‘Οταν μιλώ για «προσποίηση», δεν εννοώ τα συνηθισμένα κλαψουρίσματα τις εκρήξεις οργής των παιδιών, αλλά τα ψεύτικα, υποκριτικά κλαψουρίσματα και την οργή με την οποία όλα τα παιδιά κάποια στιγμή προσπαθούν πετύχουν κάτι.

Και δίνω ένα παράδειγμα: ο πεντάχρονος γιος ενός ζευγαριού θύμωσε όταν έμαθε ότι το επόμενο βράδυ οι γονείς του θα τον άφηναν με μια μπέιμπι σίτερ για να γιορτάσουν την επέτειο του γάμου τους. Μετά από μακρά συζήτηση μαζί του σχετικά με τα συναισθήματά του, οι γονείς διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε κάποια λύση. Ο Σον, έτσι λεγόταν ο μικρός, επέμενε ότι ο μοναδικός τρόπος για να νιώσει άνετα ήταν τον συμπεριλάβουν στη νυχτερινή τους έξοδο. Τελικά το ζευγάρι παραιτήθηκε και άφησε τον Σον να κλαίει στο δωμάτιό του. Το γοερό κλάμα συνεχίστηκε για μισή περίπου ώρα, με τους γονείς να πηγαίνουν κατά διαστήματα να ρίξουν μια ματιά στα κρυφά. Κάποια στιγμή, όπως μας είπε ο πατέρας, είδε τον Σον να παίζει τα κυβάκια του ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε το γοερό του κλάμα. «Μόλις με αντιλήφθηκε, άρχισε να κλαίει πιο δυνατά», μας είπε ο πατέρας  και προσέθεσε: «Στη συνέχεια τον είδα να χαμογελά. Είχε καταλάβει ότι το κόλπο του αποκαλύφθηκε».

Ο μικρός ήλπιζε ότι με το κλάμα του θα έκανε τους γονείς του να αλλάξει γνώμη. Δεν εννοώ φυσικά ότι δεν ήταν θυμωμένος επειδή θα τον άφηναν με την μπέιμπι σίτερ. Είναι όμως βέβαιο ότι θα αποδεικνυόταν άκαρπη οποιαδήποτε προσπάθεια των γονέων να εμπλακούν σε μια διαδικασία ενσυναισθητικής ακρόασης και συναισθηματικής αγωγής τη στιγμή που το παιδί προσπαθούσε να τους χειραγωγήσει με τη βοήθεια των συναισθημάτων. ‘Επρεπε λοιπόν να του καταστήσουν σαφές ότι δεν θα κατάφερνε να επιβάλει τη θέλησή του με το κλάμα του.

Αυτό ακριβώς έκανε ο πατέρας. Ευγενικά αλλά σταθερά είπε στον γιο του: «Ξέρω ότι έχεις θυμώσει, το κλάμα δεν πρόκειται να κάνει τη μαμά και εμένα να αλλάξουμε σχέδια. Θα βγούμε έξω κι εσύ θα μείνεις με την μπέιμπι σίτερ». Στο σημείο αυτό ο μικρός κατάλαβε τελικά ότι η κατάσταση δεν ήταν διαπραγματεύσιμη και σταμάτησε να κλαίει. Μετά από λίγο ο πατέρας ρώτησε τον Σον αν θα ήθελε να σκεφτούν τρόπους για να κάνουν το βράδυ που θα περνούσε με την μπέιμπι σίτερ πιο ευχάριστο, παίζοντας παιχνίδια, ετοιμάζοντας λιχουδιές για να φάνε κ.ο.κ. Το παιδί συμφώνησε.

Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά: «Γονείς και παιδιά» των Χόρχε και Ντέμιαν Μπουκάι

Όταν αποφασίζετε να αναβάλετε τη συναισθηματική αγωγή, υποσχεθείτε στον εαυτό σας και στο παιδί σας ότι θα επανέλθετε σύντομα στο θέμα. Η στάση είναι τελείως διαφορετική από εκείνη των «αποστασιοποιημένων» ή «επικριτικών» γονέων. Για «αποστασιοποιημένους» και «επικριτικούς» γονείς η αγνόηση των συναισθημάτων είναι το βασικό στοιχείο της διαπαιδαγώγησης που εφαρμόζουν: νιώθουν άβολα με τα έντονα συναισθήματα και γι’ αυτό τα παραμερίζουν εντελώς. Εγώ προτείνω απλώς να αναβάλετε τη συζήτησή σας μέχρι τη στιγμή που πιστεύετε ότι θα έχετε καλά αποτελέσματα. Αν τελικά αναβάλετε τη συζήτηση για ένα θέμα και πείτε στο παιδί σας ότι θα επανέλθετε αργότερα, σιγουρευτείτε ότι θα το κάνετε.

Βέβαια, η αθέτηση μιας υπόσχεσης προς το παιδί δεν είναι πιθανότατα τόσο καταστροφική όσο θέλουν να την παρουσιάζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα παιδιά έτουν τιμιότητα, ευθύτητα και κατανόηση, και προσφέρουν πολλές ευκαιρίες. Αλλά η τήρηση των υποσχέσεων είναι μια μορφή σεβασμού, που τα παιδιά θα ανταποδώσουν αν τους δώσετε το καλό παράδειγμα.

Θέλω να τονίσω ότι η αναβολή της συναισθηματικής αγωγής πρέπει να συμβαίνει μόνο όταν οι γονείς νιώθουν πως είναι απαραίτητο. Σε γενικές γραμμές, θα πρέπει να διαθέτετε όσο περισσότερο χρόνο μπορείτε. Επιπλέον, κάποιοι από εσάς θα πρέπει να παραιτηθούν από την πεποίθηση ότι ο διάλογος για τα συναισθήματα «κακομαθαίνει» τα παιδιά. ‘Οπως έδειξαν οι έρευνές μας, τα παιδιά που διαπαιδαγωγούνται συναισθηματικά βελτιώνουν τη συμπεριφορά τους καθώς μαθαίνουν να χειρίζονται τα συναισθήματά τους. Ούτε βέβαια η επικέντρωση σε αρνητικά συναισθήματα «κάνει τα πράγματα χειρότερα». Αν ένα παιδί βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο πρόβλημα, οι γονείς του θα πρέπει να το βοηθήσουν να το αντιμετωπίσει. Αν πάλι το πρόβλημα είναι ασήμαντο, τότε σίγουρα μια συζήτηση σχετικά μ’ αυτό δεν πρόκειται να βλάψει.

Θα ήθελα τέλος να επαναλάβω ότι η συναισθηματική αγωγή δεν αποτελεί κάποια μαγική «φόρμουλα» που εξαλείφει τις οικογενειακές εντάσεις συγκρούσεις ούτε την ανάγκη να τίθενται όρια. Ούτε πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια. Μπορεί όμως να σας βοηθήσει να πλησιάσετε τα παιδιά σας. Καλλιεργεί το έδαφος για μια σχέση συνεργασίας όπου τα προβλήματα επιλύονται από κοινού. Τα παιδιά σας μαθαίνουν ότι μπορούν να σας αποκαλύπτουν τα συναισθήματά τους. Γνωρίζουν ότι δεν θα τα επικρίνετε, ούτε θα τα πληγώσετε «για το δικό τους καλό». Και μεγαλώνοντας δεν θα βιώνουν αυτό τόσο γνωστό σε πολλούς ενηλίκους συναίσθημα που συμπυκνώνεται στη φράση: «Αγαπούσα τον πατέρα μου, αλλά δεν μπορούσα ποτέ να μιλήσω πραγματικά μαζί του».

‘Οταν τα παιδιά σας αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα, θα στραφούν σ’ εσάς επειδή ξέρουν ότι θα τους προσφέρετε κάτι περισσότερο από γενικότητες και λογύδρια. Ξέρουν ότι θα τα ακούσετε πραγματικά. Η αληθινή ομορφιά της συναισθηματικής αγωγής όμως είναι ότι τα απο-τελέσματά της έχουν διάρκεια και στα χρόνια της εφηβείας.

Μέχρι εκείνη την περίοδο τα παιδιά θα έχουν ενστερνιστεί τις αξίες σας και θα δρέπουν το καρπούς της συναισθηματικής νοημοσύνης. Θα γνωρίζουν πώς να συγκεντρωθούν, πώς να συμπεριφερθούν, πώς να αντιμετωπίσουν τους συνoμήλικούς τους και πώς να χειρίζονται τα έντονα συναισθήματά τους.

* John Gottman «Η συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών» / Από το themamagers.gr