Όταν μιλάμε στα μωρά, συνειρμικά προσαρμόζουμε τον λόγο μας σε έναν πολύ συγκεκριμένο και διακριτικό τόνο και ύφος. Ο τόνος της φωνής μας γίνεται πιο γλυκός και ψιλός και συνήθως χρησιμοποιούμε απλά λόγια και σύντομες προτάσεις. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ομιλίας που απευθύνεται σε βρέφη και ονομάζεται στα αγγλικά «infant-directed speech» (IDS), φαίνεται να είναι κοινά σε πολλές γλώσσες.

Παρόλο που οι ψυχολόγοι μας παροτρύνουν να μιλάμε σε ένα μικρό παιδί ή ένα μωρό ακριβώς όπως μιλάμε στους μεγάλους,
από συμπεράσματα παλαιότερων ερευνών, νέα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι τα βρέφη είναι σε θέση να αναγνωρίσουν πότε τους αυπευθύνουμε το λόγο με το IDS.

Ειδικότερα, μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Current Biology, απέδειξε ότι υπάρχουν καθολικές αλλαγές στο φωνητικό ηχόχρωμα όταν μιλάμε σε μωρά. Η Elise Piazza, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Ινστιτούτο Νευρολογίας του Πανεπιστημίου Princeton, προσκάλεσε 12 αγγλόφωνες μητέρες στο Princeton Baby Lab και τις κατέγραψε μιλώντας στα μωρά τους (ηλικίας 8 έως 12 μηνών) και σε έναν ενήλικα. Οι ηχογραφήσεις μετατράπηκαν σε «φωνητικά δακτυλικά αποτυπώματα», με τη βοήθεια μιας τυποποιημένης στατιστικής μεθόδου. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε ένα μοναδικό προφίλ συχνοτήτων για κάθε ομιλητή που έχει τη δυνατότητα να τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους με βάση το ηχόχρωμα.

Στη συνέχεια η Elise και οι συνεργάτες της, Marius Iordan και Casey Lew-Williams, χρησιμοποίησαν έναν αλγόριθμο για να συγκρίνουν τον τρόπο ομιλίας σε έναν ενήλικα και σε ένα παιδί. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όλες οι μητέρες αλλάζουν τον τόνο της φωνής τους όταν απευθύνονται στα μωρά τους.

Οι ερευνητές έκαναν αρκετούς ελέγχους για να δείξουν ότι αυτό δεν αφορά μόνο τις μητέρες από τη Βρετανία. Στο επόμενο στάδιο της μελέτης καταγράφηκαν και άλλες 12 μητέρες που μιλούσαν εννέα διαφορετικές γλώσσες, μεταξύ των οποίων η ισπανική, η ρωσική και η ιταλική. Ο αλγόριθμος έδειξε ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις υπήρχαν τα ίδια αποτελέσματα με διαφορετικό ηχόχρωμα σε ενήλικες και σε βρέφη.

Η Elise περιγράφει αυτή την αλλαγή στον τόνο της φωνής, ως έμμεση προσπάθεια της μητέρας για την εκμάθηση της γλώσσας στο μωρό. Η επόμενη υπόθεση είναι ότι τα βρέφη θα μπορούσαν να ανιχνεύσουν αυτή τη διαφορά στο ηχόχρωμα, κάτι το οποίο θα μπορούσε να τα βοηθήσει να καταλάβουν πότε τους απευθύνουν το λόγο. Έτσι οι ερευνητές άρχισαν να ψάχνουν τρόπους να εξακριβώσουν αν αυτό ισχύει.

Η Patricia Kuhl έδειξε ότι το IDS μεγάλωνε τις διαφορές μεταξύ των φωνητικών ήχων, διευκολύνοντας έτσι τα μωρά να κάνουν διακρίσεις. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν στα αγγλικά, τα ρωσικά και τα σουηδικά. Παράλληλα, άλλες έρευνες διαπίστωσαν ότι το IDS έχει τα ακουστικά χαρακτηριστικά της χαράς και αυτό που ξεχωρίζει είναι η εκτεταμένη έκφραση του συναισθήματος στα βρέφη σε σύγκριση με την πιο ανασταλτική έκφραση συναισθημάτων στις συνήθεις ενήλικες αλληλεπιδράσεις.

Παρόλο που θεωρούμε συχνά, ότι ένα μωρό δεν καταλαβαίνει, οι επιστήμονες εξηγούν ότι οι αισθήσεις ενός βρέφους λειτουργούν όπως ενός μεγάλου ανθρώπου και μάλιστα πριν ακόμα γεννηθεί, όταν δηλαδή βρίσκεται ακόμα στην κοιλιά της μητέρας του.

Οι πρώτες λέξεις ή οι πρώτες προσπάθειες να αρθρώσει λέξεις, μας βοηθούν να αντιληφθούμε ότι όπως εμείς, έτσι κι εκείνο επιζητεί την επικοινωνία. Στην αρχή ένα μωρό παράγει ήχους, οι οποίοι όσο περνάει ο καιρός θυμίζουν όλο και περισσότερο τη μητρική του γλώσσα. Η ικανότητά του αυτή μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσω της δικής μας ομιλίας καθώς τα μωρά μαθαίνουν να εξοικειώνονται με τον λόγο πολύ πριν αρχίσουν να μιλάνε.  

Μάλιστα τα μωρά φαίνεται να έχουν μάθει ήδη πολλά μέχρι τη γέννηση τους κι αυτός είναι και ο λόγος που προτιμούν τη φωνή της μητέρας τους και τη μητρική τους γλώσσα σε σχέση με τη φωνή μιας άλλης γυναίκας ή μιας ξένης γλώσσας αντίστοιχα.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε πως τα μωρά που έχουν γεννηθεί πρόωρα εκφράζονται πιο έντονα όταν ακούν τους ενήλικες να μιλάνε, ενώ αν αυτοί σταματήσουν να ανταποκρίνονται, τα βρέφη το παρατηρούν και σταματάνε κι αυτά.

Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι όσο πιο «συντονισμένα» ήταν τα βρέφη πέντε μηνών στη συμπεριφορά των ατόμων που τα φροντίζουν, τόσο καλύτερη ήταν η κατανόηση της γλώσσας τους στους 13 μήνες.

Ωστόσο, για τα μωρά, όπως και για τους ενήλικες, η γλώσσα μαθαίνεται πραγματικά μέσα από τη συνομιλία. Από την αρχή, τα μωρά θέλουν να συμμετέχουν στην επικοινωνία με τις μητέρες τους. Η χρήση νέων μέσων μας επέτρεψε να παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά των βρεφών και να αποδείξουμε πως το μωρό έχει πολλές ικανότητες επικοινωνίας, από τις πρώτες κιόλας μέρες της ζωής του.

Όταν το μωρό έρχεται στον κόσμο, παρόλο που είναι ακόμα ανώριμο κοινωνικά, αρχίζει να διαμορφώνει τις πρώτες του σχέσεις. Μεγαλώνοντας, αυξάνει ο βαθμός της ωριμότητάς του και αρχίζει να διαμορφώνει τα πρώτα μέσα επικοινωνίας με το εξωτερικό του περιβάλλον. Ας αφήσουμε λοιπόν τα μωρά να μας αναγνωρίσουν την ώρα που τους μιλάμε.