Το σημερινό αδιέξοδο στις σχέσεις Αθήνας-θεσμών οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι δανειστές δεν είχαν ποτέ υπόψιν τους να συνάψουν μια «έντιμη συμφωνία» με την ελληνική κυβέρνηση. Από την επομένη των εκλογών, ο πραγματικός τους στόχος είναι η ανατροπή και η αντικατάσταση της με μια κυβέρνηση που είτε θα ελέγχουν απόλυτα ή θα διαθέτουν σε αυτήν σοβαρά ερείσματα. Έχουν μέχρι στιγμής πέσει έξω στους υπολογισμούς τους, αλλά διαθέτουν και plan B και plan C. 

Η πρώτη παγίδα που πήγαν να στήσουν οι δανειστές ήταν με την συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου. Μάλιστα την ημέρα της συμφωνίας ο Βόλφανγκ Σόιμπλε δεν κρατήθηκε και έδωσε στη δημοσιότητα το σχέδιο: «να δω τώρα πως θα εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τους την συμφωνία», δήλωνε το ίδιο βράδυ. Παρ' ότι διαβάζουν συστηματικά τις πληροφορίες από την Ελλάδα, οι δανειστές είχαν-και εξακολουθούν να έχουν- μία διαστρεβλωμένη εικόνα για τον ΣΥΡΙΖΑ. Πίστευαν δηλαδή τότε, ότι η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου θα εξέθετε ανεπανόρθωτα την ελληνική κυβέρνηση και θα της προκαλούσε τεράστια εσωτερικά προβλήματα. 

Όταν οι δημοσκοπήσεις έδειξαν την κυβέρνηση και τον Α. Τσίπρα όχι μόνο να χάνουν αλλά και να διευρύνουν την επιρροή τους, επέλεξαν την τακτική της φθοράς. Μια έφταιγε ο Βαρουφάκης μια οι ελλείπεις προτάσεις της ελληνικής πλευράς, η ιδέα ήταν ότι η παρατεταμένη οικονομική ασφυξία θα παρέλυε την κυβέρνηση. Κάποια στιγμή  έχασαν την ψυχραιμία τους και κατέφυγαν σε σπασμωδικές κινήσεις: ήταν τότε που ο Νταισελμπλούμ δήλωνε ότι μπορεί στην Ελλάδα να εφαρμοστεί το μοντέλο της Κύπρου, με την Bild να παρουσιάζει σε πρωτοσέλιδο ως τραπεζικό πανικό μια συνηθισμένη φωτογραφία από ουρά συνταξιούχων στην Αθήνα. 

Με τον καιρό να περνάει και το σχέδιο φθοράς να μην περπατάει, οι δανειστές έβαλαν σε εφαρμογή το plan B. Ο δημοφιλής Τσίπρας είναι μεν αδύνατο να φύγει προς το παρόν, αλλά θα τον αναγκάσουμε να αλλάξει την σύνθεση της κυβέρνησης του, με την προσθήκη δυνάμεων φιλικά προσκείμενων. Ήταν τότε που ξεκίνησαν να πέφτουν, συντονισμένα από το εσωτερικό και το εξωτερικό, οι προτάσεις για κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Ξαφνικά, από την Γερμανίδα υπεύθυνη προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέχρι τον τρομάρα του Σοσιαλδημοκράτη και υπουργό Οικονομικών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ οι Γερμανοί που κινούν τα νήματα ανακάλυψαν ότι επρόκειτο για κομουνιστική ή όπως το έθεσε με.. λεπτότητα ο δεύτερος«εν μέρει κομουνιστική κυβέρνηση». Ακόμη και ο Αδωνις Γεωργιάδης πρότεινε να παραμείνει ο Τσίπρας επικεφαλής κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», στην οποία φυσικά θα συμμετείχαν μόνο οι εθνικώς σκεπτόμενες δυνάμεις και όχι τα ..κομουνιστικά μιάσματα.

Το επεισόδιο δύο εβδομάδες πριν, όταν παραβιάζοντας όλες τις προκαταρκτικές συμφωνίες που είχαν γίνει σε επίπεδο κορυφής, οι δανειστές  έκαναν μια πρόταση που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή, είχε ακριβώς αυτό το σκοπό: να προκαλέσει ρήγμα στην κυβέρνηση,με την εξέγερση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό το σημείο ο κ. Σαμαράς, με την πλήρη αδυναμία του να καταλάβει το κυβερνών κόμμα και τις συνιστώσες του,τις οποίες έχει παρουσιάσει ως κομουνιστικά τέρατα στους δανειστές που τον συμβουλεύονται, τους παρέσυρε σε λάθος τακτική. Η κυβέρνηση αντέδρασε σύσσωμη, ο Λαφαζάνης έξυπνα και το plan B κατέρρευσε. 

Γιατί μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρότατες δυσκολίες, αλλά  Γερμανοί και άλλοι δανειστές βρίσκονται προσωρινά σε αδιέξοδο: μπορεί να αντιπαθούν και τον ίσκιο της κυβέρνησης, αλλά περισσότερο φοβούνται τα «αχαρτογράφητα νερά» για τα οποία προειδοποίησε χθες ο πρόεδρος της ΕΚΤ, μιλώντας στο Ευρωκοινοβούλιο για τις συνέπειες ενός Grexit. 

Παρ' όλα αυτά,οι μεγάλες δυνάμεις είναι μεγάλες ακριβώς επειδή διαθέτουν και εναλλακτικά σχέδια. Το plan C που τώρα εξετάζουν δεν είναι το grexit, αλλά η με κάποιο τρόπο παράταση του υπάρχοντος προγράμματος για μερικούς μήνες και, εν τω μεταξύ, η με το σταγονόμετρο κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας. Στόχος παραμένει ο ίδιος, η αποδυνάμωση και η πτώση της κυβέρνησης. Η τελευταία, μπροστά στη καινούργια παγίδα, θα πρέπει να σκεφτεί ότι ίσως τώρα βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον Νοέμβριο, μετά δηλαδή από τέσσερις ακόμη μήνες ενός αδυσώπητου πολέμου φθοράς.