Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το Γράμμα σ' ένα φίλο μου, που έγραψε ο Αλέξ. Δελμούζος το 1921.

Ξαναγυρίζοντας τότε στα περασμένα έφερνα επίμονα εμπρός μου τα παλιά σχολικά μου χρόνια. Ζητούσα τη δική μου ψυχή, μα δεν την έβρισκα στο σχολείο, παρά στο σπίτι και στο περιβόλι μας ή έξω στα βουνά, στο λόγκο και στα χωράφια. Χίλιες δυο σκηνές και επεισόδια έπαιρναν για μένα νόημα και σημασία. Με πόσο κόπο και φροντίδα έχτιζα στο περιβόλι μας μια καλύβα με πλίθρες, που τις είχα χύσει με το μικρότερο αδερφό μου, όπως έβλεπα να κάνουν και οι αληθινοί χτίστες. Μια καλύβα σωστή με σκεπή, με πόρτα και παράθυρο, όλα καμωµένα µε τα χέρια µας. Και δίπλα το δικό µας περιβολάκι, ένα κοµµάτι θησαυρό για µας µέσα στο µεγάλο µε τις βραγιές, τους δροµάκους, τα δέντρα και τα λουλούδια του. ∆έντρα και λουλούδια που τα είχαµε φυτέψει µε τα χέρια µας και τα βλέπαµε µέρα την ηµέρα να µεγαλώνουν, να µπουµπουκιάζουν, ν' ανοίγουν άνθη και να δένουν καρπούς. Πόση υποµονή και φροντίδα, τι συµµετρία χρειαζόταν, για να γίνει η Αγια-Σοφιά ή το καράβι για τα κάλαντα! Και όµως το δικό µας ήταν πάντα από τα πλουσιότερα και τα πιο ωραία...

Έβλεπα αργότερα εµπρός µου τον ίσιο και µονότονο ερηµικό δρόµο µε τις θλιµµένες ελιές και τα  βαριά βουνά. Ώρες ολόκληρες περπατούσαµε εκεί µε το στοχαστικό και αδύνατο φίλο, και σε ατέλειωτες σοβαρές συζητήσεις αντικρίζαµε τα µεγάλα προβλήµατα του κόσµου ζητώντας τη λύση τους. Ο Παρνασσός, το θεόρατο βουνό µε τα χιόνια του, τα πυκνά του δάση και τους απόκρηµνους βράχους του, µε τις νεράιδες και τα στοιχειά του, δεν είχε µείνει για µένα το άγριο µόνο και µυθικό βουνό. Κάποτε µ' ένα φίλο µου φεύγοντας κρυφά από το σπίτι, µε τρεις δραχµές και σαρανταπέντε λεπτά τη µόνη µας περιουσία, γύριζα µια εβδοµάδα κάθε του ράχη και κάθε του γωνιά. Και θυµόµουν πως ξαναγυρίζοντας στο σπίτι είχα τ' άσπρα λινά παπούτσια µου κουρέλι µονάχο, την ψυχή όµως, µε όλο τον τρόµο για την τιµωρία που µε περίµενε, γεµάτη από εντυπώσεις κι οµορφιά. Και µήπως, ποια ράχη και ποια γωνιά από τ' άλλα γύρω βουνά µου έµεινε κρυµµένη την Κυριακή που πήγαινα µε άλλα παιδιά κυνηγώντας τάχα, ή κάποτε και καθηµερινή, όταν τα µαθήµατα βάραιναν πάρα πολύ;

Κοίταζα τα περασµένα κι έβλεπα ένα παιδί ολοζώντανο µε πηγαία ενδιαφέροντα άλλοτε να παίζει τρελά και άλλοτε ανήσυχο και ακούραστο να δοκιµάζει, να σκέπτεται, να συνδυάζει, να επιχειρεί, να συγκεντρώνεται ώρες και µέρες σε δικά του προβλήµατα, να διψά τη γνώση και το φως. Και τώρα; Άκουα φιλοσοφία και άλλα µαθήµατα στο ξένο πανεπιστήµιο, και όπου κατόρθωνα να συγκεντρωθώ και να προσέξω, τα καθηγητικά λόγια µου ξέφευγαν σα να 'ταν ιερογλυφικά σηµεία. Και όµως είχα ζήσει παιδί ακόµα στο δικό µου κόσµο και µε το δικό µου τρόπο κάτι απ' αυτά που έφταναν τώρα στ' αυτιά µου. Ποιο χέρι πήρε ένα θεόρατο σφουγγάρι κι' έκαµε την ίδια ψυχή τάµπουλα ράζα, τι της στέγνωσε έτσι κάθε δροσιά;

Κι έβλεπα τότε ξέχωρα από το δικό µου κόσµο ένα πελώριο και άδειο κτίριο, σωστό «νησί των νεκρών», αποκλεισµένο µε ψηλά, πυκνά και µαύρα κυπαρίσσια απ' όλη τη ζωή. Ήταν το ελληνικό σχολείο και το γυµνάσιο, όπου είχα περάσει εφτά χρόνια, πέντε και έξι ώρες την ηµέρα. Αν από το δηµοτικό δε µου είχαν αποµείνει παρά ένα δυο σκηνές και µια θολή εικόνα, το νησί των νεκρών το ξαναζούσα ολόκληρο: Το παιδί του Παρνασσού ακούει Γεωγραφία. Ο σχολάρχης, µην µπορώντας να περπατήσει, καθόταν στην έδρα του µε µια βέργα µακριά. Ένας χάρτης κρεµόταν κοντά του στον πίνακα, κι εκεί φώναζε ένα ένα τα παιδιά µε ονόµατα ειδικά το καθένα: «κουτσουκέρα γίδα» ή «ρούσικο στιβάλι» ή «καλαπόδι» και άλλα παρόµοια. Τα φώναζε να ειπούν και να δείξουν το µάθηµα. Αλίµονο αν ξεχνιόταν ένα ποτάµι της Αµερικής ή ο αριθµός των κατοίκων από κάποια πόλη της. Η βέργα έπεφτε βροχή µαζί µε τις βρισιές. Κι αυτό ήταν το µόνο που συγκέντρωνε την προσοχή όλων µας. Μόλις τελείωνε όµως και φώναζε για µάθηµα άλλο παιδί, γυρίζαµε αµέσως στη δουλειά µας. Άλλοι διάβαζαν κλεφτά κάτω από το θρανίο το παρακάτω, άλλοι παίζαµε µε κλωτσιές αθόρυβες, ώσπου να συγκεντρωθούµε πάλι µε νέο ξύλο και νέες βρισιές. Και συλλογιζόµουν τώρα τη Γεωγραφία που την είχα όλη µάθει απ' έξω. κι έβρισκα µονάχα πλήθος αριθµούς και ατέλειωτα µπερδεµένα ονόµατα από ποταµούς, βουνά και πόλεις... Το µικρό ταχτικό καλλιεργητή του δικού του περιβολιού τον έπαιρνε η σχολική φυτολογία και η διδασκαλία της. Αποστήθιζε πώς αναπτύσσονται και ζουν τα φυτά, διάβαζε για «ύπερους, στήµονας, θρίδακας16» και τα παρόµοια, και δεν καταλάβαινε τίποτα, άν και ήτανε τα ίδια φυτά και λουλούδια, που τόσο τ' αγαπούσε και τα φρόντιζε στο σπίτι του. Και την άλλη µέρα θα το έλεγε το µάθηµα νεράκι, αν τον «έβγαζε έξω» ο δάσκαλος, ένας άνθρωπος αγέλαστος µε µεγάλη επιβολή, αλλά και µε µάτι που δεν του ξέφευγε τίποτα. Σ' αυτόν ήµαστε αρνάκια- αρνάκια όµως που έτρεµαν και παπαγάλιζαν ή µάθαιναν το πολύ ορθογραφία και κάποια σύνταξη.