Δεν είναι σπάνιο πολιτικές δολοφονίες να προκαλούν ριζικές ανατροπές. Το 1963, η δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη από τους φιλοχιτλερικούς παρακρατικούς της Θεσσαλονίκης, πολιτικούς προγόνους της Χρυσής Αυγής, οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή, αλλάζοντας ριζικά την πολιτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην χώρα μετά τον εμφύλιο. Ανάλογες επιπτώσεις θα είχε πιθανότατα, το 1968, η απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη αν είχε καταφέρει να σκοτώσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, τον ήρωα των νεοναζί Χρυσαυγιτών. Η εν ψυχρώ δολοφονία του Παύλου Φύσσα, που καταλήγει σήμερα στην σύλληψη της ηγεσίας των τελευταίων και ουσιαστικά στην αποδιάρθρωση της εγκληματικής τους οργάνωσης, ανατρέπει πλήρως το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε σταδιακά, μετά τις τελευταίες εκλογές.

Η κυβέρνηση δεν μπόρεσε στην αρχή να συλλάβει την ανατροπή των πολιτικών δεδομένων. Το Μέγαρο Μαξίμου επέμεινε στην λογική της θεωρίας “των δύο άκρων”, που μετά την δολοφονία ακουγόταν γελοία ενώ αποδοκιμάστηκε κραυγαλέα, από το συγκυβερνών ΠΑΣΟΚ μέχρι τον πρόεδρο του ΣΕΒ και με τις σημερινές συλλήψεις κατέρρευσε πλήρως. Παρά την κατακραυγή, στην ΝΔ ήθελαν αρχικά να εκμεταλλευτούν την δολοφονία για να καταλάβουν τον χώρο του κέντρου απέναντι "στα άκρα".

Το προηγούμενο διάστημα, ακροδεξιοί σύμβουλοι του επιτελείου Σαμαρά δούλευαν πάνω σε ένα εναλλακτικό σενάριο για τις επόμενες εκλογές, που δεν απέκλειε το ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας με την Χρυσή Αυγή. Σε συζήτηση με δημοσιογράφους στη Βουλή το καλοκαίρι, ο Τάκης Μπαλτάκος, νεκροθάφτης του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, στενός συνεργάτης του Α. Σαμαρά και γραμματέας του υπουργικού Συμβουλίου δήλωνε αφοπλιστικά: «είναι απευκταίο, αλλά όχι απίθανο το ενδεχόμενο η Ν.Δ. να υποχρεωθεί να κυβερνήσει με τη συνεργασία της Χρυσής Αυγής».

Για αυτό, παρ' ότι συσσωρεύονταν οι καθημερινές εγκληματικές πράξεις και οι προκλήσεις της Χρυσής Αυγής, η ΝΔ και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη απέφευγαν να πάρουν μέτρα που θα έκοβαν τις γέφυρες μαζί της. Εν όψει μάλιστα των ευρωεκλογών, ο δικηγόρος Τάκης Μιχαλόλιας, αδελφός του Νίκου Μιχαλολιάκου, βολιδοσκοπούσε για συμμετοχή στο ψηφοδέλτιο της Χρυσής Αυγής τέως διπλωμάτες και απόστρατους αξιωματικούς, σε μια επιχείρηση εξωραϊσμού της οργάνωσης. Ηταν το περίφημο σχέδιο της “σοβαρής Χρυσής Αυγής” στο οποίο αναφέρθηκε και ο Μπάμπης Παπαδημητρίου του ΣΚΑΙ, που προέβλεπε και την πιθανότητα διάσπασης της οργάνωσης.

Οι σχεδιαστές του σεναρίου δεν αγνοούσαν φυσικά ότι μια οποιαδήποτε συνεργασία με τους νεοναζί θα προκαλούσε σοβαρότατα προβλήματα και μέσα στην ΝΔ. Αλλά μια τέτοια εξέλιξη θα γινόταν σε έκτακτες συνθήκες,. Πρώτον δεν θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση. Δεύτερον ο Α. Σαμαράς θα έκανε εθνικιστική, αντιμνημονιακή στροφή με αιχμές κατά των Βρυξελλών και του Βερολίνου, στα πρότυπα του ουγγρικού προηγούμενου: στην Ουγγαρία η δεξιά κυβέρνηση του Βίκτορ Ορμπαν εξασφαλίζει την δημοφιλία της αμφισβητώντας τις οδηγίες των Βρυξελλών και αθετώντας τις συμφωνίες μαζί τους, στηριζόμενη συγχρόνως στο νεοφασιστικό κόμμα Jobbik που κέρδισε σχεδόν το 17% των ψήφων και την τρίτη θέση στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές. Πρόκειται για το μοναδικό τόσο συγγενές με την Χρυσή Αυγή κόμμα που εκπροσωπείται σε εθνική Βουλή, διαθέτει δική του πολιτοφυλακή κλπ. Μετά από μια σειρά σκάνδαλα, το Jobbik διασπάστηκε, σε περισσότερο ακτιβιστικό και σε ένα τμήμα πιο “σοβαρό”.

Το σενάριο της σοβαρής Χρυσής Αυγής κατέρρευσε πλήρως, όταν με την δολοφονία Φύσσα τα χρυσά λαρύγγια άρχισαν να κελαηδάνε και οι ανακρίσεις σκιαγράφησαν το προφίλ μια οργάνωσης που είναι συγχρόνως και εγκληματική και τρομοκρατική. Ενω ασκούνται σοβαρές διεθνείς πιέσεις η κυβέρνηση να πάρει δραστικά μέτρα(στις Βρυξέλλες ανατριχιάζουν στην προοπτική ευρωβουλευτών στιλ Καιάδα), η Χρυσή Αυγή άρχισε να πέφτει στις δημοσκοπήσεις σε όφελος βασικά της ΝΔ. Ηταν τότε που το Μέγαρο Μαξίμου αποφάσισε να την ξεδοντιάσει, πιστεύοντας ότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων της θα επιστρέψει στην παράταξη από την οποία βασικά προέρχεται.

Αυτό το τελευταίο είναι λιγότερο σίγουρο απ ότι ακούγεται, αλλά το βέβαιο είναι ότι η Χρυσή Αυγή, με την σημερινή μορφή και ηγεσία, συρρικνώνεται αν δεν εξαφανίζεται από τον πολιτικό χάρτη. Ενα μέρος του “στενού πυρήνα” της μπορεί να στραφεί σε καθαρά τρομοκρατικές ενέργειες, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το βέβαιο είναι ότι ενώ στις ευρωεκλογές υπήρχε σοβαρότατη περίπτωση η Χρυσή Αυγή να καταλάβει την δεύτερη θέση, μετά τον ΣΥΡΙΖΑ και με τρίτη την ΝΔ, τώρα από το πολιτικό τοπίο αποχωρεί ένας από τους 3 πόλους: με δεδομένη την ισχνή απήχηση των κινήσεων ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς, οδηγούμαστε σε μια καθαρή αναμέτρηση δεξιάς- αριστεράς.

Είναι λογικό στην τελευταία να επικρατεί αμηχανία, αφού η κυβέρνηση ικανοποιεί τα αιτήματα της και υιοθετεί την πλατφόρμα της για την δραστική αντιμετώπιση των νεοναζί. Αλλά σε αυτό το νέο τοπίο που ο Παύλος Φύσσας με το αίμα του δημιούργησε, είναι η κυβέρνηση που χρεώνεται ακέραια την πολιτική που έθρεψε και μεγάλωσε την Χρυσή Αυγή. Απλώς η αριστερά πρέπει να ξεπεράσει τους δογματισμούς της, να πάψει να ασχολείται με τα νάζια του ΚΚΕ και να καλύψει πολιτικά ολόκληρο τον χώρο, που χρειάζεται να καλύψει ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει σε συνθήκες εθνικής και κοινωνικής κρίσης.