν είναι δυνατή, δεν είναι καθόλου ελκυστική. Στο συγκλονιστικό κείμενο της με τίτλο, “Για χάρη των παιδιών”, η ψυχολόγος Ελένη Νίνα, αναφερόμενη στις περιπτώσεις βίας, που ασκείται στα παιδιά, διαπιστώνει, ότι οι άνθρωποι δολοφονούν το μέλλον και αναρωτιέται μήπως: “Μια μυστική ρωγμή της ύπαρξης… ενέχει στους ανθρώπους την επιθυμία να εξαφανιστούν…”. Ίσως όμως αυτή η έκδηλη και οπωσδήποτε καταδικάσιμη βία, να αποτελεί απόρροια μιας άλλης βίας, θεμελιακής και νόμιμης, που κανένας εισαγγελέας ενηλίκων ή ανηλίκων δεν καταδικάζει.

Είναι η βία που σκοπό έχει να οδηγήσει στην προσαρμογή των ανθρώπων σε ένα απάνθρωπο παραγωγικό μηχανισμό. Ο “ρεαλισμός”, μέσα σε αυτήν την κατάσταση εξανδραποδισμού των ζωών μας, δείχνει ότι αυτός ο δρόμος, αυτή η βία, είναι η καλύτερη δυνατή λύση για τα ίδια τα παιδιά.

Είδαμε ότι εναλλακτικές λύσεις σχεδόν δεν υπάρχουν. Ακόμη και για τα δωδεκάχρονα της εξωτικής Ανατολής, που δουλεύουν σε εργοστάσια, που φέρουν δικτυωτό πλέγμα, στα παράθυρα, για να μην αυτοκτονήσουν, η επιλογή αυτή είναι “ρεαλιστική”, αφού διαφορετικά ή θα πεθάνουν από την πείνα ή θα εκδοθούν σε παιδεραστές!

Ίσως η “μυστική ρωγμή της ύπαρξης” να είναι η έκδηλη μορφοποίηση, μιας διεστραμμένης απώθησης, ότι πιο ζωντανού και δημιουργικού κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, το τίμημα μιας ψευδούς ασφάλειας, που οδηγεί στον μαρασμό.

“Κάθε υποκείμενο πρέπει όχι μόνο να λάβει μέρος στην καθυπόταξη της εξωτερικής φύσης, ανθρώπινης ή μη, αλλά για να κατορθώσει κάτι τέτοιο, πρέπει να καθυποτάξει την φύση μέσα του…”, λέει ο Max Horkheimer. Ίσως η εκδίκηση της “φύσης μέσα του” να δημιουργεί τις καταστροφικές εκδηλώσεις των ανθρώπων, που εν μέσω του πολέμου, τρόμαξαν τόσο τον Freud, ώστε να τον οδηγήσουν να επινοήσει την θεωρητική έννοια του "ενστίκτου του θανάτου”…

Σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, την βία αυτή συνοδεύει η σύγχρονη στάση απέναντι στον θάνατο. Ο Walter Benjamin στο κείμενό του “ο αφηγητής”, πριν έναν αιώνα, αφού διαπιστώσει πως μαζί με την παρακμή της χειροτεχνικής παραγωγής, παρακμάζει και η ικανότητα της αφήγησης και ότι “…o αφηγητής από τον θάνατο δανείστηκε την αυθεντία του…”, συνεχίζει:

“…Στη διάρκεια των νέων χρόνων το θνήσκειν εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τον αντιληπτικό κόσμο των ζωντανών. Κάποτε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, ίσως και κανένα δωμάτιο, που να μην είχε πεθάνει κάποιος… Σήμερα οι αστοί είναι αποστειρωμένοι κάτοικοι της αιωνιότητας μέσα σε χώρους, που παρέμειναν καθαροί από τον θάνατο και οι κληρονόμοι θα τους στοιβάξουν, όταν θα φθάσει το τέλος τους, σε σανατόρια ή νοσοκομεία…”, ( θυμίζουν τίποτε τα λόγια αυτά; ).

Έτσι λοιπόν εκτοπίζεται από παντού, το βίωμα του θανάτου. Μέσα σε μια υπνωτιστική καταναλωτική αφέλεια, που θυμίζει την στάση των ιθαγενών της Αμερικής απέναντι στα καθρεφτάκια, που πρόσφεραν οι εισβολείς, ο θάνατος τοποθετείται σε ένα αόριστο μέλλον, κάποια μακρινή στιγμή, σαν κάτι που δεν μας αφορά, που αφορά πάντοτε κάποιον άλλον.

Αν κάποτε μας αγγίξει, με κάποια απώλεια, οριοθετείται άμεσα κάποια περίοδος πένθους και μετά επιτακτικά απαιτείται η επάνοδος στην “φυσιολογικότητα”.

Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα δεν ανέχεται την αίσθηση του εφήμερου, ούτε την αίσθηση του απείρου. Αυτό αντανακλάται και στην αγωγή και στην εκπαίδευση, καθώς μόνιμο μέλημα είναι να προστατεύσουμε τα παιδιά, από δυσάρεστες εμπειρίες.

Τι θα πούμε όμως στην μικρή του σχολείου που: “όταν μας έβαζε η δασκάλα έκθεση για την γιορτή του πατέρα εγώ έγραφα ψέματα, μυθοπλασία για το πώς μπορεί να είναι η γιορτή του πατέρα. Μου ήταν απολύτως αντιληπτό, ότι δεν μπορούσα να μοιραστώ τα βιώματά μου, όπως ότι την ημέρα της γιορτής του πατέρα μου, ετοιμάζομαι, γιατί θα πάμε στον τάφο του, θα τον πλύνουμε, θα τον φροντίσουμε, θα βάλουμε λουλούδια, θα ανάψουμε το καντήλι, θα μυρίσει λιβάνι, θα του κάνουμε τρισάγιο και όταν θα γυρίσουμε, θα μοιράσουμε, στην μνήμη του, κόλλυβα σε όλη την γειτονιά”…

Ο ανθρωπολόγος Georges Devereux, θεωρούσε την προσαρμοστικότητα ως την κατ’ εξοχήν ιδιότητα της ψυχικής υγείας. Προσαρμοστικότητα σημαίνει η ικανότητα να επιβιώνεις σε διαφορετικά περιβάλλοντα διατηρώντας την αίσθηση του εαυτού. Σημαίνει επίσης ότι δεν ταυτίζεσαι ολοκληρωτικά με κανένα περιβάλλον.

Αυτήν την προσαρμοστικότητα πρέπει να επιζητά η εκπαίδευση. Να δημιουργήσει ανθρώπους ικανούς να επιβιώνουν στην σύγχρονη κοινωνία. Ικανούς επίσης να βυθίζονται στην μισοφωτισμένη νύχτα, αναζητώντας την καρδιά της δημιουργίας, έτοιμοι αν αξίζει τον κόπο να χαθούν, ακολουθώντας μια επιθυμία ή ένα όνειρο…

ΥΓ: Τα αποσπάσματα του John Kenneth Galbraith είναι από το βιβλίο “H κοινωνία της αφθονίας” εκδόσεις Παπαζήση  1970, σε μετάφραση Κώστα Χατζηαργύρη. Τα αποσπάσματα του Horkheimer, από το βιβλίο “Η έκλειψη του λόγου” εκδόσεις κριτική 1987, σε μετάφραση της εκδότριας Θέμιδος Μίνογλου. Τα αποσπάσματα του Benjamin, είναι από το κείμενο “Ο αφηγητής” δημοσιευμένο στο περιοδικό Λεβιάθαν Νο 11 σε μετάφραση της Ουρανίας Νταρλαντάνη. Η προμετωπίδα είναι από ποίημα του Δημήτρη Ασημακόπουλου, που δεν έχει δημοσιεύσει ακόμη.  

* Ο Μιχάλης Παπαγγελής, είναι ψυχίατρος  

Διαβάστε επίσης: Ψυχιατρική είναι... Του Μιχάλη Παπαγγελή