Η αύξηση της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης δεν φέρνει κατ’ ανάγκη καλύτερα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, διατείνονται πολλοί διεθνείς οργανισμοί, ανάμεσά τους και ο ΟΟΣΑ. Μάλλον έχουν δίκιο, αφού τα χρήματα πρέπει να ξοδεύονται βάσει σχεδίου και με συγκεκριμένους στόχους. Φυσικά τα αποτελέσματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι δύσκολα μετρήσιμα με χρηματοοικονομικούς όρους, αφού σκοπός της εκπαίδευσης δεν είναι η παραγωγή άμεσου οικονομικού, μετρήσιμου, κέρδους. Το σίγουρο όμως, είναι ότι η μείωση της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης επιφέρει χειροτέρευση της ποιότητάς της. Αυτό ζούμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα. Με την είσοδο της χώρας στα μνημόνια, άρχισαν οι περικοπές, που αυξάνονται κάθε χρόνο. Οι σχετικά μικρές ετήσιες περικοπές γίνονται πολύ μεγαλύτερες, όταν ειδωθούν σε βάθος τετραετίας.

Οι «πρωταθλητές» των περικοπών από το 2011 μέχρι το 2014, στους τέσσερις μνημονιακούς προϋπολογισμούς δηλαδή, είναι το κόστος των εισαγωγικών εξετάσεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση με ποσοστό μείωσης 73,03% και πολύ σωστά, αφού τα χρήματα αυτά δεν εξασφαλίζουν ποιότητα, παρά μόνο την αξιοπιστία του συστήματος. Ακολουθεί, όμως, η διεύθυνση Εκπαίδευσης Ελληνοπαίδων Εξωτερικού, που αφορά τους Έλληνες μετανάστες σε άλλη χώρα, με μείωση 69,69%. Οι Έλληνες μετανάστες σε άλλες χώρες αυξάνονται και η χώρα μας, δεν φτάνει που τους εξαναγκάζει να φύγουν αναζητώντας αλλού τον άρτο τον επιούσιο, δεν τους παρέχει και μία στοιχειώδη εκπαίδευση στα παιδιά τους, αφού η περικοπή των κονδυλίων, κατά περίπου 70%, θα οδηγήσει, αναγκαστικά, σε αναστολή της λειτουργίας των ελληνικών σχολείων του εξωτερικού.

Η μείωση των κονδυλίων για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά 35% δείχνει ότι τελικά το Νέο Λύκειο, που ευαγγελίστηκαν τρεις Υπουργοί Παιδείας και έβαλε στην πράξη ο κ. Αρβανιτόπουλος, έχει ως κύριο στόχο να μειώσει το κόστος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Πέραν του ποσοστού, που είναι υψηλό (και μεγαλύτερο από το μέσο όρο περικοπών), και ο απόλυτος αριθμός είναι επίσης μεγάλος, αφού οι περικοπές των 900 εκατομμυρίων (που είναι μεγαλύτερες από το μισό των συνολικών περικοπών) έφεραν την υπουργική απόφαση για τμήματα 30 μαθητών και άφησαν τα σχολεία χωρίς μαθητές, αφού οι αναπληρωτές μειώθηκαν δραστικά. Αν σ’ αυτά υπολογίσουμε και τη μειωμένη χρηματοδότηση των δήμων, που είναι υπεύθυνοι για τη συντήρηση των σχολείων, αντιλαμβανόμαστε γιατί έμειναν και χωρίς πετρέλαιο τα σχολεία.

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση η μείωση κατά 28,05% των δαπανών δημιούργησε την ανάγκη εφαρμογής  του σχεδίου Αθηνά με το λουκέτο σε 62 τμήματα, ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν στοιχειωδώς τα υπόλοιπα, και τις απολύσεις των διοικητικών υπαλλήλων για την περαιτέρω μείωση του κόστους.

Η μείωση στο σύνολο των δαπανών για την εκπαίδευση αγγίζει το 26,86% ή 1.684.420.000 την τετραετία του μνημονίου. Οι περικοπές αυτές δημιουργούν δύο ειδών προβλήματα:
1. Τα βραχυπρόθεσμα, αφού τα χρήματα που περικόπηκαν θα λείψουν από το χτίσιμο νέων σχολείων, μισθούς, αγορά υλικών, δημιουργία νέων βιβλίων και ψηφιακών βοηθημάτων εκπαίδευσης και, φυσικά, έλειψαν από την οικονομία (μαζί φυσικά με τις υπόλοιπες περικοπές) φέρνοντας τη συρρίκνωση και το κλείσιμο επιχειρήσεων. Οι 1,5 εκατομμύρια άνεργοι δεν δημιουργήθηκαν τυχαία, ούτε κατά λάθος. Είναι άμεση συνέπεια των περικοπών σε όλα τα επίπεδα.
2. Τα μακροπρόθεσμα, αφού η χειροτέρευση της εκπαίδευσης υποθηκεύει το μέλλον της χώρας μας, που δεν θα μπορεί να ακολουθήσει τους ξέφρενους ρυθμούς της τεχνολογικής ανάπτυξης και συνεπώς να αναπτυχθεί οικονομικά στην επόμενη εικοσαετία, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει το χάσμα από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Οι νέες περικοπές στην εκπαίδευση, αλλά και στα υπόλοιπα υπουργεία, για το 2014 μας δείχνουν ότι η ανάπτυξη δεν θα έρθει και φέτος, αφού θα λείψουν από την αγορά 300 εκατομμύρια περισσότερα από πέρυσι μόνο από τον τομέα της εκπαίδευσης.