Ο αγώνας των γονιών να προσφέρουν καλή μόρφωση στα παιδιά τους έτσι ώστε να μπορέσουν να «ξεφύγουν» από τη δύσκολη καθημερινότητα, αφενός είναι διαχρονικός, αφετέρου διαφέρει σαφώς και ευλόγως από την, σχεδόν στερεοτυπική, παροχή υψηλής ποιότητας μόρφωσης της «ελίτ». 

Στην Ελλάδα, το «μάθε παιδί μου γράμματα» αποτελεί την φράση - «επιτομή» της κοινωνικής εξέλιξης κατά τον 20ό αιώνα, με εξαιρετικές αντοχές στο πέρασμα των χρόνων που ενισχύθηκε και από την οικονομική κρίση. Στις ΗΠΑ, μία από τις συνηθέστερα διδασκόμενες ιστορίες στους μαθητές είναι αυτή του Ragged Dick, του ήρωα του παραμυθιού του Horatio Alger από τον 19ο αιώνα που μιλά για ένα φτωχό, φιλόδοξο αγόρι στην Νέα Υόρκη, το οποίο εργάζεται σκληρά και τελικά εξασφαλίζει για τον εαυτό του μια αξιοσέβαστη και πλούσια ζωή. Αυτή η ιστορία ενσωματώνει μια από τις πιο ιερές αφηγήσεις της Αμερικής: ‘Οτι ανεξάρτητα από το ποιοι είστε, τι κάνουν οι γονείς σας ή πού μεγαλώνετε, με αρκετή και καλή εκπαίδευση και σκληρή δουλειά μπορείτε να ανεβείτε την οικονομική και κοινωνική κλίμακα.

Μια έρευνα έρχεται να αμφισβητήσει αυτό το εθνικό αφήγημα, καταδεικνύοντας πως στις ΗΠΑ οι «κάστες» ενισχύονται από παράγοντες όπως η φυλή και η άνιση κατανομή του εισοδήματος στην κοινωνία. Η εν λόγω μελέτη δημοσιεύθηκε πριν από μερικά χρόνια από μια ομάδα οικονομολόγων υπό την καθοδήγηση του Raj Chetty του Stanford. Μετά από την ανάλυση των εισοδηματικών στοιχείων εκατομμυρίων Αμερικανών και την μελέτη, για πρώτη φορά, της άμεσης σχέσης μεταξύ των όσων απολαμβάνει ένα παιδί με τα εισοδήματα των γονιών του, διαπιστώθηκε, ότι οι πιθανότητες ενός παιδιού που μεγαλώνει στο κατώτερο μέρος της εθνικής κατανομής του εισοδήματος να φτάσει μια μέρα στην κορυφή, διαφέρουν πολύ... γεωγραφικά.

Η γεωγραφία της ανισότητας

Για παράδειγμα διαπίστωσαν, ότι ένα φτωχό παιδί που μεγαλώνει στο Σαν Χοσέ ή στο Σαλτ Λέικ Σίτι έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να φτάσει στην κορυφή από ένα φτωχό παιδί που έχει μεγαλώσει στην Βαλτιμόρη ή στο Σάρλοτ. Οι ερευνητές δεν μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί, αλλά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πέντε συσχετισμένοι παράγοντες - κοινωνικός διαχωρισμός, οικογενειακή διάρθρωση, ανισότητα εισοδήματος, τοπική ποιότητα σχολείου και κοινωνικό κεφάλαιο - θα μπορούσαν να προκαλέσουν αυτές τις διαφορές. Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι ερευνητές κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: Η Αμερική αποτελεί γη των ευκαιριών για ορισμένους. Για άλλους, πολύ λιγότερο.

Μια νέα εργασία από τον οικονομολόγο του Πανεπιστήμιου του Μπέρκλεϊ, Jesse Rothstein, στηρίζεται στην παραπάνω έρευνα, όμως εν μέρει, αφού μηδενίζει έναν από αυτούς τους πέντε παράγοντες: Το σχολείο. Η ιδέα ότι η ποιότητα του σχολείου είναι ένα σημαντικό στοιχείο για την κινητικότητα μεταξύ των γενεών - ουσιαστικά την πιθανότητα ενός παιδιού να ξεπεράσει εισοδηματικά μια μέρα τους γονείς του - φαίνεται περισσότερο «ενστικτώδης» παρά αποτέλεσμα τεκμηρίωσης. Οι πολιτικοί ηγέτες λένε συνέχεια ότι ο καλύτερος τρόπος για να ανέβει κάποιος στην κλίμακα εισοδήματος είναι να πάει σχολείο, όπου μπορεί κανείς να μάθει τις δεξιότητες που χρειάζονται για να πετύχει σε μια ανταγωνιστική, παγκόσμια οικονομία.

«Στον 21ο αιώνα, το καλύτερο πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχειας είναι μιας παγκόσμιας κλάσης εκπαίδευση» είχε δηλώσει ο Μπαράκ Ομπάμα το 2010 και σε αυτό δύσκολα θα βρεις κάποιον να διαφωνήσει και αυτή η ομοφωνία με την φτώχεια καθοδήγησε επί δεκαετίες την έρευνα και την άσκηση πολιτικής. Σε γενικές γραμμές, η κεντρική ιδέα είναι, ότι εάν περισσότερα παιδιά αποφοιτούν από το γυμνάσιο και επιτυγχάνουν υψηλότερες βαθμολογίες σε τυποποιημένες δοκιμές, τότε περισσότεροι νέοι πιθανότατα θα πάνε στο κολέγιο και, με τη σειρά τους μπορούν να βρουν πολλές και καλές δουλειές και να εξασφαλίσουν την δική τους θέση στη μεσαία τάξη.

Όμως η έρευνα του Rothstein περιπλέκει αυτήν την αφήγηση. Χρησιμοποιώντας στοιχεία από διάφορες έρευνες, ο Rothstein προσπάθησε να ελέγξει την εργασία του Chetty και να δοκιμάσει περαιτέρω την υπόθεσή του, ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ικανότητα των παιδιών να προχωρήσουν πιο πέρα από την κοινωνική τάξη στην οποία γεννήθηκαν.

Ο Rothstein, ωστόσο, βρήκε λίγα αποδεικτικά στοιχεία για να υποστηρίξει αυτή την υπόθεση. Αντίθετα, διαπίστωσε ότι οι διαφορές στις τοπικές αγορές εργασίας και οι μορφές οικογένειας, όπως οι υψηλότερες συγκεντρώσεις μονογονεϊκών νοικοκυριών, φαίνεται να κάνουν κατά πολύ περισσότερο τη διαφορά από την ποιότητα του σχολείου. Καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι παράγοντες όπως ο υψηλότερος ελάχιστος μισθός, η παρουσία και η δύναμη των εργατικών ενώσεων και οι σαφείς διαδρομές σταδιοδρομίας στις τοπικές βιομηχανίες είναι πιθανό να διαδραματίσουν σημαντικότερο ρόλο στη διευκόλυνση της ικανότητας ενός φτωχού παιδιού να ανέλθει στην οικονομική κλίμακα όταν φθάσει στην ενηλικίωση. Για τον Rothstein, δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η βελτίωση των σχολείων είναι απαραίτητη ή επαρκής για τη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών κάποιου.

Ως «σαφείς διαδρομές σταδιοδρομίας» και ως «υψηλότερος ελάχιστος μισθός», οι κοινωνιολόγοι σε ΗΠΑ και Βρετανία, κυρίως, εννοούν βασικά την προβολή, στην αγορά εργασίας, του λεγόμενου «κοινωνικού καπιταλισμού», που ξεπήδησε μέσα από το New Deal του Ρούσβελτ μετά την οικονομική κρίση του 1929 με μια σειρά μέτρων ανακούφισης από την εξαθλίωση στην οποία είχαν πεταχτεί ξαφνικά, τεράστια τμήματα της αμερικανικής εργατικής τάξης.  Μεταξύ άλλων, ο «κοινωνικός καπιταλισμός» προσέφερε εργασιακή διάρκεια από την οποία ο μισθωτός προσέβλεπε σε εργασιακή και οικονομική ανέλιξη μέχρι την συνταξιοδότηση. Σε εκείνο το μοντέλο, η δεξιότητα που προέκυπτε από την εμπειρία αποτελούσε κοινωνικό, εργασιακό και οικονομικό, τελικά, πλεονέκτημα, δημιουργώντας και την αντίστοιχη κοινωνική κουλτούρα η οποία επέτρεπε στην απερχόμενη γενιά να κάνει όνειρα ανέλιξης της επόμενης. Οι όροι παρατίθενται σε αντιπαραβολή με τον λεγόμενο «νέο καπιταλισμό» (σσ. πάντα σύμφωνα με την ορολογία της συγκεκριμένης κοινωνιολογικής σχολής) της αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων, της απόλυτης «ευελιξίας» και εργασιακής ανασφάλειας, που έχουν σαν μία από τις συνέπειες την εξαφάνιση του αισθήματος της σταθερότητας, της εργασιακής και κοινωνικής ανέλιξης και την ενίσχυση του αισθήματος της ματαιότητας.

Έτσι, η έρευνα διαπιστώνει ότι, τελικά, οι «σαφείς διαδρομές σταδιοδρομίας» είναι ένας βασικός παράγοντας οικονομικής και κοινωνικής ανόδου, παρά και ενάντια στην κυρίαρχη, σήμερα, αντίληψη στην «ευέλικτη» αγορά εργασίας περί του αντιθέτου. Όπως ο Chetty έτσι και ο Rothstein δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς τι εξηγεί τη βασική παραλλαγή του οικονομικού μοντέλου του. Ο Jose Vilson, καθηγητής μαθηματικών στην Νέα Υόρκη, λέει ότι εδώ και χρόνια οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν ότι εξωσχολικοί παράγοντες, όπως η πρόσβαση σε τροφή και η υγειονομική περίθαλψη, είναι συνήθως πιο καθοριστικοί παράγοντες για την κοινωνική επιτυχία από ό, τι οι σχολικοί παράγοντες. ‘Η αλλιώς, ένας υποσιτισμένος μαθητής, δεν έχει πιθανότητα να απολαύσει τα ευεργετικά αποτελέσματα ακόμη και του πιο τέλειου σχολείου αν υποτεθεί, θεωρητικά, ότι θα είχε πρόσβαση σε αυτό. Για τον απλούστατο λόγο ότι θα πεινάει.

Η κουλτούρα της συλλογικότητας ως πλεονέκτημα ευημερίας

Ο  Rothstein σπεύδει να δηλώσει ότι τα ευρήματά του δεν σημαίνουν ότι οι Αμερικανοί θα πρέπει να σταματήσουν να επενδύουν στη βελτίωση του σχολείου ή ότι η εκπαίδευση δεν σχετίζεται με την αύξηση των ευκαιριών. Σίγουρα, λέει, όσο περισσότερο οι άνθρωποι μπορούν να διαβάζουν, να γράφουν, να υπολογίζουν, να σκέπτονται και να καινοτομούν, τόσο καλύτερα για την κοινωνία και για την «φιλελεύθερη δημοκρατία». «Είναι καλό να μπορούμε να καταλάβουμε πώς να εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους όλο και καλύτερα» λέει.

«Μπορεί να βοηθήσει την αγορά εργασίας, την κοινωνία των πολιτών μας, τον πολιτισμό μας». Αλλά οι Αμερικανοί πρέπει να είναι πιο σαφείς, σημειώνει, για το λόγο που επενδύουν στη βελτίωση του σχολείου. Η έρευνά του υποδηλώνει, ότι η προσπάθεια αυτή, προκειμένου να ενισχυθούν οι πιθανότητες ενός παιδιού να ξεπεράσει τους γονείς του, είναι απίθανο να είναι επιτυχής. Σύμφωνα με τον Rothstein, τα εκπαιδευτικά συστήματα απλώς δεν πάνε πολύ μακριά στο να εξηγήσουν τις διαφορές μεταξύ των περιοχών υψηλών και χαμηλών ευκαιριών.

Η μελέτη του δεν είναι το πρώτο στοιχείο που αποδεικνύει ότι οι αυξανόμενες δεξιότητες και το μορφωτικό επίπεδο συχνά δεν επαρκούν για να διαταράξουν τις προδιαγεγραμμένες οικονομικές τροχιές. Σύμφωνα με τον διευθυντή έρευνας του Ινστιτούτου Roosevelt, Marshall Steinbaum, οι οικονομολόγοι πιστεύουν εδώ και καιρό ότι τα διαφορετικά επίπεδα δεξιοτήτων και εκπαίδευσης (αυτό που αναφέρεται ως «ανθρώπινο κεφάλαιο») είναι η πιο σημαντική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο τα άτομα επιτυγχάνουν τόσο διαφορετικά οικονομικά αποτελέσματα. «Νομίζω ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να δεχτούν εξηγήσεις όπως το αποκαλούμενο κενό δεξιοτήτων», λέει, αναφέροντας ότι οι άνθρωποι με χαμηλό εισόδημα απλώς στερούνται τις απαραίτητες δεξιότητες και κατάρτιση για να ευδοκιμήσουν στη σύγχρονη οικονομία.

‘Αλλες μελέτες δείχνουν ότι οι διαφορές στις τοπικές αγορές εργασίας μπορούν να επηρεάσουν τα οικονομικά αποτελέσματα και την ανοδική κινητικότητα. Για παράδειγμα, το αριστερό Κέντρο Αμερικανικής Προόδου, σε συνεργασία με τους οικονομολόγους Richard Freeman και Eunice Han, δημοσίευσε το 2015 μια έκθεση που βασίζεται στην δουλειά του Chetty και διαπίστωσε ότι η συμμετοχή σε συνδικάτα φαίνεται να είναι ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας, βοηθώντας τους φτωχούς να ξεφύγουν από την εξαθλίωση. Διαπίστωσαν ότι τα παιδιά με χαμηλό εισόδημα που μεγάλωσαν με γονείς σε συνδικάτα κέρδισαν περισσότερο ως ενήλικες, σε σχέση με τα παιδιά γονέων που δεν ήταν μέλη συνδικάτων. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η διευκόλυνση των ατόμων για συλλογική διαπραγμάτευση θα συμβάλει πιθανότατα στην τόνωση της οικονομικής κινητικότητας.

Η έρευνα του Rothstein ταυτίζεται επίσης με κάποια ερευνητικά ευρήματα από τον Καναδά. Η χώρα έχει σχετικά υψηλά ποσοστά κινητικότητας μεταξύ γενεών, σημαντικά υψηλότερα από ό, τι στις Ηνωμένες Πολιτείες ή τη Βρετανία. Ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου της Οτάβα, Μάιλς Κόρακ, διαπίστωσε ότι αν κάποιος μεγαλώνει στον Καναδά, φαίνεται να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις οικονομικές του δυνατότητες στην ενήλικη ζωή. Η Marie Connolly, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ στο Μόντρεαλ, που συνεργάζεται με τον Corak, αφού μελέτησε τη γεωγραφική κινητικότητα στον Καναδά, εντόπισε παρόμοια μοτίβα με αυτά του Rothstein στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Η εκπαίδευση είναι μόνο ένα μικρό μέρος της ιστορίας», λέει. «Μπορούμε να δούμε ένα μικρό ρόλο για την ποιότητα του σχολείου, αλλά η δομή της αγοράς εργασίας φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερος οδηγός».

Σίγουρα η έρευνα του Rothstein δεν καλύπτει όλο το εύρος της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, τα παιδιά με χαμηλό εισόδημα που μεγαλώνουν σε μέρη που βλέπουν πολλά άλλα παιδιά να ξεπερνούν τη φτώχεια, θα μπορούσαν να έχουν κάποιο μη παρατηρήσιμο χαρακτηριστικό που τους οδηγεί να έχουν καλά αποτελέσματα στην απασχόληση, αλλά κακές ακαδημαϊκές επιδόσεις.

Αυτό που μπορεί να κρατηθεί ασφαλώς από τις παραπάνω έρευνες είναι η τεκμηρίωση της σχετικότητας κάποιων παραγόντων οι οποίοι αντίθετα εμφανίζονται ως «αμετάβλητοι», «διαχρονικοί» και «βέβαιοι» από τις ηγεσίες, όπως, επί του προκειμένου, το «καλύτερη εκπαίδευση ίσον περισσότερες ελπίδες σε εργασιακό και κοινωνικό επίπεδο». Σε μια αγορά εργασίας όπου πια «ενοχοποιείται» η εμπειρία ως «αντιπαραγωγική» και φετιχοποιείται η δυνητική ικανότητα διαρκούς «ευελιξίας» στις ανάγκες τις επιχείρησης, οι οποίες όμως μεταβάλλονται εν ριπή οφθαλμού με αποτέλεσμα να δημιουργείται το καταστροφικό αίσθημα της «αχρηστίας» στον εργαζόμενο, το δίχως ανάσα κυνήγι της καλύτερης μόρφωσης στο όνομα μιας προοπτικής για οικονομική και κοινωνική ανέλιξη μοιάζει όλο και περισσότερο με «μονομαχία» με ανεμόμυλους. Ποιος γονιός, όμως, μπορεί να σταματήσει να λέει «μάθε παιδί μου γράμματα»;